Είμαι ο Γεώργιος Φραντζής.
Και γράφω όχι για να θυμηθούν οι άνθρωποι εμένα, αλλά για να μη χαθεί η μνήμη εκείνων που χάθηκαν μαζί με την Βασιλεύουσα.
Πέρασαν χρόνια από τότε, κι όμως η ψυχή μου δεν έφυγε ποτέ από εκείνα τα τείχη.
Ακόμη ακούω τις καμπάνες.
Ακόμη βλέπω τις σημαίες να κυματίζουν πάνω από τους πύργους.
Ακόμη περπατώ στους δρόμους της Πόλης όπως ήταν πριν σκοτεινιάσει ο ουρανός.
Γιατί η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν μόνο πέτρες, τείχη και παλάτια.
Ήταν η καρδιά μας.
Ήταν η μνήμη μας.
Ήταν η ίδια η ανάσα του γένους μας.
Και εγώ στάθηκα εκεί όταν η ανάσα αυτή άρχισε να σβήνει.
Είδα ανθρώπους να προσεύχονται και ανθρώπους να φοβούνται.
Είδα στρατιώτες να σφίγγουν τα όπλα τους και πατέρες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους.
Είδα μάτια που προσπαθούσαν να κρύψουν τον τρόμο τους πίσω από λόγια γενναία.
Μα η αλήθεια ήταν γνωστή σε όλους.
Η θάλασσα είχε γεμίσει εχθρικά πανιά.
Η γη έτρεμε από τα κανόνια.
Και η μοίρα της Πόλης πλησίαζε βήμα προς βήμα.
Τις νύχτες δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Όχι από τον θόρυβο.
Αλλά από τις σκέψεις.
Περπατούσα μόνος και κοιτούσα προς την Αγία Σοφία.
Κοιτούσα τους τρούλους που είχαν δει αυτοκράτορες να στέφονται, πατριάρχες να ευλογούν, λαούς να δοξολογούν τον Θεό.
Και αναρωτιόμουν.
Ήρθε άραγε το τέλος;
Ή μήπως ο Θεός θα έκανε ακόμη ένα θαύμα για την Ρωμανία;
Κανείς δεν ήξερε.
Κανείς δεν τολμούσε να απαντήσει.
Και μέσα μου γεννιόταν μια πάλη που δεν έπαψε ποτέ.
Γιατί αγαπούσα τον Θεό.
Αλλά πονούσα.
Πονούσα βλέποντας την Πόλη να οδηγείται στον θάνατο.
Πονούσα βλέποντας τον λαό μας να μικραίνει μέρα με την ημέρα.
Πονούσα γιατί οι προσευχές μας ανέβαιναν στον ουρανό και ο ουρανός έμενε σιωπηλός.
Δεν είναι αμαρτία να το ομολογήσω τώρα.
Υπήρξαν νύχτες που ρώτησα τον Θεό γιατί.
Όχι με θυμό.
Με δάκρυα.
Γιατί;
Γιατί να φτάσουμε ως εδώ;
Γιατί να δούμε την Βασιλεύουσα να περικυκλώνεται;
Γιατί να ακούσουμε τα τείχη που άντεξαν αιώνες να τρίζουν κάτω από το σίδερο;
Δεν έλαβα απάντηση.
Μόνο σιωπή.
Και η σιωπή πολλές φορές πονά περισσότερο από τον θόρυβο του πολέμου.
Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σιωπή στεκόταν ένας άνθρωπος.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας.
Ο Κωνσταντίνος.
Τον είδα.
Τον άκουσα.
Τον παρατήρησα.
Δεν έμοιαζε με άνθρωπο που περίμενε να σωθεί.
Έμοιαζε με άνθρωπο που είχε ήδη παραδώσει τον εαυτό του στην ιστορία.
Σαν να γνώριζε ότι θα πέθαινε.
Και όμως δεν λύγισε.
Αυτό ήταν το μεγαλύτερο θαύμα που είδα.
Όχι η νίκη.
Η πίστη μπροστά στην ήττα.
Όχι η σωτηρία.
Η αξιοπρέπεια μπροστά στον θάνατο.
Και ύστερα ήρθε εκείνη η μέρα.
Η μέρα που ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να ονομάσω.
Ο ουρανός ήταν ο ίδιος.
Ο ήλιος ανέτειλε όπως κάθε άλλη μέρα.
Τα πουλιά πέταξαν πάνω από τα τείχη.
Η δημιουργία συνέχισε τον δρόμο της.
Μόνο οι άνθρωποι γνώριζαν πως ο κόσμος τους τελείωνε.
Οι κραυγές.
Ο καπνός.
Το αίμα.
Ο ήχος του σιδήρου.
Τα δάκρυα.
Δεν υπάρχουν λέξεις αρκετές.
Ούτε η πένα μου ούτε η μνήμη μου μπορούν να χωρέσουν το βάρος εκείνων των ωρών.
Και έπειτα ακούστηκε η φράση που θα ταξίδευε μέσα στους αιώνες.
Η Πόλις εάλω.
Τρεις λέξεις.
Μα μέσα τους θάφτηκε ένας κόσμος.
Εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσα μόνο θλίψη.
Ένιωσα ορφάνια.
Σαν να ξεριζώθηκε η ίδια η καρδιά μου.
Σαν να χάθηκε ένα μέρος της ψυχής μου που δεν θα επέστρεφε ποτέ.
Και όμως, όσο βαθύ κι αν ήταν το σκοτάδι, υπήρχε κάτι που δεν μπόρεσε να αλωθεί.
Δεν αλώθηκε η μνήμη.
Δεν αλώθηκε η πίστη.
Δεν αλώθηκε η ελπίδα ότι ο Θεός εξακολουθεί να γράφει ιστορία ακόμη και μέσα από τα ερείπια.
Σήμερα, όταν κλείνω τα μάτια μου, δεν βλέπω πρώτα τα γκρεμισμένα τείχη.
Βλέπω τους ανθρώπους.
Τους ανώνυμους.
Τους φοβισμένους.
Τους γενναίους.
Εκείνους που προσευχήθηκαν.
Εκείνους που πολέμησαν.
Εκείνους που πέθαναν χωρίς να γνωρίζουν ότι τα ονόματά τους θα χαθούν.
Γι’ αυτούς γράφω.
Γι’ αυτούς θυμάμαι.
Γι’ αυτούς πονώ ακόμη.
Και όσο υπάρχει άνθρωπος που θυμάται την Κωνσταντινούπολη, όσο υπάρχει ψυχή που δακρύζει ακούγοντας πως η Πόλις εάλω, η Βασιλεύουσα δεν θα έχει πεθάνει ολοκληρωτικά.
Θα ζει μέσα στη μνήμη.
Θα ζει μέσα στην προσευχή.
Θα ζει μέσα στην πληγή που άφησε πίσω της.
Και εγώ, ο Γεώργιος Φραντζής, ένας μάρτυρας της πτώσεώς της, καταθέτω αυτή τη μαρτυρία όχι για να θυμηθείτε το όνομά μου.
Αλλά για να ακούσετε ακόμη μία φορά τον χτύπο της καρδιάς μιας αυτοκρατορίας που έσβησε μπροστά στα μάτια μου.
Προσκλητήριο Μνήμης
Εγώ, ο Γεώργιος Φραντζής, ταπεινός υπηρέτης της Βασιλεύουσας και μάρτυρας των τελευταίων ημερών της, σας καλώ.
Σας καλώ όχι σε μια εκδήλωση.
Σας καλώ σε μια συνάντηση με τη μνήμη.
Πέρασαν αιώνες από τότε που τα τείχη της Κωνσταντινούπολης σείστηκαν από τα κανόνια και ο ουρανός σκοτείνιασε από τον καπνό της μάχης. Πέρασαν αιώνες από τότε που η κραυγή «Η Πόλις εάλω» διέσχισε τον κόσμο σαν πληγή.
Κι όμως, για όσους έζησαν εκείνες τις ώρες, ο χρόνος δεν πέρασε ποτέ.
Οι φωνές των πολιορκημένων ακόμη αντηχούν.
Οι προσευχές των πιστών ακόμη ανεβαίνουν στον ουρανό.
Τα δάκρυα των μανάδων, οι τελευταίες εξομολογήσεις των στρατιωτών, οι καμπάνες της Αγίας Σοφίας και η μορφή του τελευταίου αυτοκράτορα εξακολουθούν να στέκονται μέσα στη μνήμη της ιστορίας.
Γι’ αυτό σας καλώ.
Ελάτε να θυμηθούμε.
Ελάτε να σταθούμε για λίγο μπροστά στα τείχη που έπεσαν, αλλά και μπροστά στις ψυχές που δεν λύγισαν.
Ελάτε να ακούσουμε τη μαρτυρία εκείνων που είδαν έναν κόσμο να χάνεται και όμως δεν έχασαν την αξιοπρέπειά τους.
Ελάτε να περπατήσουμε μαζί στα τελευταία βήματα της Ρωμανίας.
Όχι για να θρηνήσουμε μόνο.
Αλλά για να κατανοήσουμε.
Να αφουγκραστούμε την αγωνία μιας εποχής, το βάρος των αποφάσεων, τη σιωπή των τελευταίων νυχτών πριν από την Άλωση.
Να κοιτάξουμε κατάματα τον πόνο, χωρίς να τον φοβηθούμε.
Γιατί η ιστορία δεν είναι μόνο ημερομηνίες.
Είναι άνθρωποι.
Είναι πρόσωπα.
Είναι καρδιές που αγάπησαν, πίστεψαν, πολέμησαν και θυσιάστηκαν.
Και όσο θυμόμαστε εκείνους, δεν έχουν πεθάνει ολοκληρωτικά.
Σας καλώ λοιπόν να παρευρεθείτε.
Να γίνετε συνοδοιπόροι σε αυτό το ταξίδι μνήμης.
Να ακούσετε όχι μόνο τα γεγονότα της Άλωσης, αλλά και τον παλμό των ανθρώπων που τα έζησαν.
Να αφιερώσουμε όλοι μαζί μια στιγμή σιωπής σε όσους έπεσαν υπερασπιζόμενοι την Πόλη.
Και να κρατήσουμε ζωντανή τη φλόγα της μνήμης, ώστε η θυσία τους να μη χαθεί μέσα στη λήθη των αιώνων.
Σας περιμένω.
Όχι ως χρονογράφος.
Όχι ως αξιωματούχος μιας χαμένης αυτοκρατορίας.
Αλλά ως μάρτυρας.
Ως άνθρωπος που είδε την Πόλη να πέφτει.
Ως άνθρωπος που ακόμη ακούει την τελευταία της ανάσα.
Ελάτε.
Και ας θυμηθούμε μαζί.
Γιατί όσο υπάρχει μνήμη, η Βασιλεύουσα δεν σιωπά.
Και όσο υπάρχουν ψυχές που ακούν, η ιστορία εξακολουθεί να μιλά.
Εύχεσθε στον Κύριο για εμένα.
Φλέγων Νηρεύς
Συντονίζουν:
Χρῆστος Μαρινόπουλος
Ἀβραάμ Σκεντερίδης
Ἀκολουθοῦν οἱ σύνδεσμοι
3. ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕΣΩ facebook
Πιέστε τόν παρακάτω σύνδεσμο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου