Γράφει ο Πετροβούβαλος
Όταν το 2016 ο Ντόναλντ Τράμπ ορκίστηκε για πρώτη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ, η νεοφιλελεύθερη «ελίτ» της Δύσης δήλωσε με κάθε δυνατό τρόπο «σοκαρισμένη». Αναζητώντας τους πραγματικούς «αρχιτέκτονες» του «Τραμπισμού» όμως, θα ήταν μάλλον αφελές να κοιτάξουμε προς τα ακροδεξιά, όπως προσπαθούν ακόμα να μας πείσουν τα… υπέροχα δυτικά ΜΜΕ, αντί προς το… «φωτισμένο» κέντρο των Μπιλ Κλίντον (1993 – 2001) και Μπαράκ Ομπάμα (2009 – 2017). Το ρεπουμπλικανικό διάλλεμα του Τζώρτζ Ο. Μπούς (2001 – 2009) είναι κατά πολλές απόψεις μέρος της ίδιας πολιτικής γραμμής, όμως αυτό αξίζει ξεχωριστής εξέτασης, κυρίως εξ αιτίας του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».
Ο Μπιλ Κλίντον και η νομιμοποίηση του τζόγου των τραπεζών
Η οικονομική πορεία των ΗΠΑ μετά το 1980 χαρακτηρίζεται από μια συστηματική απορρύθμιση, η οποία κορυφώθηκε το 1999 με την υπογραφή του νόμου Gramm-Leach-Bliley από τον Μπιλ Κλίντον. Η κίνηση αυτή ακύρωσε τον διαχωρισμό μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων που επέβαλλε ο νόμος Glass-Steagall από το 1933 επί προεδρίας Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Στην πράξη, η θεσμική αυτή μεταβολή επέτρεψε την ανάμειξη των καταθέσεων των πολιτών με υψηλού ρίσκου χρηματοοικονομικά προϊόντα, δημιουργώντας τις συστημικές προϋποθέσεις για την κατάρρευση του 2008 και την επακόλουθη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Υπενθυμίζω πως ο Κλίντον υπήρξε ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να «βάλει τους ανθρώπους πρώτους», επειδή «ήταν η οικονομία, ηλίθιε«. O Δημοκρατικός Γερουσιαστής Byron Dorgan υπήρξε ο πιο προφητικός επικριτής εκείνης της οικονομικής τερατωδίας και ο σχετικός λόγος του στην Γερουσία το 1999 αφαιρεί κάθε επιχείρημα άγνοιας από τους δημοκρατικούς (ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του, στα αγγλικά, ΕΔΩ).
Με την κατάργησή του Glass-Steagall Act, ο Κλίντον παρέδωσε τα κλειδιά της αμερικανικής οικονομίας στη Wall Street, μετατρέποντας ουσιαστικά την οικονομική ασυδοσία σε νόμο του κράτους. Σύμφωνα με τα παρανοϊκά ιδεολογήματα της εποχής, οι τράπεζες έγιναν σταδιακά «πολύ μεγάλες για να αποτύχουν» (Too Big to Fail), δημιουργώντας μία ιδεολογική και επικοινωνιακή, πρωτίστως, ωρολογιακή βόμβα που εξελίχθηκε σε οικονομική. Λίγο πιό πρίν, το 1994, η υπογραφή της συμφωνίας NAFTA (σ.1) δρομολόγησε την διάλυση την εναπομείνασας βιομηχανικής βάσης των ΗΠΑ, στέλνοντας εκατομμύρια θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Η αμερικανική εργατική τάξη ξεκίνησε να μετακινείται μαζικά στο οικονομικό περιθώριο, η μεσαία να χάνει τις αποταμιεύσεις της, τα ασφαλιστικά ταμεία τις επενδύσεις τους, και οι ιδιώτες – ελεγκτές πλέον αυτών των αποταμιεύσεων και επενδύσεων να πανηγυρίζουν.
Ως προς την εξωτερική της πολιτική, η θητεία Κλίντον σημαδεύτηκε από αμφιλεγόμενες (τουλάχιστον) παρεμβάσεις και παραλείψεις. Η στρατιωτική εμπλοκή στα Βαλκάνια συνέβαλε στον οριστικό διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, και η εσπευσμένη αποχώρηση από τη Σομαλία το 1993, έπειτα από βαριές απώλειες, άφησε τη χώρα σε κατάσταση αποσταθεροποίησης. Παράλληλα, η επιλογή για μη – παρέμβαση στη γενοκτονία της Ρουάντα το 1994, παρά τις σαφείς πληροφορίες για το μέγεθος της σφαγής, καταγράφηκε ως μια από τις πιο μελανές στιγμές της αμερικανικής διπλωματίας.
Η «Αλλαγή» που υποσχέθηκε ο Ομπάμα.
Η οικονομική αστάθεια που καλλιεργήθηκε από την κλιντονική απορρύθμιση, κορυφώθηκε την περίοδο 2007-2008, με την κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων και την χρεοκοπία της Lehman Brothers. Παρά τις προσδοκίες για μια δομική αυτο – διόρθωση του αμερικανικού καπιταλισμού, ο Μπαράκ Ομπάμα, με νωπή εντολή για «Αλλαγή» (το κεντρικό του σύνθημα – copy/paste από τον… Α. Παπανδρεόυ), αντί να υιοθετήσει μια προσέγγιση τύπου Ρούσβελτ, δλδ. την επιβολή παραδειγματικών κυρώσεων και ριζικής κάθαρσης στην Wall Street, ξεκίνησε στελεχώνοντας την κυβέρνησή του με τους ίδιους ανθρώπους που «νομοθέτησαν» την κρίση (σ.2).
Στην συνέχεια, μέσω των «bailouts», χρησιμοποίησε τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων προκειμένου να σωθούν τα μπόνους των τραπεζιτών, ενώ συγχρόνως ~9 εκατομμύρια Αμερικανοί έχαναν τα σπίτια τους. Η «Αλλαγή» του Ομπάμα, αποδείχθηκε ένα επικοινωνιακό περιτύλιγμα για τη διάσωση του διεφθαρμένου και ανίκανου συστήματος που προκάλεσε την οικονομική καταστροφή του 2008. Οι απατεώνες όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά έγιναν ισχυρότεροι, ενώ η κοινωνική οργή άρχισε να σιγοβράζει κάτω από την επιφάνεια.
Ως προς την εξωτερική του πολιτική, ο Ομπάμα διέλυσε την Λιβύη χωρίς κάποια γεωπολιτική λογική και αύξησε τις αμερικανικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν ανακοινώνοντας παράλληλα ημερομηνία αποχώρησης (γεωπολιτικά επιεικώς παρανοϊκό). Παράλληλα, μέσω της ενεργής υποστήριξης των επιχειρήσεων της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, συνέβαλε σε μια πρωτοφανή ανθρωπιστική καταστροφή, ενώ η εμπλοκή των ΗΠΑ στον εμφύλιο στην Συρία απέτυχε να περιορίσει τη σύγκρουση, καταλήγοντας σε περαιτέρω κατακερματισμό της περιοχής.
Ο Τράμπ ως πολιτικό «Τέρας του Φρανκενστάιν» – συναρμολογημένο από κομμάτια πτωμάτων
Το 2016, Τράμπ δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εκμεταλλευτεί την υποβόσκουσα οργή, εμφανιζόμενος ως ο «αντισυστημικός» που θα καθάριζε την κόπρο της Ουάσιγκτον. Μπροστά σε τόσο πολύ συστημικό παραλογισμό και στην πολιτική απελπισία που είχε συσσωρευτεί, ελάχιστα ενδιέφερε τους Αμερικανούς το ότι ήταν κι αυτός άλλος ένας δισεκατομμυριούχος που χρησιμοποίησε το ίδιο ακριβώς σύστημα ασυδοσίας για να διατηρήσει τον πλούτο του – ο κληρονόμος μίας περιουσίας, στον οποίο, μετά από κάθε μεγάλη του πτώχευση, πάντα παρεχόταν μετρητά για να οδεύσει ανέμελος προς την επόμενη, και πάντα διατηρώντας ανέπαφο το εξωφρενικά επιδεικτικό «λάιφ – στάιλ» του.
Και για να προλάβω τους σαρκασμούς για τους απελπισμένους Αμερικανούς, θυμίζω πως μετά τον ανεκδιήγητο Παπανδρέου και τον ακόμα πιό ανεκδιήγητο Σαμαρά, βρέθηκε κάποιος, ναι, ακόμα πιο ανεκδιήγητος στην όμορφη Πατρίδα μας, ο Τσίπρας, για να μας γυρίσει πάλι πίσω, ακόμα πιό απελπισμένους, στους καταστροφείς μας, στο πολιτικό σύστημα του «κληρονομικώ δικαίω» τωρινού πρωθυπουργεύοντος με «πρώτο βιολί» στην κυβέρνησή του τον μπουμπούκο – έτσι, για να κατανοηθεί πλήρως το μέγεθος της δικής μας κατρακύλας πριν κρίνουμε τους φίλους μας στην άλλη ακτή του Ατλαντικού.
Επανέρχομαι στο θέμα: Ο Τραμπισμός είναι η απάντηση ενός πληθυσμού που αισθάνθηκε περιθωριοποιημένος και προδομένος από τις στρατηγικές επιλογές των προηγούμενων δεκαετιών — τόσο των Δημοκρατικών (Κλίντον, Ομπάμα) όσο και των Ρεπουμπλικανών (Μπούς). Η «Ζώνη της Σκουριάς» (Rust Belt) είναι η περιοχή των Βορειο – Ανατολικών και μεσο – Δυτικών ΗΠΑ, που κάποτε αποτελούσε την πανίσχυρη βιομηχανική «καρδιά» της χώρας: Μίσιγκαν, Πενσυλβάνια, Ινδιάνα, Οχάιο, Ουισκόνσιν και Ιλινόις. Προφανώς, οι άνθρωποι εκεί, δεν ψήφισαν τον Τράμπ επειδή πίστευαν στην ηθική του υπεροχή, αλλά επειδή ήθελαν να ρίξουν μια πολιτική χειροβομβίδα στο σύστημα που τους ξεπούλησε. Όχι λογικά δηλαδή, αλλά συναισθηματικά, αντιδραστικά. Και ήταν εκείνες οι πολιτείες – με μοναδική εξαίρεση το Ιλινόις – που υπήρξαν καθοριστικές για την εκλογική επικράτηση του Τράμπ.
Μία υπερδύναμη σε προχωρημένη παρακμή
Η διαδοχή των κυβερνήσεων Κλίντον, Μπους, Ομπάμα και Μπάιντεν μπορεί να ιδωθεί ως μια ενιαία τροχιά θεσμικής και οικονομικής παρακμής. Οι πρώτοι έθεσαν τις βάσεις για τη διάβρωση της μεσαίας τάξης και την περιθωριοποίηση της εργατικής, επιτρέποντας στην χρηματοπιστωτική ασυδοσία να κυριαρχήσει επί της παραγωγικής βάσης της χώρας. Η συρρίκνωση του βιομηχανικού ιστού των ΗΠΑ, αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών των οικονομικών κέντρων, δημιούργησε το κενό που κατέλαβε ο Ντόναλντ Τράμπ. Ο τελευταίος, αντί να ανατρέψει αυτό το μοντέλο, το εργαλειοποίησε για να εδραιώσει έναν προσωποπαγή αυταρχισμό, μετατρέποντας συγχρόνως την πολιτική απογοήτευση σε πολικό διχασμό.
Σήμερα, οι ΗΠΑ, και μαζί της η αποκαλούμενη «Δύση», βρίσκονται σε αδιέξοδο: Χωρίς μια μεταρρυθμιστική τομή ανάλογη με εκείνη του Ρούσβελτ, η πορεία προς την ανισότητα και την κοινωνική αποσάθρωση μοιάζει μη αναστρέψιμη. Οι διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας φαίνεται να εστιάζουν στον έλεγχο των κοινωνικών εκρήξεων αντί στην αντιμετώπιση των αιτιών τους, αγνοώντας το δίδαγμα του 2008: η άρνηση για δομική αυτο-διόρθωση τότε, είναι η βασική αιτία που οδήγησε στη σημερινή κρίση αντιπροσώπευσης. Η δυτική δημοκρατία μοιάζει πλέον με μία άδεια βιτρίνα που ελέγχεται από κάποιους ηλίθιους για λογαριασμό κάποιων παθολογικά άπληστων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αλόγιστη απόπειρα πρόσδεσης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ – που ξεκίνησε με την «πορτοκαλί επανάσταση» του Μαϊντάν το 2014 και κατέληξε στην επικράτηση του Ζελένσκι το 2019 – και η σύγχρονη επίθεση στην Βενεζουέλα αρχικά και στο Ιράν τώρα, μπορούν εύκολα να αναγνωστούν σαν μία απελπισμένη απόπειρα της αμερικανικής ηγεσίας να διαχειριστεί την εσωτερική της κρίση και να την εξαγάγει, επιχειρώντας να ανακτήσει ότι μπορεί από τον παγκόσμιο έλεγχο.
Από την απληστία στην αντικατάσταση μιάς αυτοκρατορίας
Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της μακράς προδοσίας των δυτικών πολιτικών συστημάτων εναντίον των πολιτών τους, δεν είναι μόνο ο εσωτερικός διχασμός της Δύσης, αλλά ο κίνδυνος απόκτησης των «σκήπτρων» της παγκόσμιας ισχύος από την κομμουνιστική Κίνα. Ενώ οι «ελίτ» μας (τρομάρα τους) ιδιοποιούταν και συνεχίζουν να ιδιοποιούνται ζωτικούς δημόσιους πόρους που κατά καμία έννοια δεν τους ανήκουν, το Πεκίνο όρθωσε συστηματικά το δικό του μοντέλο: έναν ιδιότυπο «κρατικό καπιταλισμό» που, αν και αυταρχικός, κατόρθωσε να παράγει απτά αποτελέσματα για τους Κινέζους, εξαλείφοντας την απόλυτη φτώχεια και εξασφαλίζοντας την ισχυροποίηση της χώρας. Στην Δύση, η αμερικανική «Ζώνη της Σκουριάς», οι αποταμιεύσεις των μεσαίων τάξεων, οι δουλειές των εργατικών τάξεων, η κοινωνική ασφάλιση και η δυτική πολιτισμική πρωτοκαθεδρία είναι είτε κατεστραμμένες είτε υπό καταστροφή.
Οι ΗΠΑ, εγκλωβισμένες στις νεοφιλελεύθερες πρακτικές που ξεκίνησαν να εφαρμόζοται επί Κλίντον, έχασαν το παραγωγικό τους πλεονέκτημα. Κι αν θεωρηθεί (κατά την γνώμη μου και σύμφωνα με αρκετά στοιχεία, αυτό δεν ισχύει) πως επί 2ης θητείας Τράμπ άρχισαν να το ανακτούν, χάνουν με πολύ ταχύτερους ρυθμούς το πολύ σημαντικότερο ηθικό τους πλεονέκτημα, το υλικό επάνω στο οποίο χτίζονται και διατηρούνται ιστορικά οι αυτοκρατορίες. Σήμερα, η προσπάθεια ανάσχεσης των αντιπάλων μέσω των γεωπολιτικών εντάσεων που ξεκίνησαν στην Ουκρανία ή στο Ιράν μοιάζει με τις απεγνωσμένες κινήσεις μιας αυτοκρατορίας που αρνείται να παραδεχτεί ότι η πραγματική απειλή δεν βρίσκεται εκτός των τειχών της, αλλά εντός τους, στην απληστία και στην υπεροψία των κάθε λογής ηγεσιών που κατατρώει τα θεμέλιά της επί δεκαετίες.
Η ιστορία είναι αμείλικτη: όταν ένας κυρίαρχος πολιτισμός αρνείται να αυτο – διορθωθεί και να προστατεύσει τους πολλούς από τους λίγους, η παρακμή του γίνεται το λίπασμα για την άνοδο του διαδόχου. Το ότι η Κίνα δεν είναι ακόμα έτοιμη είναι προφανές, αλλά το ίδιο προφανές είναι πως η πορεία προς την επικράτησή της είναι πολύ δύσκολα ανασχέσιμη. Και, απ’ ότι όλα δείχνουν, αυτή η ανάσχεση είναι δυνατή μόνο εφ’ όσον ενεργοποιηθεί και ενωθεί στρατηγικά η Ευρώπη που – παρά τα τεράστια προβλήματά της – παραμένει πολύ πιο λογική πολιτικά (λ.χ. διατηρεί πραγματικά θεσμικά αντίβαρα και κοινωνικά δίκτυα ασφαλείας) απ’ ότι οι σύγχρονες ΗΠΑ. Παραμένει επίσης συλλογικά ισχυρή σε πάρα πολλούς, υποτιμημένους από την σύγχρονη προπαγάνδα στρατηγικούς και παραγωγικούς τομείς.
Σημειώσεις
1. Η NAFTA (North American Free Trade Agreement – Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βορείου Αμερικής) ήταν η διεθνής συμφωνία της 1ης Ιανουαρίου του 1994 που δημιούργησε μια από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο, ενώνοντας τις οικονομίες των ΗΠΑ, του Καναδά και του Μεξικό. Διακηρυγμένος της στόχος ήταν η εξάλειψη των εμποδίων στο εμπόριο και στις επενδύσεις, με τη σταδιακή κατάργηση σχεδόν όλων των δασμών στα προϊόντα που παραγόταν και διακινούταν μεταξύ των τριών χωρών εντός μίας περιόδου 15 ετών. Επιπλέον, εγγυόταν ίση μεταχείριση στους επενδυτές από τις τρεις χώρες, απαγορεύοντας περιοριστικές πολιτικές. Θέσπισε αυστηρούς κανόνες για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (πατέντες, εμπορικά σήματα, πνευματικά δικαιώματα) και μέτρα κατά της βιομηχανικής κλοπής. Καθόρισε επίσημους κανόνες για την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και χωρών, επιτρέποντας σε εταιρείες να ζητούν αποζημίωση αν παραβιαζόταν οι κανόνες της συνθήκης. Περιελάμβανε επιπλέον δύο παράλληλες συμφωνίες για τη διασφάλιση κοινών προτύπων στην εργασιακή ασφάλεια και την περιβαλλοντική προστασία, ώστε να αποτραπεί η μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς ή χαλαρότερους κανονισμούς.
Η NAFTA καταργήθηκε επίσημα την 1η Ιουλίου του 2020, και αντικαταστάθηκε από τη νέα συμφωνία USMCA (United States – Mexico – Canada Agreement). Η USMCA, που διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση Τράμπ, διατήρησε τη δομή της NAFTA αλλά εισήγαγε αυστηρότερους κανόνες για την παραγωγή αυτοκινήτων (ώστε να ευνοηθεί η εγχώρια βιομηχανία των ΗΠΑ) και διεύρυνε την πρόσβαση των Αμερικανικών αγροτικών προϊόντων στην αγορά του Καναδά. Ωστόσο τα μετρήσιμα αποτελέσματά της είναι σαφώς αρνητικά για τις ΗΠΑ – ενδεικτικά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με το Μεξικό εκτοξεύθηκε από τα 101 δισεκατομμύρια δολάρια το 2021 στα 171,5 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024.
2. Μεταξύ άλλων, ήταν κατ’ αρχήν ο Larry Summers: Διετέλεσε Διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου υπό τον Ομπάμα και υπηρέτησε ως Υπουργός Οικονομικών επί Κλίντον. Ήταν ο κύριος δημόσιος υποστηρικτής της κατάργησης του νόμου Glass-Steagall. Ως σύμβουλος του Ομπάμα, κατηγορήθηκε ότι εμπόδισε τη διάσπαση των μεγάλων τραπεζών και την απόδοση ευθυνών στα στελέχη τους. Επίσης, ήταν ο Timothy Geithner, υπουργός Οικονομικών του Ομπάμα (2009-2013). Πριν γίνει υπουργός, ήταν Πρόεδρος της Fed στην Νέα Υόρκη, απ’ όπου επέβλεψε τη διάσωση της Bear Stearns το 2007, αλλά και την κατάρρευση της Lehman Brothers. Θεωρήθηκε ο «άνθρωπος της Wall Street» που επέβαλε την σωτηρία των τραπεζών εις βάρος των αμερικανικών κρατικών ταμείων μέσω του προγράμματος TARP, αντί για την ανακούφιση των δανειοληπτών.
Πετροβούβαλος/Αβέρωφ
Πηγές ενδεικτικά:
MIT Management Sloan School Για το πραγματικό κόστος των διασώσεων των αμερικανικών τραπεζών το 2008
Η αρμόδια επιτροπή της Αμερικανικής Γερουσίας για τον ορισμό της πολιτικής υποκρισίας, το πρόγραμμα HAMP επί Ομπάμα, που, αντί για απευθείας βοήθεια σε 3 – 4 εκατομμύρια δανειολήπτες, έδωσε κρατικές επιδοτήσεις στις τράπεζες για να τροποποιήσουν τα δάνεια κατοικίας.
Public Citizen σκληρή καταγραφή των επιπτώσεων της NAFTA στην βιομηχανία και στην γεωργία των ΗΠΑ μετά από δύο δεκαετίες.
Politifact για τις 4 πιό εντυπωσιακές πτωχεύσεις των επιχειρήσεων του Τράμπ
Παγκόσμια Τράπεζα για την μείωση της φτώχειας στην Κίνα
H εικόνα είναι από το Pinterest








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου