9 Μαρτίου 2026

Να ζήσουμε

Είδα τις προάλλες μία ταινία με την Σίρλεϊ Μακλέιν, η οποία υποδυόταν μία αυταρχική και αδίστακτη μεγαλοεπιχειρηματία, με διαλυμένη, εξ’ αιτίας της, οικογένεια, αφού είχε χωρίσει νωρίς νωρίς αφήνοντας μία κόρη, την οποία, απορροφημένη από τι επιχειρήσεις της, είχε να δει κάποιες δεκαετίες. 
 
Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης
 
Κάποια στιγμή λοιπόν, της μπήκε η ιδέα να παραγγείλει, όσο ήταν ακόμη ζωντανή, τον επικήδειό της σε μία νεαρή δημοσιογράφο, η οποία έκανε αυτή τη δουλειά στην τοπική εφημερίδα. Ο σκοπός της βέβαια, ήταν να χειραγωγήσει τον λόγο και να τον γράψει όπως αυτή ήθελε. 
 
Ο Τσώρτσιλ είχε πει σχετικώς «Η ιστορία θα είναι καλή μαζί μου, διότι έχω σκοπό να την γράψω εγώ». Το είπε και το έκανε. Η νεαρή δημοσιογράφος όμως, όσο και αν έψαξε, δεν βρήκε κάποια καλά πράγματα να πει για την… εργοδότριά της. Η ενδιαφερομένη μόλις έμαθε ότι ο επικήδειός της, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά βρισίδια και κατάρες, άλλαξε άρδην, άρχισε ένα αγώνα δρόμου και με διάφορες πράξεις της τελευταίας στιγμής, έσωσε την υστεροφημία της. Αυλαία.
 
Πώς τα θυμήθηκα τώρα όλα αυτά.
 
Έχω, όπως όλοι άλλωστε, πάει σε πολλές κηδείες και ελπίζω να αργήσω να πάω στην… δική μου και το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Σχεδόν σε όλες λοιπόν, εκφωνούνται οι καθιερωμένοι επικήδειοι λόγοι. Ο επιφορτισμένος με το «θλιβερό καθήκον», βουτηγμένος στην θλίψη πλησιάζει το μικρόφωνο, το φυσάει για να δει αν μιλάει και αρχίζει την διόλου πρωτότυπη ομιλία του. Ότι δηλαδή ο μεταστάς εξ’ ημών αδελφός, ήταν κεκοσμημένος πολλών χαρίτων. Ήταν δίκαιος, προσηνής, αγαπητός στους συναδέλφους του και στον κοινωνικό του κύκλο, υπόδειγμα οικογενειάρχου και προϊσταμένου, φιλάνθρωπος, ευγενικός γλυκομίλητος, κουβαρντάς και όλα αυτά τέλος πάντων, που συνθέτουν ένα διαμάντι ανθρώπου, που το είχαμε δίπλα μας και δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι που το χάσαμε και το μαθαίναμε τώρα. 
 
Μάλιστα, καλό θα ήτανε, όταν αρχίζουν να εκφωνούνται οι λιβανωτοί αυτοί προς τον μακαρίτη, από κάπου στο βάθος του Ναού, να ακούγεται ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης άδων: «Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες, όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι, πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σαν χρυσάφι».
 
Εκείνες τις ώρες βέβαια, ξεχνιούνται, το πόσο κέρατο βερνικωμένο πιθανώς να ήταν ο μεταστάς εξ’ ημών προς τους κατωτέρους του, που τους έψηνε το ψάρι στα χείλη. Πόσο μπουρινιασμένος έμπαινε το πρωί στο γραφείο και πόσο ανταριασμένος έφευγε αργά το βράδυ και έπρεπε όλοι να είναι απίκο μπας και ζητήσει κάτι. Πόσο τσιφούταρος ήτανε και τα λεφτά, τα είχε μόνο για να κάνει δώρα στη φιλεναδίτσα του (είναι εκείνη η ξανθούλα δακτυλογράφο στο βάθος με το μαύρο συνολάκι, που ποιος ξέρει πόσο του είχε στοιχίσει) και δεν έδινε μία δεκάρα (τότε ήταν ακόμη η δραχμή και δεν είχαμε σωθεί με το ευρώ) αύξηση στους αναξιοπαθούντες υπαλλήλους του. Ξεχνιέται το πόσο σου έβγαζε το λάδι για να δώσει άδεια και θυμάσαι, τότε που πήρες μόλις 2 μέρες για να παντρευτείς, διότι, λέει, «είχαμε δουλειές». Διάφορα τέτοια, που συνθέτουν μία εικόνα εντελώς διαφορετική από αυτή την αγιογραφία που απαγγέλλεται τώρα ενώπιον της σεπτής σορού του, στριφογυρίζουν στο μυαλό των τεθλιμμένων παρισταμένων, οι οποίοι είναι και κομματάκι βιαστικοί, γιατί «έχουμε και δουλειές». Εμ, δανεικά είναι αυτά.
 
Όμως, δεν μπορούμε να μη επισημάνουμε ότι και οι θρήνοι προς τον «προκείμενον νεκρόν» είναι μάλλον συμφεροντολογικοί. Τι φωνάζει η χήρα; «και πού μ’ αφήνεις μόνη», άρα νοιάζεται για την πάρτη της. Τι λέει ο φίλος; «Έφυγες και θα ορφανέψει η παρέα μας». Ουδείς λέει δυό λόγια… παρηγοριάς στον μεταστάντα εξ ημών. Π.χ.: «Εκεί θα είσαι μόνος σου παρέα με τον πόνο σου» που λέει και το άσμα. Όλα τα βλέπουμε και τα κράζουμε από την δική μας οπτική γωνία. Κάπως έτσι άλλωστε εξελίχθηκε και ο «Επικήδειος» του Ιωάννη Κονδυλάκη.
 
Και για να κλείσουμε, να θυμηθούμε τι είχε πει σχετικώς ο μεγάλος μας Νίκος Τσιφόρος και να με συγχωρούν οι εξ’ υμών κουλτουρέ, διότι αντί του Μπρεχτ, του Ιονέσκο και του Κούντερα, όπως έλεγε κάποτε μιά ψυχή, προτιμώ τον Νίκο Τσιφόρο. Έλεγε λοιπόν ο Τσιφόρος: «Στις κηδείες, το θέμα είναι να μην είσαι στο πρώτο αυτοκίνητο»··· 
 
Ζωή σ’ εμάς, να ζήσουμε να τον θυμόμαστε 
 
Νάτη! συμφεροντολογική και αυτή η ευχή. Αυτός πόθανε που πόθανε, να μη τον ακολουθήσουμε κι’ εμείς…
 
Παράγραφοι 
 
Στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, διαβάζω ότι από το 1984 μέχρι σήμερα έχουν θυσιασθεί στον βωμό του καθήκοντος περίπου 200 αστυνομικοί. Αλήθεια τι μέριμνα μνήμης έχει λάβει γι’ αυτούς το Υπουργείο; Εδώ κάποιοι άλλοι σκοτώθηκαν επειδή πήγαν να κλέψουν ή μαχαιρώθηκαν για τα ποδοσφαιρικά και έγιναν εθνικοί ήρωες. Για τους Αστυνομικούς μας τίποτε; Θα κάνουν μνημόσυνα και θα κλαίνε μόνο οι οικογένειές τους και στο τέλος, όταν νομοτελειακά λείψουν και αυτοί, θα ξεχασθούν; Μήπως η Αστυνομία θα πρέπει να σκεφθεί για την ανέγερση ενός επιβλητικού μνημείου, στο οποίο να αναγράφονται τα ονόματα όσων θυσιάζονται κατά την εκτέλεση του καθήκοντος; Ακόμη μήπως θα πρέπει να μελετηθεί να δίνονται ονόματα των πεσόντων σε Αστυνομικά Τμήματα; Π.χ. «30ο Αστυνομικό Τμήμα: Αρχιφύλακας Γεώργιος Λυγγερίδης». Είναι μία ελαχίστη τιμή στους ανθρώπους, που καθημερινά δίνουν μάχη, παίζοντας την ζωή τους κορώνα γράμματα, με αλλοδαπούς εγκληματίες και ημεδαπούς μαφιόζους, για να εξασφαλίζουν την ηρεμία και την γαλήνη στην κοινωνία. Τουλάχιστον η κοινωνία, ας τους εξασφαλίσει την «αθανασία», έστω και αυτής της μορφής. 
 
Διάβασα στην «κυριακάτικη δημοκρατία», ότι στις αποκριάτικες εκδηλώσεις των Σοφάδων παρέλασε συγκρότημα από τα Σκόπια κρατώντας πανό, όπου η χώρα προέλευσης αναγραφόταν απλώς ως «Macedonia». Στην εκδήλωση, ήταν παρόντες 3 βουλευτές της ΝΔ και ο δήμαρχος Σοφάδων, υποστηριζόμενος από την ΝΔ, οι οποίοι παρακολουθούσαν περιχαρείς την παρέλαση και ουδείς σκέφτηκε να βουτήξει από το αυτί τους σκοπιανούς και να τους στείλει από εκεί που ήρθανε. Η οργανωτική επιτροπή, αντιδρώντας αστραπιαία… μετά από μερικές μέρες ανακοίνωσε ότι η εμφάνιση του πανό πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγουμένη ενημέρωση (ήγουν μπάτε σκύλοι αλέστε) και στο εξής θα είναι πιο αυστηρή… Βεβαίως ο εκλεγόμενος επίσης στην περιοχή κ. Τσιάρας, βαθύς γνώστης της γεωγραφίας (θυμηθείτε την δήλωσή του περί εξωτερικού του… Έβρου), ο οποίος θα το προλάβαινε το θέμα, απουσίαζε εις τας Βρυξέλλας Είναι λίαν αμφίβολο αν θα σηκωνόταν θόρυβος, αν δεν το πρόβαλε η εφημερίδα μας. Μήπως ο κ. υπουργός Εσωτερικών θα πρέπει να μελετήσει το θέμα της διοργανώσεως σχετικών σεμιναρίων, στα οποία να παραδώσει μαθήματα ο δήμαρχος Φλώρινας κ. Βασίλης Γιαννάκης, περί του πώς αντιμετωπίζονται τέτοιες… «αιφνιδιαστικές και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση» καταστάσεις;
 
Ό,τι παλιό διαβάζεις σε πληγώνει. Διάβασα σ΄ ένα παλιό τεύχος του Menshouse Team (27-09-2024): «… Το πιο ξεχωριστό κατάστημα δημιουργείται επί της οδού Σταδίου και μένει στην ιστορία ως το ‘’Πατάρι του Λουμίδη’’. Εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και της δημοσιογραφίας, συναντιούνται και κάνουν ατελείωτες συζητήσεις, απολαμβάνοντας τον καφέ τους. Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Κάρολος Κουν, Αλέξης Σολομός, Ελένη Βακαλό, Ανδρέας Εμπειρίκος, Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καρούζος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Κώστας Βάρναλης, Μάρκος Αυγέρης, Γιώργος Σεφέρης, Μίλτος Σαχτούρης, Νάνος Βαλαωρίτης, Τάκης Σινόπουλος, Μίκης Θεοδωράκης…». Τώρα πέστε μου. Μπορείς σήμερα να βρεις το ένα εκατοστό από αυτούς τους γίγαντες; Δεν λέω. Μπορεί να υπάρχουν και σίγουρα υπάρχουν. Αλλά εσείς τους βλέπετε; Διότι εγώ είναι αδύνατο να τους διακρίνω, τουλάχιστον δια γυμνού οφθαλμού. Αν υπάρχουν ή αδρανούν ή πνίγονται στα νερά της μετριότητας που μας έχει επιβληθεί, τότε καθιστούν εαυτούς ασήμαντους. Α και μία διευκρίνιση. Ουδείς από τους προαναφερθέντες ανεδείχθη διότι είχε γερά μπράτσα ή γραμμωτούς… κοιλιακούς και έκανε πέρα όλους τους άλλους. Βέβαια κάτι είχαν κι’ αυτοί γερό και μάλιστα πολύ γερό. Το πνεύμα. Μ’ αυτό ανεδείχθησαν. Άλλος με τις νότες, άλλος με τον χρωστήρα, άλλος με τον στίχο. Σήμερα τι γίνεται; 
 
Για γέλια και για κλάματα
 
Ασφαλώς και είσθε
 
 
Γιατί εγώ κύριε Νίκο;
 
Τι λες ρε πού@@η μου
 
Μεγάλες αλήθειες 
 
Το αποκηρύσσω
 

Μετά τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, το Ιράν ίσως χτυπήσει εργοστάσια αφαλάτωσης του Ισραήλ και συμμάχων του με αποτέλεσμα εκατομμύρια άνθρωποι να μείνουν χωρίς νερό…

Μετά τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, το Ιράν ίσως χτυπήσει εργοστάσια αφαλάτωσης του Ισραήλ και συμμάχων του – Σε μια τέτοια ενδεχόμενη επίθεση, που περνά προς στιγμήν κάτω από τα ραντάρ των ΜΜΕ, εκατομμύρια άνθρωποι θα μείνουν χωρίς νερό… 
 
Καθώς ο πόλεμος εξαπλώνεται σε όλη τη Μέση Ανατολή και η προσοχή επικεντρώνεται στο πετρέλαιο, οι πιο επικίνδυνοι ευάλωτοι στόχοι της περιοχής μπορεί να είναι οι μονάδες αφαλάτωσης. Οι χώρες του Κόλπου χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό νερό από αφαλάτωση. Τα ΗΑΕ σε ποσοστό 90%, η Σαουδική Αραβία σε ποσοστό 70%, το Κατάρ σε ποσοστό 100% και το Ισραήλ σε ποσοστό 70-85% από 5 μεγάλες μονάδες όπως Sorek, Ashkelon. Άρα οι χώρες αυτές είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε ένα πιθανό χτύπημα του Ιράν στις μονάδες αφαλάτωσης…  
 
Ένα σοβαρό χτύπημα, μια επιχείρηση δολιοφθοράς, μια κυβερνοεπίθεση ή ένα συμβάν μόλυνσης που θα επηρεάσει αυτές τις εγκαταστάσεις δεν θα έβλαπτε μόνο το εμπόριο. Θα μπορούσε να προκαλέσει μια ταχεία ανθρωπιστική κρίση ασφάλειας, απειλώντας ταυτόχρονα το πόσιμο νερό, το ηλεκτρικό ρεύμα, την αποχέτευση και τη δημόσια τάξη. 
 
Σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ζέστη, σπάνιες βροχοπτώσεις, υπεραντλημένο υδροφορέα και αυξανόμενο αστικό πληθυσμό, η αφαλάτωση δεν αποτελεί τεχνικό συμπλήρωμα της εθνικής ζωής. Είναι η υποδομή που καθιστά δυνατή την εθνική ζωή. 
 
Οι κυβερνήσεις του Περσικού Κόλπου μπορούν να απορροφήσουν προσωρινά σοκ στον τουρισμό, να ανακατευθύνουν μέρος του εμπορίου και να βασιστούν στις παγκόσμιες αγορές για να μετριάσουν μέρος μιας διαταραχής στην πετρελαϊκή βιομηχανία. Το νερό είναι διαφορετικό. Δεν μπορεί να αυτοσχεδιαστεί σε μεγάλη κλίμακα και δεν μπορεί να διανεμηθεί πολιτικά με δελτίο για πολύ σε πόλεις που εξαρτώνται από το κράτος για την παροχή των βασικών αγαθών της καθημερινής ζωής. 
 
Ο πρωθυπουργός του Κατάρ προειδοποίησε πέρυσι ότι οποιαδήποτε επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν θα μπορούσε να «μολύνει πλήρως» τα ύδατα της περιοχής και να απειλήσει τη ζωή στο Κατάρ, τα ΗΑΕ και το Κουβέιτ. 
 
Είπε επίσης ότι το Κατάρ είχε κάποτε εκτιμήσει ότι θα μπορούσε να ξεμείνει από πόσιμο νερό μετά από μόλις τρεις ημέρες σε ένα τέτοιο σενάριο, γεγονός που οδήγησε στην κατασκευή 15 τεράστιων δεξαμενών νερού για την επέκταση των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης. 
 
Αυτά τα σχόλια έγιναν πριν ο τρέχων πόλεμος φτάσει στο σημερινό επίπεδο άμεσης περιφερειακής διάχυσης. 
 
Το Ιράν πριν λίγες ημέρες κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι χτύπησαν εργοστάσιο αφαλάτωσης γλυκού νερού στο νησί Κεσμ (Στενό του Ορμούζ), επηρεάζοντας υδροδότηση 30 χωριών. Ο Υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί το χαρακτήρισε «κατάφωρο έγκλημα» και τόνισε: «Οι ΗΠΑ έθεσαν το προηγούμενο, όχι το Ιράν». Αυτό άνοιξε συζήτηση για πιθανή ανταπόδοση σε ευάλωτες εγκαταστάσεις, καθώς το Ιράν προειδοποίησε ότι θα χρησιμοποιήσει νέα όπλα που θα κτυπήσουν Ισραήλ και δυνάμεις των ΗΠΑ. 
 
Το Ιράν μέχρι τώρα έχει απαντήσει χτυπώντας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και αμερικανικές βάσεις, όπως στο Juffair του Μπαχρέιν και άλλους στόχους στον Κόλπο (λιμάνια, διυλιστήρια). Υπήρξαν κοντινά χτυπήματα σε εργοστάσια αφαλάτωσης (π.χ. Fujairah και Jebel Ali στα ΗΑΕ, Doha στο Κουβέιτ), αλλά από συντρίμμια πυραύλων που αναχαιτίστηκαν ή παράπλευρες ζημιές και όχι άμεσες, στοχευμένες επιθέσεις στα κύρια εργοστάσια. 
 
Οι χώρες του Κόλπου χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό νερό από αφαλάτωση. Τα ΗΑΕ σε ποσοστό 90%, η Σαουδική Αραβία σε ποσοστό 70%, το Κατάρ σε ποσοστό 100% και το Ισραήλ σε ποσοστό 70-85% από 5 μεγάλες μονάδες όπως Sorek, Ashkelon. Άρα οι χώρες αυτές είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε ένα πιθανό χτύπημα του Ιράν στις μονάδες αφαλάτωσης. Αρκεί να σκεφτούμε ότι οι αντίστοιχες ανάγκες του Ιράν σε νερό που προέρχεται από αφαλάτωση κυμαίνονται μόλις στο 3%. 
 
Εργοστάσιο αφαλάτωσης Sorek (Ισραήλ)
Το μεγαλύτερο στον κόσμο (παράγει ~20% του νερού του Ισραήλ). Αεροφωτογραφίες από ψηλά δείχνουν πόσο εκτεταμένο και ευάλωτο είναι. 
 
Εργοστάσιο αφαλάτωσης Ashkelon (Ισραήλ)
Δίπλα στη θάλασσα, κοντά στη Γάζα. Ένα από τα παλαιότερα και πιο κρίσιμα. 
 
Συγκρότημα Jebel Ali (Ντουμπάι, ΗΑΕ)
Ένα από τα μεγαλύτερα του Κόλπου – παράγει εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό καθημερινά για το Ντουμπάι. 
 
Αναλυτές από πολλά ειδησεογραφικά πρακτορεία όπως τα Bloomberg, The Conversation, Al Jazeera προειδοποιούν ότι ένα άμεσο χτύπημα του Ιράν στις μονάδες αφαλάτωσης θα προκαλούσε ανθρωπιστική καταστροφή μέσα σε λίγες μέρες, με ολοκληρωτική εκκένωση πόλεων όπως το Ριάντ. Το Ιράν δεν το έχει κάνει ακόμα ωστόσο, πιθανότατα για να αποφύγει γενική κλιμάκωση ή να στείλει μήνυμα ότι «μπορούμε, αλλά επιλέγουμε όχι». Τουλάχιστον προς το παρόν. 
 
Η καταστροφή των εργοστασίων αφαλάτωσης νερού του Ισραήλ και των συμμαχικών του αραβικών κρατών στον Κόλπο, όπως τα HAE θα μπορούσε να μετατρέψει τον πόλεμο που κήρυξαν στο Ιράν, ΗΠΑ και Ισραήλ σε εφιάλτη λειψυδρίας.
 

Όσο κι αν είναι στην εξουσία σου [να με τιμωρήσεις], δεν αρνούμαι τη συγγένεια [με τον νεκρό αδελφό μου])

Η Αντιγόνη της Εκκλησίας· ένας ματωμένος λόγος πίστης, για το πρόσωπο που επιμένει ν’ αγαπά ενάντια στην εξουσία, και για τον Χριστό που μένει, όταν όλοι φεύγουν. 
 
Γράφει ο Φλέγων Νηρεύς 
 
Δεν με νοιάζει αν με ακούσει κανείς.
Δεν γράφω για να πείσω,
ούτε για να σταθώ πιο ψηλά από εσένα.
 
Γράφω γιατί πονάω.
Και το σώμα μου δεν αντέχει να κρατάει άλλο μέσα του τον πόνο.
Ζω σ’ έναν κόσμο που με μαθαίνει να σωπαίνω.
 
Να μη θάβω τους νεκρούς μου,
να μη φωνάζω για το άδικο,
να μη σπαράζω για τον αδελφό μου.
 
Μου λένε:
«Υπάρχει νόμος.
Υπάρχει τάξη.
Υπάρχει κράτος.»
Μα εγώ, όταν αντικρίζω τον κόσμο αυτόν,
βλέπω τον Κρέοντα —
όχι σαν πρόσωπο, αλλά σαν αρχή.
-Τη λογική της δύναμης.
-Την υπεροψία του θεσμού.
-Τον τρόμο της εξουσίας που ντύνεται με κίβδηλη νομιμότητα.
Και μέσα μου, πάντα, ανασταίνεται εκείνη:
Η Αντιγόνη.
Όχι η ρομαντική,
όχι η λογοτεχνική.
Αλλά εκείνη η εσωτερική κραυγή
που λέει:
«Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Αυτός είναι ο αδελφός μου.»
 
Αυτός ο λόγος δεν είναι φιλοσοφικός.
Δεν είναι θεωρία, δεν είναι ιδεολογία.
-Είναι πράξη.
-Είναι επιλογή.
-Είναι σταύρωση.
 
Γιατί κάθε φορά που αρνείσαι να ξεχάσεις,
κάθε φορά που υψώνεις τη φωνή σου ενάντια στο άδικο,
κάθε φορά που κρατάς την αλήθεια
με τρεμάμενη φωνή αλλά σταθερό βλέμμα,
γίνεσαι σαν την Αντιγόνη.
 
Κι εγώ αυτό ζω.
Στη δουλειά μου.
Στο σπίτι μου.
Στην Εκκλησία.
Στην πολιτεία.
 
Βλέπω νόμους που ποδοπατούν ανθρώπους.
Βλέπω συστήματα που θυσιάζουν ψυχές.
Βλέπω ανθρώπους να πεθαίνουν
και οι ηγέτες να λένε:
«Κατά νόμον.»
 
Μα εγώ δεν μπορώ πια να σωπαίνω.
Γι’ αυτό γράφω.
Όχι γιατί είμαι καλύτερος.
Αλλά γιατί φοβάμαι πως, αν δεν μιλήσω,
θα πεθάνει κάτι μέσα μου
πιο ιερό κι απ’ την ίδια τη ζωή.
 
Κι αν η κραυγή μου συναντήσει
μία μονάχα ψυχή που ακόμα θυμάται
τι θα πει Χριστός και τι θα πει Ελλάδα,
θα αξίζει.
 
Σήμερα, δεν θάβουν πια τους νεκρούς.
Θάβουν τους ζωντανούς.
Και το να μιλήσεις,
είναι πλέον η πιο σκληρή μορφή θυσίας.
 
Δεν ξέρω αν γεννήθηκα για να γράφω.
Ξέρω όμως πως γεννήθηκα για να μαρτυρώ.
Έμαθα ν’ αγαπάω το δίκαιο από τη φτώχεια.
Όχι απ’ τα βιβλία.
Αλλά από εκείνες τις σιωπές που δεν χώραγαν πια στο στόμα των γονιών μου,
όταν τους έκοβαν το ρεύμα
και φταίγανε μονάχα γιατί ήταν φτωχοί και περήφανοι.
 
Έμαθα ν’ αγαπάω τον Χριστό
όχι γιατί κάποιος μού τό ’μαθε,
αλλά γιατί Τον είδα —
στα μάτια εκείνου του παππού που άφηνε το φαγητό του στον άστεγο
και μετά έκανε το σταυρό του
χωρίς να περιμένει τίποτα.
 
Τότε κατάλαβα πως η Αντιγόνη δεν είναι αρχαία.
Είναι η γιαγιά μου που πήγε φυλακή
γιατί έκρυβε πατριώτες στον πόλεμο
κι ας μην ήξερε ούτε τι θα πει πολιτική.
 
Ήξερε μονάχα πως δεν παραδίδεις ποτέ
έναν άνθρωπο στα χέρια του άδικου.
Η δική μου Αντιγόνη, δεν κρατούσε ιερά λείψανα,
ούτε ήξερε από συνταγματικά δικαιώματα.
 
Κρατούσε τον πόνο της μέσα σε ένα βλέμμα
και τον έδινε στον Χριστό κάθε βράδυ.
Την έβλεπα κι ένιωθα
πως κάπου μέσα της κατοικούσε μια άλλη δύναμη,
κάτι πιο αρχαίο από τον φόβο,
πιο άγιο από την υπακοή.
 
Σήμερα όλοι μιλάνε για δικαιώματα,
για ελευθερίες, για ταυτότητες.
Εγώ όμως αναζητώ εκείνον που
θα κοιτάξει την εξουσία στα μάτια
και θα πει:
«Δεν μπορώ να θάψω την ψυχή μου για να σας κάνω το χατίρι.»
Για μένα, Αντιγόνη είναι κάθε άνθρωπος
που αγαπά πιο πολύ τον Θεό από τη φήμη του,
πιο πολύ τον αδελφό του από τη θέση του,
πιο πολύ την αλήθεια από την επιβίωσή του.
 
Κι αυτό το πλήρωσα.
Το πλήρωσα στη δουλειά μου,
στον κύκλο μου,
στον εαυτό μου.
 
Έμεινα μόνος.
Αλλά δεν είμαι μόνος.
Γιατί κάθε φορά που διαλέγω την αλήθεια,
ακόμα κι αν με συνθλίψει,
ξέρω πως είμαι μαζί με Εκείνον
που δεν ήρθε για να υπηρετηθεί,
αλλά για να υπηρετήσει.
 
Και μέσα σε κάθε τέτοια επιλογή
ξανασταυρώνεται ο Χριστός.
Και μέσα μου, μαζί Του,
σταυρώνεται και η Αντιγόνη.
 
Κι αυτός ο σταυρός
είναι η αρχή του Ευαγγελίου μου.
Δεν είναι εύκολο να μιλήσω έτσι.
Να ξεγυμνώσω μπροστά σου την ψυχή μου.
Να παραδεχτώ πως όσα πιστεύω δεν είναι θεωρία,
αλλά είναι πληγές.
 
Είναι φωνές που κουβαλάω μέσα μου
και με σκίζουν κάθε φορά που σωπαίνω.
 
Σ’ αυτήν τη χώρα,
όπου το φως γεννήθηκε και ξεχάστηκε,
με δίδαξαν από μικρός να σέβομαι τους μεγάλους,
να μην υψώνω τη φωνή μου,
να μη σκανδαλίζω,
να περιμένω.
 
Μα η σιωπή έγινε σάβανο.
Όχι μόνο για μένα,
αλλά για τόσους γύρω μου,
που έμαθαν να φοβούνται το φως,
γιατί τους έκαιγε κάθε φορά που πήγαιναν να το αγγίξουν.
 
Δεν ήθελα να γίνω επαναστάτης.
Ούτε ήρωας.
Μόνο ένας άνθρωπος που να μπορεί να κοιτάξει τον Χριστό στα μάτια
χωρίς να ντρέπεται.
Κι αυτό, στην εποχή μας,
μοιάζει ακραίο.
 
Κάποτε νόμιζα πως οι Κρέοντες φορούν στέμματα.
Τώρα ξέρω πως φορούν κουστούμια,
κρατούν μικρόφωνα,
στέκονται στα δελτία ειδήσεων
και μιλούν για σταθερότητα.
 
Ξέρω πια πως δεν είναι το πρόβλημα μόνο η εξουσία.
Είναι η αδιαφορία.
Η παραίτηση.
Είναι ο αδελφός μου,
που κοιτάει αλλού όταν κάποιος αδικείται.
 
Κι εγώ;
Μένω μες στη ντροπή.
Γιατί δεν μπορώ πια να είμαι μέρος μιας πίστης
που δεν μοιάζει στον Χριστό.
 
Ο Χριστός μου
είναι εκείνος που σκύβει και πλένει πόδια.
Εκείνος που λέει:
«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην.»
Εκείνος που στέκεται δίπλα στη Μαγδαληνή,
στον λεπρό,
στον τελώνη.
 
Ο Χριστός μου,
δεν είναι αυτός που κρατάει το κέντρο,
αλλά αυτός που σπάει τη μέση
απ’ το βάρος του Σταυρού.
 
Και ρωτάω τον εαυτό μου:
Πού θα στεκόταν ο Χριστός σήμερα;
Με ποιον θα ήταν;
Με ποιον θα σταυρωνόταν;
 
Δεν γράφω από οργή.
Γράφω από αγάπη.
Απ’ αυτήν που δεν αντέχει να βλέπει την αλήθεια να ποδοπατιέται
και να κάνει πως δεν βλέπει.
 
Απ’ αυτήν που λέει:
«Ἐὰν σιωπήσω, ἐν ἐμοὶ πῦρ καιόμενον.»
Αυτός είναι ο δικός μου λόγος.
Κι αν έχει κόστος,
το πληρώνω με ευγνωμοσύνη.
Γιατί είναι προτιμότερο να χάσω τον κόσμο,
παρά να χάσω την ψυχή μου.
 
Και κάπου μέσα μου ελπίζω πως,
αν μιλήσω,
έστω κι ένας αδελφός θα νιώσει
πως δεν είναι μόνος στον αγώνα του.
Αυτό μου φτάνει.
Μου φτάνει για να συνεχίσω.
 
Κάθε φορά που κοιτάζω τη χώρα μου,
νιώθω σαν να στέκομαι μπροστά σ’ έναν καθρέφτη ραγισμένο.
Η Ελλάδα μου δεν είναι εικόνα.
Είναι πληγή.
Είναι ψυχή.
Είναι μια γυναίκα γέρικη με τα μαλλιά λυτά,
που κάποτε τραγουδούσε στις κορφές
και τώρα σωπαίνει μέσα στα τσιμέντα.
 
Και εγώ — παιδί της —
κρατάω το χέρι της και δεν ξέρω αν πεθαίνει ή αν ξυπνά.
Την είδα να σκύβει μπροστά στους άρχοντες.
Να της παίρνουν τη γη,
την πίστη,
τα παιδιά της.
Να της υπόσχονται σωτηρία και να της φορούν αλυσίδες.
Την είδα να χειροκροτεί τους Κρέοντες,
γιατί φοβήθηκε μήπως ξαναπεινάσει.
Μήπως μείνει μόνη.
Μήπως χάσει κι αυτή την ψεύτικη ασφάλεια που της προσφέρουν.
Κι έκλαψα.
Όχι για εκείνη.
Αλλά για μένα.
Γιατί μέσα απ’ αυτήν είδα ποιος έγινα.
Είδα ότι κι εγώ σώπασα.
Ότι κι εγώ δίστασα.
Ότι άφησα την ψυχή μου να βολευτεί
μες στην ησυχία του τάφου.
 
Ο Κρέων σήμερα δεν φωνάζει.
Ψιθυρίζει.
Σου μιλά γλυκά,
σε πείθει ότι όποιος σηκώνει το βλέμμα
είναι ταραχοποιός, ακραίος, εχθρός της προόδου.
Σου λέει πως το κράτος σε προστατεύει,
αρκεί να μη σκέφτεσαι.
Να μη μιλάς.
Να μη θάβεις τον αδελφό σου,
αν η πολιτεία δεν το εγκρίνει.
 
Κι η Αντιγόνη;
Δεν την ψάχνω στις σκηνές του θεάτρου.
Την βρίσκω στη μάνα που μεγάλωσε τρία παιδιά μόνη
και ακόμα ανάβει ένα κερί κάθε βράδυ.
Την βρίσκω στον δάσκαλο που είπε στα παιδιά
ότι δεν είναι όλα αριθμοί και ποσοστά.
Την βρίσκω στον γέροντα που πήγε φυλακή
επειδή δεν έδωσε ψεύτικη μαρτυρία.
Την βρίσκω στη γιαγιά στο χωριό που μοιράζει το λάδι της,
όχι επειδή της περισσεύει,
αλλά επειδή δεν της λείπει η καρδιά.
 
Η Ελλάδα είναι γεμάτη Αντιγόνες.
Μα καμιά δεν έχει φωνή.
Κι αν εγώ γράφω,
είναι για να τους δώσω μία.
Όχι σαν σωτήρας.
Αλλά σαν αδελφός.
Γιατί, αλήθεια σου λέω,
δεν αντέχω άλλο να βλέπω το φως να πνίγεται
μέσα σε υπουργικές αποφάσεις,
σε διατάγματα,
σε ερμηνείες νόμων που ξεχνούν τον άνθρωπο.
 
Το δίκαιο που δεν γεννιέται απ’ την καρδιά
δεν είναι δίκαιο.
Είναι όργανο βίας.
Είναι Κρέων.
 
Κι εγώ, παιδί της Ελλάδας,
διάλεξα τον δρόμο της Αντιγόνης.
Όχι γιατί είμαι δυνατός.
Αλλά γιατί δεν άντεχα πια να είμαι δειλός.
Αν αυτό θα με οδηγήσει στον τάφο,
ας είναι.
Τουλάχιστον εκεί θα βρω την ψυχή μου.
 
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη οδύνη,
από το να βλέπεις το ψέμα να χειροκροτείται
και την αλήθεια να οδηγείται δεμένη στον Άδη,
με συνοδεία καμερών και δηλώσεων.
 
Ζω στην εποχή των μεγάλων τίτλων και των άδειων καρδιών.
Όλα μοιάζουν εύκολα.
Όλα μοιάζουν ρυθμισμένα.
Τα σχολεία διδάσκουν ανοχή,
τα υπουργεία παράγουν νομιμότητα,
οι ηγέτες προφέρουν τη λέξη «δικαιώματα»
με τόση ευκολία,
που πια δεν σημαίνει τίποτα.
 
Κι όμως...
κάτω από την επιφάνεια,
συντελείται ένας αργός,
ύπουλος,
αναισθητικός φόνος της συνείδησης.
 
Ο Κρέων δεν τιμωρεί πια την Αντιγόνη με θάνατο.
Την τιμωρεί με διαγραφή.
Με χλευασμό.
Με απαξίωση.
Την κάνει να φαίνεται τρελή, ρομαντική, φονταμενταλίστρια.
 
Και η κοινωνία,
που εθίστηκε στη δόση της αδιαφορίας,
συναινεί.
 
Δεν φοβάμαι τον Κρέοντα.
Φοβάμαι τη σιωπή των πολλών.
Φοβάμαι την απάθεια των καλών.
Φοβάμαι εκείνη την εκλεπτυσμένη λογική
που ντύνει την προδοσία με ρεαλισμό
και βαφτίζει την υποχώρηση «σύνεση».
 
Και μέσα μου,
μια φωνή – η φωνή Εκείνου –
μου λέει:
«Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν.»
Αυτό με καίει.
Αυτό με κρατά άγρυπνο.
Ο Κύριός μου δεν ήρθε να κυβερνήσει.
Ήρθε να πλύνει πόδια.
Ήρθε να υπηρετήσει,
να σηκώσει τον σταυρό μου,
να με σώσει όχι με νόμους
αλλά με αίμα.
 
Και πώς να Τον ακολουθήσω
μέσα σε μία Εκκλησία που πολλές φορές
έμαθε να φοβάται;
Που παζαρεύει τη θέση της στην κοινωνία
με αντάλλαγμα τη σιωπή της;
 
Δεν τους κατηγορώ.
Τους αγαπώ.
Και τους πονάω.
Αλλά δεν μπορώ να σωπάσω.
Γιατί Εκείνος δεν σώπασε όταν με είδε στο χώμα.
Δεν με παρέδωσε στη λογική της εξουσίας.
Δεν είπε «έτσι έχουν τα πράγματα».
Είπε: «Θέλεις να γίνεις μεγάλος; Γίνε υπηρέτης.»
 
Η φωνή Του
είναι ο νόμος μου.
Και σήμερα
όταν βλέπω τον εργάτη να ξεχνιέται,
τον φτωχό να εξευτελίζεται,
τον νέο να σαπίζει σε έναν υπολογιστή
χωρίς νόημα, χωρίς πνεύμα,
χωρίς σταυρό,
ξέρω πως η μάχη δεν τελείωσε.
 
Ο Κρέων νίκησε στη Θήβα,
αλλά ο Κύριος νίκησε στον Γολγοθά.
Κι εγώ,
που κρατάω λίγη στάχτη στο στόμα
κι ελάχιστο φως στα μάτια,
δεν μπορώ να υπηρετήσω τίποτα άλλο.
Ήρθα για να γίνω δούλος.
Δούλος της αγάπης.
Και να θάψω τον αδελφό μου,
έστω και με τα χέρια δεμένα.
Γιατί έτσι θάβεται και η δική μου αμαρτία.
 
Κι έτσι ίσως
αναστηθεί κάτι μέσα μου
που δεν πέθανε ποτέ.
 
Δεν είναι εύκολο να μιλάς για τον Κρέοντα,
όταν τον βλέπεις καθημερινά στον καθρέφτη.
Κάποτε νόμιζα πως ο τύραννος ήταν πάντα ο άλλος.
Ο πολιτικός.
Ο κρατικός μηχανισμός.
Ο νόμος.
Ο “μεγάλος”.
 
Μα τώρα ξέρω.
Ο Κρέων κοιμάται μέσα μου.
Κι αν δεν προσέξω,
θα ξυπνήσει.
Θα σταθεί πάνω απ’ τον αδελφό μου
και θα τον αρνηθεί.
 
Όταν αρχίζω να πιστεύω πως η αλήθεια μου
είναι ανώτερη απ’ τη δική σου,
όταν με νοιάζει πιο πολύ να έχω δίκιο
παρά να αγαπήσω,
τότε γίνομαι εγώ ο τύραννος.
 
Το ένιωσα τις μέρες που προσπαθούσα να υπερασπιστώ την πίστη μου
σαν να ήταν όπλο και όχι θυσία.
Που υψωνόμουν για να φανώ δίκαιος
αντί να ταπεινωθώ για να είμαι αληθινός.
 
Κι η φωνή του Κυρίου με κομμάτιασε:
«Θέλεις να είσαι πρώτος;
Γίνε δούλος.»
Όχι κήρυκας.
Όχι ρυθμιστής.
Όχι άρχων.
Δούλος.
 
Κι αυτή η λέξη στάλαξε μέσα μου σαν φως,
σαν μαχαίρι,
σαν λύτρωση.
Γιατί μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που μιλά για ελευθερία,
ποιος θέλει να είναι δούλος;
Ποιος θέλει να πεθάνει;
Να χάσει;
Να συγχωρήσει;
 
Η Αντιγόνη θάβει τον νεκρό της
όχι επειδή μισεί τον Κρέοντα
αλλά επειδή αγαπά.
Δεν επαναστατεί· θυσιάζεται.
Δεν φωνάζει· υπομένει.
Αυτό με διδάσκει.
 
Όχι να κραυγάζω, αλλά να κλαίω.
Όχι να νικάω, αλλά να μένω πιστός.
Κι όταν γονατίζω μπροστά στον Κύριό μου,
νιώθω την αλήθεια αυτή:
ότι κάθε φορά που αρνούμαι να εξουσιάσω,
κάθε φορά που επιλέγω την αγάπη αντί για το δίκιο,
κάθε φορά που θάβω έναν αδελφό
αντί να τον καταγγείλω,
τότε Εκείνος ανασαίνει μέσα μου.
 
Η Αντιγόνη δεν μίλησε πολύ.
Έπραξε.
Η Εκκλησία μου δεν είναι για να δικάζει.
Είναι για να σώζει.
Είναι για να υπηρετεί.
Να δακρύζει με τον πληγωμένο
και να πλένει τα πόδια του εχθρού.
 
Αυτός είναι ο δρόμος.
Κι εγώ, μέσα από το σκοτάδι μου,
το διαλέγω.
Μόνος πολλές φορές.
Καταφρονημένος.
Αλλά ελεύθερος.
Γιατί η μόνη ελευθερία που μετρά
είναι εκείνη που σε κάνει ικανό να αγαπήσεις,
χωρίς ανταπόδοση,
χωρίς αναγνώριση,
χωρίς εξουσία.
 
Να αγαπήσεις όπως Εκείνος.
Σιωπηλά.
Με σταυρό.
Είναι νύχτες που δεν κοιμάμαι.
Όχι από άγχος,
μα από μια ταραχή ιερή —
σαν να στέκεται κάποιος στην πόρτα μου
και να μην χτυπά,
μόνο να περιμένει.
 
Ξέρω ποιος είναι.
Ξέρω τη φωνή Του.
Είναι Εκείνος που μου ψιθυρίζει:
«Δεν ήρθα να με λατρέψεις,
ήρθα να σε μάθω να πεθαίνεις για τον άλλον.»
 
Και τότε θυμάμαι πάλι την Αντιγόνη.
Θυμάμαι πώς έσκυψε πάνω απ’ τον νεκρό της.
Όχι για να διαμαρτυρηθεί.
Όχι για να προκαλέσει.
Μα για να φανεί πιστή.
Σε ποιον;
Στο αίμα, στην καρδιά,
στον νόμο που δεν γράφεται με μελάνι,
αλλά με δάκρυα.
 
Και νιώθω κι εγώ μέσα μου το ίδιο κάλεσμα:
να είμαι πιστός.
Όχι στον νόμο του ισχυρού,
όχι στον νόμο της πολιτείας,
όχι στον νόμο του κόμματος ή της φήμης,
αλλά στον νόμο του Χριστού,
που λέει:
«Μη θησαυρίζετε όπου σκουλήκι και σκουριά...
μα θησαυρίστε στις καρδιές των ανθρώπων.»
 
Μα πώς να μιλήσεις σήμερα έτσι;
Πώς να ζήσεις με τέτοια πίστη
χωρίς να σε χλευάσουν,
χωρίς να σε απομονώσουν;
 
Ζούμε στην εποχή που όλα αξιολογούνται με βάση το χρήσιμο.
Κι η πίστη,
αν δεν φέρνει αποτέλεσμα,
θεωρείται αδυναμία.
 
Γι’ αυτό η Αντιγόνη,
αν ζούσε σήμερα,
θα ήταν άνεργη.
Ίσως και διασυρμένη.
Θα την αποκαλούσαν γραφική.
Θα έλεγαν πως το κάνει για τις εντυπώσεις.
Ίσως να τη φοβόντουσαν κιόλας.
Γιατί πάντα φοβούνται αυτόν
που δεν φοβάται να αγαπήσει.
 
Εμένα με πόνεσε αυτή η συνειδητοποίηση.
Ότι όσο πλησιάζω τον Χριστό,
τόσο απομακρύνομαι απ’ τα συστήματα των ανθρώπων.
Ότι όσο περισσότερο υπηρετώ,
τόσο λιγότερο με αναγνωρίζουν.
Ότι όσο προσπαθώ να ζήσω το Ευαγγέλιο,
τόσο περισσότερο μοιάζω περιττός.
 
Κι όμως…
Δεν έχω άλλη επιλογή.
Γιατί Εκείνος δεν μου ζήτησε να νικήσω.
Μου ζήτησε να μείνω πιστός.
Κι αν το μόνο που μπορώ να κάνω
είναι να θάψω με τα χέρια μου την αλήθεια που σκοτώνουν,
τότε αυτό θα κάνω.
 
Όπως η Αντιγόνη.
Όπως ο Κύριος.
Όπως κάθε άγιος που προτίμησε να υπηρετήσει τον Θεό
παρά να κερδίσει τον κόσμο.
Μπορεί να μην αλλάξω την κοινωνία.
Μπορεί να μη μείνει τίποτα απ’ τη ζωή μου.
Αλλά αν, φεύγοντας,
αφήσω πίσω μου έναν αδελφό
που θα πει:
«Κάποιος στάθηκε όρθιος όταν όλοι γονάτισαν,»
τότε θα έχω σωθεί.
 
Έφτασα να φοβάμαι τη λέξη «νόμος».
Όχι γιατί απορρίπτω τη δικαιοσύνη — την αγαπώ.
Όχι γιατί δεν πιστεύω στην τάξη —τη σέβομαι.
Μα γιατί είδα με τα μάτια μου
το πώς ένας νόμος μπορεί να γίνει όπλο
στα χέρια ενός ανθρώπου δίχως έλεος.
 
Τι είναι ο νόμος,
όταν δεν έχει μέσα του τον άνθρωπο;
Τι είναι η δικαιοσύνη,
όταν λησμονεί το πρόσωπο;
Όταν ξεχνάει το δάκρυ, το τραύμα, τη συγγένεια;
Γίνεται τερατώδης.
Γίνεται Κρέων.
 
Τον είδα να στέκει,
όχι στην αρχαία Θήβα,
μα σε δικαστήρια, σε βουλές,
σε γραφεία με πλαστικά λουλούδια
και βαρύγδουπες υπογραφές.
 
Είδα το δίκαιο να μετατρέπεται σε τελετουργία χωρίς αγάπη,
σε σύστημα χωρίς οξυγόνο.
Κι η Αντιγόνη;
Αυτή η σπαρακτική φωνή της καρδιάς;
Αυτή που θάβει τον αδελφό της όχι για να παραβεί τον νόμο,
αλλά για να μην παραβεί τον Θεό;
Την βλέπω γύρω μου.
Σε κάθε άνθρωπο που κάνει το σωστό
όταν όλοι γύρω του το απορρίπτουν.
Τη βλέπω σε γονείς που αρνούνται
να πουν ψέματα για να ωφεληθούν.
 
Τη βλέπω σε νέους που δεν πουλούν το σώμα και την ψυχή τους
για λίγη αποδοχή.
Μα πιο πολύ, την ένιωσα όταν βρέθηκα ο ίδιος απέναντι στον νόμο.
Όχι ως παράνομος.
Αλλά ως άνθρωπος.
Όταν χρειάστηκε να πω:
«Δεν μπορώ να υπακούσω,
αν αυτό σημαίνει να προδώσω τη συνείδησή μου.»
 
Και πλήρωσα.
Με δουλειές,
με φίλους,
με ησυχία.
Το τίμημα της πίστης είναι πάντα η μοναξιά.
Όμως Εκείνος ήταν εκεί.
Δεν μ’ άφησε.
Ούτε στα σκοτεινά μου δωμάτια,
ούτε στις στιγμές που αναρωτιόμουν
αν είμαι απλώς ένας γραφικός,
ένας ηλίθιος ρομαντικός
που μιλά για σταυρούς σ’ έναν κόσμο που τρέχει να ζήσει δίχως νόημα.
 
Η φωνή Του μου ψιθύρισε:
«Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης.»
Και τότε κατάλαβα.
Πως όποιος ποθεί την αλήθεια,
δεν ανήκει πουθενά.
Ούτε στον κόσμο,
ούτε στο κράτος,
ούτε σε κόμμα,
ούτε σε θρόνο.
Μόνο στον Χριστό.
 
Και στην αδελφή ψυχή που σκάβει δίπλα του,
με δάχτυλα ματωμένα,
ένα τάφο για τον νεκρό αδελφό της.
Εκεί είμαστε.
Εκεί στεκόμαστε.
Χωρίς εξουσία.
Μα με την εξουσία της αγάπης.
Και είναι αρκετή.
 
Αν σε κάτι ελπίζω ακόμα,
είναι πως υπάρχει μέσα μας ένας μικρός θάλαμος
που δεν άγγιξε ο φόβος·
ένα κρυφό ταμείο της ψυχής
όπου κρατάμε ακόμα την πρώτη αγάπη —
αυτήν που δεν ζητάει αντάλλαγμα,
αυτήν που γνωρίζει το πρόσωπο του Χριστού
και δεν το μπερδεύει με καμιά εικόνα εξουσίας.
 
Εγώ εκεί ζω τώρα.
Μακριά από τον θόρυβο,
μακριά από τους κήρυκες του ψευτοδίκιου,
μακριά απ’ τα τραπέζια των δυνατών.
Μαζί με τον Σταυρωμένο,
και όσους θάβουν ακόμα τους νεκρούς τους
χωρίς έγκριση από την πολιτεία.
Μα η καρδιά μου αιμορραγεί,
γιατί βλέπω πως ό,τι ιερό
το κάνουν σήμερα διαχειρίσιμο.
 
Οι άρχοντες των εθνών πλέον δεν κραυγάζουν·
χαμογελούν.
Δεν διατάζουν με αυταρχισμό·
πειθαναγκάζουν με ιδεώδη.
Δεν φωνάζουν «υποτάξου»·
ψιθυρίζουν «συμβιβάσου, μην είσαι ακραίος».
Κι ο λαός μου υποχωρεί.
Όχι γιατί δεν αγαπά.
Αλλά γιατί κουράστηκε ν’ αγαπά μόνος.
 
Βλέπεις, δεν είναι ότι δεν υπάρχουν φλόγες.
Είναι ότι τις διδάσκουν να σβήνουν.
Τις μαθαίνουν πως είναι επικίνδυνο να καίνε.
Και η Αντιγόνη — αυτή η ιερή κόρη του αίματος —
παραμένει αόρατη,
θαμμένη στο περιθώριο,
επειδή δεν συμμορφώθηκε.
 
Μα εμένα αυτή είναι η πατρίδα μου.
Όχι η γεωγραφική,
ούτε η πολιτισμική.
Η πατρίδα της συνείδησης.
Η γη όπου ο λόγος του Χριστού δεν έγινε σύστημα
αλλά σπαραγμός.
Όπου το “δούλος υμών”
δεν είναι ευσεβής φράση
αλλά τρόπος ύπαρξης.
Αν είμαι ακόμα εδώ,
είναι γιατί αρνούμαι να δεχτώ
πως το δίκαιο είναι η ισχύς,
και πως η Εκκλησία πρέπει να σωπαίνει
όταν καίνε τα πρόσωπα των ανθρώπων
στο όνομα της νομιμότητας.
 
Η δική μου Εκκλησία δεν κάνει δημόσιες σχέσεις.
Πλένει πόδια.
Σηκώνει σταυρούς.
Αγκαλιάζει τελώνες και πόρνες.
Θάβει τους νεκρούς, έστω και παράνομα.
Και ομιλεί, όταν όλοι σωπαίνουν.
Και ξέρεις κάτι;
Αν η ζωή μου δεν φτάσει να είναι φωνή
για τον αδελφό που δεν έχει φωνή,
τότε όλα ήταν μάταια.
 
Δεν γράφω για επαναστάσεις.
Γράφω για ανάσταση.
Και η ανάσταση, όπως και η αγάπη,
δεν έρχεται από το θρόνο.
Έρχεται από τον τάφο.
 
Απ’ τον ίδιο τάφο
όπου γονάτισε η Αντιγόνη.
Απ’ τον ίδιο τάφο
όπου κατέβηκε ο Χριστός.
 
Έγραψα για να σωθώ.
Όχι για να διδάξω,
όχι για να μείνω,
αλλά για να μην προδώσω εκείνον
που μου ψιθύρισε κάποτε με φωνή φωτός:
«Ακολούθει μοι.»
Δεν ήξερα τότε τι θα σήμαινε αυτό.
Πίστευα πως ήταν μια πρόσκληση σε κάτι υψηλό,
όμορφο, φωτεινό.
Κι ήταν,
μα όχι με τον τρόπο που φανταζόμουν.
Ήταν πρόσκληση σε μια ζωή
όπου ο κόσμος δεν με χωρούσε πια.
Όπου η αλήθεια με πονούσε,
και η σιωπή με σκότωνε πιο αργά κι απ’ το ψέμα.
 
Σου μιλώ τώρα στο τέλος,
με σώμα λαβωμένο από την πορεία,
μα με καρδιά πιο ζωντανή από ποτέ.
Γιατί τώρα καταλαβαίνω.
Η φωνή της Αντιγόνης μέσα μου
ήταν πάντοτε η φωνή του Χριστού.
Όταν έλεγε:
«Δεν μπορώ να υπακούσω αυτόν τον νόμο,
γιατί υπάρχει άλλος, ανώτερος, άγραφος»
δεν ύψωνε εγωισμό.
Ύψωνε μνήμη.
Μνήμη του Παραδείσου.
Μνήμη του προσώπου.
Μνήμη της θυσίας.
Όταν έσκυβε στο χώμα,
δεν διέπραττε παράβαση.
Λειτουργούσε.
Έκανε μνημόσυνο.
Έκανε Εκκλησία.
 
Και σήμερα,
μέσα σ’ αυτό το κοσμικό παλάτι της σιωπής,
ξέρω πως κι εγώ
οφείλω να σκύβω.
Να σκύβω όχι με ντροπή,
αλλά με λατρεία.
Να σκύβω στον άνθρωπο.
Να σκύβω στον αδελφό μου,
στον νεκρό,
στον ξένο,
στον πονεμένο,
όπως Εκείνος έσκυψε σε μένα.
 
Αυτός είναι ο δρόμος.
Όχι ο δρόμος της νίκης,
αλλά της πίστης.
Δεν με νοιάζει αν κανείς με ακολουθήσει.
Δεν ζητώ οπαδούς,
ούτε συγκατάβαση.
Ζητώ μόνο να μη γίνω ποτέ αυτό
που πολέμησα.
Να μη γίνω ποτέ Κρέων.
Να μείνω για πάντα υπηρέτης.
Δούλος.
Όχι των εθνών,
μα του Χριστού.
 
Κι αν κάποιος, μια μέρα,
με διαβάσει και νιώσει μέσα του
να γεννιέται μια ταραχή,
μια φωτιά,
μια ανάγκη να σκύψει και να αγαπήσει,
τότε όλα τούτα που είπα
δεν θα ήταν απλώς λέξεις.
Θα ήταν Ευαγγέλιο.
Κι αυτό είναι αρκετό.
 
Σε αυτό το τέλος που είναι αρχή,
θέλω να σου μιλήσω γυμνός από κάθε ρόλο,
κάθε τίτλο, κάθε προσδοκία.
Να σταθώ μπροστά σου όπως στέκεσαι μπροστά στον Θεό·
με μονάχα μια λέξη στο στόμα:
ἐλέησόν με.
Ό,τι έγραψα,
δεν ήταν από σοφία,
αλλά από ανάγκη.
Γιατί αν δεν εξομολογηθώ την πληγή μου,
θα γίνει πέτρα και θα με πλακώσει.
 
Η Αντιγόνη δεν είναι μύθος για μένα.
Είναι το άλλο μου πρόσωπο.
Η φωνή που μου λέει:
«Μη γίνεις αυτός που σου είπαν ότι πρέπει να είσαι.
Γίνε αυτός που φωνάζει μέσα σου όταν βλέπεις το άδικο.»
 
Ζούμε σε μια εποχή
που όλα γίνονται εμπορεύματα —
η αλήθεια,
η πίστη,
η πατρίδα,
η ελευθερία.
Μα ο Χριστός δεν πωλείται.
Και η συνείδηση δεν υπογράφει συμβάσεις.
Κι αν έμαθα κάτι σε τούτο τον πόνο που λέγεται ζωή,
είναι πως δεν υπάρχει μικρή πράξη
όταν γίνεται με αγάπη.
Κι ούτε μεγάλος αγώνας
αν δεν κρύβει σταυρό.
 
Πόνεσα βλέποντας την Εκκλησία μου
να ξεχνά πού ανήκει.
Όταν μιλούσε με τη φωνή των δυνατών
και σιωπούσε μπροστά στους ταπεινούς.
Μα δεν την αρνούμαι.
Την αγαπώ με τον τρόπο που αγαπάς τη μάνα σου,
όταν γερνά,
χάνει τη φωνή της,
αλλά κρατά ακόμα το άρωμα της προσευχής.
 
Εδώ στο τέλος,
σου λέω το μόνο που έμαθα στ’ αλήθεια:
όποιος θέλει να δει το φως,
πρέπει πρώτα να περάσει μέσα απ’ τη φωτιά.
Όποιος θέλει ν’ αγαπήσει τον Χριστό,
δεν Τον συναντά στα ύψη,
αλλά στα χαμηλά.
Εκεί που οι άνθρωποι είναι βρώμικοι,
φοβισμένοι,
μα όχι ψεύτικοι.
 
Εκεί θα θάψεις τον αδελφό σου.
Εκεί θα σπάσεις το σώμα σου.
Εκεί θα δώσεις ό,τι είσαι,
χωρίς να πάρεις τίποτα.
 
Και τότε…
κάτι θα γίνει μέσα σου.
Θα νιώσεις το φως.
Όχι σαν φανέρωση,
αλλά σαν παρουσία.
 
Σαν την ανάσα Εκείνου που περπατούσε δίπλα σου
κι ας νόμιζες πως ήσουν μόνος.
Αυτό σου εύχομαι:
Να ζήσεις τη ζωή σου σαν Αντιγόνη,
και να πεθάνεις σαν Χριστός.
Μην παζαρέψεις την ψυχή σου.
Μην εξημερώσεις τη φωτιά σου.
Ό,τι αγαπάς,
να το υπηρετείς μέχρι τέλους.
Τώρα που όλα ειπώθηκαν,
θέλω να σου πω κάτι που δεν γράφεται σε βιβλία:
ότι η μόνη αλήθεια που σώζει,
είναι εκείνη που πληρώθηκε με αγάπη.
 
Δεν έγραψα τούτο το λόγο για να εμπνεύσω.
Ούτε για να κερδίσω κάτι.
Ούτε καν για να ανακουφιστώ.
Έγραψα γιατί ένιωθα ότι αν δεν μιλήσω,
θα προδώσω εκείνον τον Ένα,
τον αληθινό μου φίλο,
που πριν 2.000 χρόνια
σταυρώθηκε αντί για μένα.
 
Και μέσα στη σταγόνα του αίματός Του,
είδα τη μορφή της Αντιγόνης.
Ναι.
Την είδα να στέκεται έξω απ’ την πόλη,
στο σκοτάδι,
χωρίς να ζητά επιδοκιμασία,
χωρίς να περιμένει δικαίωση,
μονάχα με μία πράξη ενός ανθρώπου
που αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι φοβάται.
 
Τέτοια είναι η πράξη του Χριστού.
Και τέτοια πρέπει να είναι η πράξη μας.
Δεν με νοιάζει πια ποιος θα με πιστέψει.
Με νοιάζει μόνο να μη γίνω ψεύτης στα μάτια Του.
Να μη με βρει η ώρα να Τον συναντήσω
κι εγώ να κρατώ στα χέρια μου έργα ανάξια του φωτός.
 
Ο κόσμος θα συνεχίσει να κυβερνιέται από Κρέοντες.
Θα υπάρχουν νόμοι, διατάγματα, συμφέροντα.
Θα προσπαθήσουν να κάνουν
την ψυχή και το πρόσωπο αριθμό και ταυτότητα,
την αγάπη διαδικασία,
την πίστη θεσμό.
 
Μα ο Χριστός μας είναι πάντα ένας,
πάντα σταυρωμένος,
πάντα αναστημένος.
Και η Εκκλησία Του είναι η Αντιγόνη.
Η γυναίκα που δεν φοβήθηκε το κόστος της αγάπης.
Η ψυχή που στέκει πλάι στο πτώμα του αδελφού
και λέει:
«Ό,τι αν πλεῖν εξουσία, οὐκ ἀρνοῦμαι την συγγένειαν.»
 
Εγώ δεν έχω πια ελπίδες για έναν κόσμο που θα μετανοήσει.
Έχω ελπίδα για έναν άνθρωπο,
για μία ψυχή,
για σένα.
 
Εάν εσύ, βρεθείς μία μέρα μπροστά σε μία κρίσιμη στιγμή,
κι αναμετρηθείς με τον φόβο,
με τη μοναξιά,
με το τίμημα,
και διαλέξεις να αγαπήσεις,
να υπηρετήσεις,
να ταφείς με τον αδελφό σου εάν χρειαστεί—
τότε θα ξέρω ότι δεν έγραψα μάταια.
 
Τότε θα ξέρω ότι η φλόγα επιβίωσε.
Όχι επειδή την προστάτεψα,
αλλά επειδή την έδωσα.
Ο Χριστός να σε φωτίζει.
Η Αντιγόνη να σε συνοδεύει.
Και ο Σταυρός να γίνεται πάντα δρόμος,
ποτέ ορισμός.
 

Λίγες οδηγίες πριν επισκεφθείτε το ιστολόγιό μας (Για νέους επισκέπτες)

1. Στην στήλη αριστερά βλέπετε τις αναρτήσεις του ιστολογίου μας τις οποίες μπορείτε ελεύθερα να σχολιάσετε επωνύμως, ανωνύμως ή με ψευδώνυμο, πατώντας απλά την λέξη κάτω από την ανάρτηση που γραφει "σχόλια" ή "δημοσίευση σχολίου" (σας προτείνω να διαβάσετε με προσοχή τις οδηγίες που θα βρείτε πάνω από την φόρμα που θα ανοίξει ώστε να γραψετε το σχόλιό σας). Επίσης μπορείτε να στείλετε σε φίλους σας την συγκεκριμένη ανάρτηση που θέλετε απλά πατώντας τον φάκελλο που βλέπετε στο κάτω μέρος της ανάρτησης. Θα ανοίξει μια φόρμα στην οποία μπορείτε να γράψετε το email του φίλου σας, ενώ αν έχετε προφίλ στο Facebook ή στο Twitter μπορείτε με τα εικονίδια που θα βρείτε στο τέλος της ανάρτησης να την μοιραστείτε με τους φίλους σας.

2. Στην δεξιά στήλη του ιστολογίου μας μπορείτε να βρείτε το πλαίσιο στο οποίο βάζοντας το email σας και πατώντας την λέξη Submit θα ενημερώνεστε αυτόματα για τις τελευταίες αναρτήσεις του ιστολογίου μας.

3. Αν έχετε λογαριασμό στο Twitter σας δινεται η δυνατότητα να μας κάνετε follow και να παρακολουθείτε το ιστολόγιό μας από εκεί. Θα βρείτε το σχετικό εικονίδιο του Twitter κάτω από τα πλαίσια του Google Friend Connect, στην δεξιά στήλη του ιστολογίου μας.

4. Μπορείτε να ενημερωθείτε από την δεξιά στήλη του ιστολογίου μας με τα διάφορα gadgets για τον καιρό, να δείτε ανακοινώσεις, στατιστικά, ειδήσεις και λόγια ή κείμενα που δείχνουν τις αρχές και τα πιστεύω του ιστολογίου μας. Επίσης μπορείτε να κάνετε αναζήτηση βάζοντας μια λέξη στο πλαίσιο της Αναζήτησης (κάτω από τους αναγνώστες μας). Πατώντας την λέξη Αναζήτηση θα εμφανιστούν σχετικές αναρτήσεις μας πάνω από τον χώρο των αναρτήσεων. Παράλληλα μπορείτε να δείτε τις αναρτήσεις του τρέχοντος μήνα αλλά και να επιλέξετε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία αναρτήσεων από την σχετική στήλη δεξιά.

5. Μπορείτε ακόμα να αφήσετε το μήνυμά σας στο μικρό τσατάκι του blog μας στην δεξιά στήλη γράφοντας απλά το όνομά σας ή κάποιο ψευδώνυμο στην θέση "όνομα" (name) και το μήνυμά σας στην θέση "Μήνυμα" (Message).

6. Επίσης μπορείτε να μας στείλετε ηλεκτρονικό μήνυμα στην διεύθυνσή μας koukthanos@gmail.com με όποιο περιεχόμενο επιθυμείτε. Αν είναι σε προσωπικό επίπεδο θα λάβετε πολύ σύντομα απάντησή μας.

7. Τέλος μπορείτε να βρείτε στην δεξιά στήλη του ιστολογίου μας τα φιλικά μας ιστολόγια, τα ιστολόγια που παρακολουθούμε αλλά και πολλούς ενδιαφέροντες συνδέσμους.

Να σας υπενθυμίσουμε ότι παρακάτω μπορείτε να βρείτε χρήσιμες οδηγίες για την κατασκευή των αναρτήσεών μας αλλά και στην κάτω μπάρα του ιστολογίου μας ότι έχει σχέση με δημοσιεύσεις και πνευματικά δικαιώματα.

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΚΑΛΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

Χρήσιμες οδηγίες για τις αναρτήσεις μας.

1. Στις αναρτήσεις μας μπαίνει ΠΑΝΤΑ η πηγή σε οποιαδήποτε ανάρτηση ή μερος αναρτησης που προέρχεται απο άλλο ιστολόγιο. Αν δεν προέρχεται από κάποιο άλλο ιστολόγιο και προέρχεται από φίλο αναγνώστη ή επώνυμο ή άνωνυμο συγγραφέα, υπάρχει ΠΑΝΤΑ σε εμφανες σημείο το ονομά του ή αναφέρεται ότι προέρχεται από ανώνυμο αναγνώστη μας.

2. Για όλες τις υπόλοιπες αναρτήσεις που δεν έχουν υπογραφή ΙΣΧΥΕΙ η αυτόματη υπογραφή της ανάρτησης. Ετσι όταν δεν βλέπετε καμιά πηγή ή αναφορά σε ανωνυμο ή επώνυμο συντάκτη να θεωρείτε ΩΣ ΑΥΣΤΗΡΟ ΚΑΝΟΝΑ ότι ισχύει η αυτόματη υπογραφή του αναρτήσαντα.

3. Οταν βλέπετε ανάρτηση με πηγή ή και επώνυμο ή ανώνυμο συντάκτη αλλά στη συνέχεια υπάρχει και ΣΧΟΛΙΟ, τότε αυτό είναι ΚΑΙ ΠΑΛΙ του αναρτήσαντα δηλαδή είναι σχόλιο που προέρχεται από το ιστολόγιό μας.

Σημείωση: Να σημειώσουμε ότι εκτός των αναρτήσεων που υπογράφει ο διαχειριστής μας, όλες οι άλλες απόψεις που αναφέρονται σε αυτές ανήκουν αποκλειστικά στους συντάκτες των άρθρων. Τέλος άλλες πληροφορίες για δημοσιεύσεις και πνευματικά δικαιώματα μπορείτε να βρείτε στην κάτω μπάρα του ιστολογίου μας.