Τα ιδιώματα της Εκκλησίας είναι αναρίθμητα, επειδή στην ουσία είναι τα ιδιώματα του Θεανθρώπου Χριστού και δι’ Αυτού τα ιδιώματα της Τρισηλίου Θεότητος. Ωστόσο, οι άγιοι και θεόσοφοι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθοδηγούμενοι από το Πνεύμα το Άγιον, στο ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, τα συμπυκνώνουν σε τέσσερα: «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Αυτά τα ιδιώματα της Εκκλησίας, η ενότητα, η αγιότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα, πηγάζουν από την ίδια τη φύση της και τον σκοπό της. Καθορίζουν, σαφώς και επακριβώς, τον χαρακτήρα της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, δια του οποίου αυτή ως θεανθρώπινο καθίδρυμα και θεανθρωπίνη κοινωνία διαφέρει από κάθε ανθρώπινο καθίδρυμα και ανθρώπινη κοινωνία.
Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Όπως το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού είναι ένα και μοναδικό, έτσι και η Εκκλησία, που ιδρύθηκε δι’ Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ καὶ ἐπ’ Αὐτοῦ, είναι μία και μοναδική. Η ενότητα της Εκκλησίας προέρχεται, αναπόφευκτα, από το ένα, το μοναδικό Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Ο αδιαίρετα ένας και μοναδικός θεανθρώπινος οργανισμός πάντων των κόσμων, η Εκκλησία, σύμφωνα με όλους τους ουρανογήινους νόμους δεν μπορεί να διασπασθεί. Οποιαδήποτε διάσπασή της θα σήμαινε τον θάνατό της. Όντας ολόκληρη ἐν τῷ Θεανθρώπῳ είναι, πρωτίστως και κατά πάντα, θεανθρώπινος ζωντανός οργανισμός και κατόπιν θεανθρώπινο καθίδρυμα.
Στην Εκκλησία, τα πάντα είναι θεανθρώπινα: η ζωή, η πίστη, η αγάπη, το βάπτισμα, η ευχαριστία, όλη η ζωή της, όλη η αθανασία της, όλη η αιωνιότητά της, όλη η δομή της. Ναι! Σε αυτήν όλα είναι θεανθρώπινα, τα πάντα ένα, τα πάντα αδιαίρετα: και η χριστοποίηση και ο εξαγιασμός και η θέωση και η μεταμόρφωση και η τριαδοποίηση και η σωτηρία. Στην Εκκλησία, τα πάντα είναι οργανικώς και χαρισματικώς συνδεδεμένα, συγκροτώντας το ένα θεανθρώπινο σώμα υπό την μία Κεφαλή, τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό. Όλα τα μέλη της, αν και παραμένουν πάντοτε αυτοτελή, ελεύθερα και ακέραια πρόσωπα, ωστόσο είναι ενωμένα με τη μία Χάρη του Αγίου Πνεύματος δια των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών, βρίσκονται σε οργανική ενότητα μεταξύ τους, αποτελούν ένα σώμα και ομολογούν μία πίστη, η οποία τα ενώνει μεταξύ τους και με τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Οι χριστοφόροι Απόστολοι θεοπνεύστως ευαγγελίζονται την ενότητα και την μοναδικότητα της Εκκλησίας, στηριζόμενοι στην ενότητα και στη μοναδικότητα του Ιδρυτού της, του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού και της θεανθρωπίνης Προσωπικότητός Του: «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός (:Διότι κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από εκείνον που έχει ήδη τεθεί και που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στην βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ. 3,11].
Τα ιερά μυστήρια και οι άγιες αρετές, με την χριστονοσταλγική και φιλόχριστο δύναμή τους, ενώνουν με τον Χριστό όλα τα μέλη της Εκκλησίας, όλων των λαών και όλων των εποχών· είναι «πάντες εἷς… ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ βλ. Γαλ. 3,28: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διαφορά Ιουδαίου και Έλληνα, δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι εσείς γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό)» · πρβ. Κολ. 3,11·15: «Ὃπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Σ’ αυτόν το νέο άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση Έλληνα και Ιουδαίου, περιτμημένου Ισραηλίτη και απερίτμητου εθνικού, βάρβαρου και Σκύθη, δούλου και ελεύθερου, αλλά και εθνικότητα και καταγωγή και αξίωμα και τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)» - «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε(:Και η ειρήνη που δίνει ο Θεός ας επιστατεί κι ας κυριαρχεί μέσα στις καρδιές σας. Γι’ αυτήν την ειρήνη εξάλλου προσκληθήκατε, ώστε να γίνετε ένα σώμα. Προσπαθείτε ακόμη να γίνεστε και ευχάριστοι μεταξύ σας)»].
Αυτή η ενότητα των πιστών αρχίζει με το πρωταρχικό μυστήριο, το άγιο Βάπτισμα, προεκτείνεται και ενδυναμώνεται με τα υπόλοιπα μυστήρια, κορυφώνεται με την Θεία Ευχαριστία, η οποία πραγματώνει την τελειότερη ενότητα των πιστών και με τον Χριστό, αλλά και μεταξύ τους [βλ. Α΄Κορ. 10,16-17: «Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν(:Tο ποτήρι μπροστά στο οποίο ο Κύριος απήγγειλε την ευχαριστήρια δοξολογία και το οποίο εμείς καθαγιάζουμε με ευχαριστήρια προσευχή δεν είναι κοινωνία με του αίματος του Xριστού; O άρτος που τεμαχίζουμε στο μυστήριο της Θείας ευχαριστίας, δεν είναι κοινωνία με του σώματος του Xριστού; Kι επειδή είναι ένας ο ουράνιος αυτός άρτος , γι’ αυτό ένα ηθικό σώμα είμαστε οι πολλοί. Διότι όλοι από τον έναν άρτο μετέχουμε και ενωνόμαστε όλοι με αυτόν, και έτσι διαμέσου αυτού γινόμαστε ένα και μεταξύ μας)»· Α΄Κορ. 12,12: «Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός(:Διότι, όπως το ανθρώπινο σώμα είναι ένα και έχει πολλά μέλη, και όλα τα μέλη του ενός σώματος, αν και είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός με το πλήθος των πιστών είναι ένα σώμα πνευματικό)»].
Η Εκκλησία, αν και μία κατά την ουσία της, είναι ταυτοχρόνως πολυπληθής κατά τα πρόσωπα. Είναι εικόνα και προτύπωση της Υπεραγίας Τριάδος: η ενότητα στην Τριαδικότητα και η Τριαδικότητα στην ενότητα. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος, έγινε άνθρωπος και έτσι δι’ Εαυτού εξομοίωσε την Εκκλησία με την Αγία Τριάδα. Ουσιαστικά, η Εκκλησία του Κυρίου Ιησού Χριστού αποτελεί την ακριβέστερη χαρισματικο-ενάρετη εικόνα της Υπεραγίας Τριάδος επί της γης, εξ ολοκλήρου γεμάτη με τις χαρισματικές θείες δυνάμεις της τριαδοποιήσεως και της θεανθρωποποιήσεως. Στην Εκκλησία γίνεται πραγματικότητα η Αρχιερατική προσευχή του Σωτήρος: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν… ἵνα ὦσιν ἓν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν(:Σε παρακαλώ για όλους αυτούς, για να είναι όλοι ένα με την αγάπη και την ομοφροσύνη που θα κυριαρχεί μεταξύ τους. Όπως εσύ, Πάτερ, είσαι ενωμένος με Εμένα κι εγώ ενωμένος με Εσένα, επειδή έχουμε και οι δύο την ίδια ουσία και φύση, έτσι σε παρακαλώ να είναι κι αυτοί ένα έχοντας κοινωνία και ένωση με μας… για να είναι μεταξύ τους ένα, όπως κι εμείς είμαστε ένα. Και η ενότητα αυτή θα συντελεσθεί με το να ζω εγώ μέσα στον καθένα απ’ αυτούς ξεχωριστά και να τους ενώνω σ’ ένα πνευματικό σώμα, καθώς και Συ ως φυσικός Πατέρας μου θα είσαι μέσα μου. Έτσι θα είναι τελειοποιημένοι, έχοντας τέλεια ομόνοια και αγάπη και ένωση μεταξύ τους)» [Ιω.17,21·22-23]. Τέτοια είναι η θεανθρωπίνη μοναδικότητα της πίστεως, τέτοια και η θεανθρωπίνη μοναδικότητα της Εκκλησίας, η οντολογία της πίστεως, η οντολογία της Εκκλησίας. Κατά πάντα και δια πάντα εξαρτώμενη η μία από την άλλη. Κατά πάντα και δια πάντα αμφότερες εξ ολοκλήρου του Θεανθρώπου, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ και κατά τον Θεάνθρωπον.
Η ενότητα και η μοναδικότητα της Θεανθρωπίνης πίστεως είναι η βάση και το θεμέλιο ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού. Σε αυτήν την πίστη, τα πάντα είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Οποίος, ως Εκκλησία, ένωσε στο Πρόσωπό Του εσαεί τον ουρανό με την γη, τους αγγέλους με τους ανθρώπους και, το σημαντικότερο από όλα, τον Θεό με τον άνθρωπο. Είναι ιστορικά προφανές και αναμφίβολο ότι στην θεανθρώπινη πίστη εμπεριέχονται όλα τα θεανθρώπινα ιερά μυστήρια και οι άγιες αρετές που επιτελούν την χριστοποίηση, την θεανθρωποποίηση, την θέωση, την τριαδοποίηση και δι’ αυτών την σωτηρία μας. Από την πίστη, ως πρωταρετή, εκπηγάζουν όλες οι άγιες αρετές και όλα τα ιερά μυστήρια. Αυτές είναι που, δια του Θεανθρώπου, του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, μας ενώνουν με την Τρισάγιο Θεότητα. Αυτή είναι για εμάς η τελειότερη και πληρέστερη ενότητα, η παν-ενότητα.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ευαγγελίζεται την εξής θεανθρωπίνη αλήθεια: «Στην Εκκλησία, κατά την Θεία Πρόνοια, όλοι οι άνθρωποι γίνονται ως μία φύση και ως μία βούληση, συνενούμενοι Πνεύματι Αγίω με τον Θεό και μεταξύ τους»[Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 2, PG90, 272CD]. Αυτή η αλήθεια είναι όλη παρούσα, όλη ζωντανή, όλη εμφανής, όλη ζωοποιός και αθάνατος στις ακολουθίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στον χαρισματικό-ενάρετο θεανθρώπινο βίο της. Η θεανθρώπινη πίστη του Χριστού προσφέρει στον άνθρωπο ό,τι του είναι απαραίτητο για την αιώνιο ζωή σε όλους τους θείους κόσμους.
Χωρίς αυτήν την πίστη, το ανθρώπινο ον είναι η φρίκη της φρίκης, η κατάρα της κατάρας. Με αυτήν την πίστη παραμένουμε και υπάρχουμε, αιωνίως, στην Εκκλησία του Σωτήρος. Αυτή είναι όλη εκ της Εκκλησίας και όλη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Μια και μοναδική σε όλες τις διαστάσεις της, αυτή η πίστη είναι η παραδοθείσα «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις» [Ιουδ. 1,3: «Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει(: Αγαπητοί, ενώ είχα σφοδρό πόθο να σας γράψω για την κοινή σωτηρία, που σε όλους μας χάρισε ο Χριστός, αναγκάστηκα από τις περιστάσεις να σας γράψω για να σας προτρέψω να αγωνίζεστε με δύναμη υπέρ της πίστεως, η οποία δια του προφορικού κηρύγματος παραδόθηκε μία φορά για πάντα στους Χριστιανούς)»], με τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό και την θεανθρώπινη οικονομία Του της σωτηρίας, την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός ευαγγελίζεται την θεία αλήθεια λέγοντας: «Αναμφιβόλως, εκείνος που δεν τηρεί την πίστη της Εκκλησίας, είναι εκτός Εκκλησίας»[Ιωάννου Κασσιανού, Περί της ενσαρκώσεως του Κυρίου, Κατά Νεστορίου 3,14, PL50,70Α].
Όπως ακριβώς, οι άγιοι Απόστολοι, έτσι και οι Πατέρες και οι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας με θεοσοφία και χερουβικό ζήλο ομολογούν την ενότητα και την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έτσι εξηγείται αφενός η νοητή φλόγα του ζήλου των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ενόψει ενδεχόμενων αποσχίσεων από την Εκκλησία και αφετέρου η αυστηρή τους στάση έναντι των αιρέσεων και των σχισμάτων. Από αυτήν την άποψη, οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι είναι εξαιρετικής θεανθρωπίνης σημασίας. Σύμφωνα με το χριστοφόρο πνεύμα και την χριστοφόρο θέση τους η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Όπως δεν μπορούν να υπάρχουν πολλά σώματα εν Χριστώ, έτσι δεν μπορούν να υπάρχουν και πολλές Εκκλησίες. Κατά το θεανθρώπινο είναι της η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ακριβώς και ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι Ένας και Μοναδικός. Συνεπώς ο διχασμός και η διαίρεση της Εκκλησίας ούτε υπήρξε, ούτε και θα υπάρξει· αυτό που υπήρξε και θα υπάρξει είναι η αποκοπή από το σώμα της, όπως η εκούσια αποκοπή του μη φέροντος καρπόν κλήματος από την Άμπελο του Κυρίου Ιησού Χριστού[ βλ. Ιω.15,1-6: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ. Ἢδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν. μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε. ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται (:Εγώ είμαι η κληματαριά η πραγματική και άφθαρτη και πνευματική. Εγώ θα αντικαταστήσω και θα ανακαινίσω την παλαιά άμπελο της συναγωγής ιδρύοντας την Εκκλησία μου, της οποίας θα είμαι η κεφαλή. Και ο Πατέρας μου είναι ο αμπελουργός. Κάθε άνθρωπος που σαν πνευματικό κλήμα είναι ενωμένος μαζί μου με την πίστη, όπως ένα κλαδί με τον κορμό, δεν παράγει, όμως, καρπούς αρετής, ο αμπελουργός Πατέρας μου τον αποκόπτει και τον αποχωρίζει από την κληματαριά. Και κάθε πνευματικό κλήμα που είναι καρποφόρο, το καθαρίζει και το κλαδεύει, για να αποδώσει περισσότερο καρπό. Εσείς τώρα είστε καθαροί. Και σας έχει καθαρίσει ο λόγος της αλήθειας που σας έχω πει και διδάξει. Είστε, λοιπόν, πνευματικά κλήματα, καθαρισμένα και ετοιμασμένα για να παραγάγετε καρπό. Μείνετε ενωμένοι μαζί μου, για να μείνω κι Εγώ ενωμένος με σας. Όπως το κλήμα δεν μπορεί να κάνει από μόνο του καρπό, εάν δεν μείνει προσκολλημένο στην κληματαριά, έτσι ούτε και σεις δεν θα καρποφορήσετε έργα αρετής και αγιότητος, εάν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. Εγώ είμαι η κληματαριά κι εσείς τα κλαδιά της. Εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου κι Εγώ μένω μέσα του, αυτός αποδίδει άφθονο και εκλεκτό καρπό. Διότι χωρίς Εμένα και χωρίς να έχετε τη ζωτική δύναμη που πηγάζει από Εμένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε για τον εξαγιασμό σας και τη σωτηρία σας. Όποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, οπωσδήποτε θα πεταχθεί έξω όπως το άκαρπο και άχρηστο κλήμα. Και τότε θα ξεραθεί και δεν θα του μείνει κανένα ίχνος χάριτος και πνευματικής δυνάμεως και ζωής. Και τα πνευματικά κλήματα που ξεράθηκαν έτσι, τα μαζεύουν οι άγγελοι και τα ρίχνουν στη φωτιά της κολάσεως, κι εκεί καίγονται αδιάκοπα και ακατάπαυστα)»].
Στο πέρασμα του χρόνου αποσχίσθηκαν και εξέπεσαν από τη μία, μοναδική και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού διάφοροι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έπαυσαν να είναι μέλη της και σύσσωμοι του Θεανθρωπίνου σώματός της. Έτσι, πρώτοι απ’ όλους, εξέπεσαν οι γνωστικοί, μετά οι αρειανιστές, οι πνευματομάχοι, οι μονοφυσίτες, οι εικονομάχοι, οι ρωμαιοκαθολικοί, οι προτεστάντες, οι ουνίτες και συνολικά όλοι εκείνοι που ανήκουν στην αιρετικο-σχισματική λεγεώνα.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 279-282.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.
Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
«Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].
«Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ τῶν Στουδίων ἡγουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]
ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.
Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρὴ Κατήχησις 97, Ἔργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].
«Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].
«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 94 (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, ἐκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].
«Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 197 (Δωροθέῳ τέκνῳ), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 338 (Κωνσταντίνῳ), στὸ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.













