Εις τους Όρθρους των τεσσάρων πρώτων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, αγαπητοί μου, ψάλλεται στην Εκκλησία μας το εξής ωραιότατον, αλλά και βαθύτατον σε νοήματα, εξαποστειλάριον: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με».
Το εξαποστειλάριο αυτό είναι εμπνευσμένο από την παραβολή του Κυρίου που αναφέρεται εις τους γάμους του υιού του βασιλέως. Και εκεί βλέπουμε ότι αφού οι καλεσμένοι απεποιήθησαν την πρόσκλησιν, τότε- και μάλιστα εκακοποίησαν και τους δούλους που τους εκάλεσαν- τότε ο βασιλεύς, που είχε τους γάμους του υιού του, λέγει στους δούλους: «Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί».
Αυτόν, λοιπόν, τον νυμφώνα βλέπει ο ποιητής μας, από τον οποίον, σας είπα, εμπνέεται και ενώ τον επιθυμεί, όμως διστάζει να εισέλθει, γιατί δεν έχει αυτήν την ειδική, του γάμου, στολή. Γι’ αυτό λέγει: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, στολισμένον, αλλά, δυστυχώς, δεν έχω ένδυμα κατάλληλον δια να εισέλθω εις αυτόν. Γι'αυτό, Σε παρακαλώ, για να μην πάθω ό,τι έπαθε εκείνος ο δούλος, ο επισκέπτης, ο καλεσμένος εκείνος, ώστε να μπει χωρίς την κατάλληλη στολή, Σε παρακαλώ, λοιπόν, λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, έλα να μου λαμπρύνεις και να μου στολίσεις και να μου καθαρίσεις την στολήν της ψυχής και έτσι να μπορώ να εισέλθω εις τους γάμους».
Εδώ ομιλεί, τόσο η παραβολή, όσο και ο ποιητής μας περί νυμφώνος. «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω». Τι είναι αυτός ο «νυμφών»; Είναι ο γαμήλιος χώρος. Εκεί που βρίσκεται ο νυμφίος και η νύμφη. Αν θέλετε ακόμη είναι το δωμάτιον, να το πούμε απλοελληνικά η κρεβατοκάμαρα των νεονύμφων. Εδώ είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο «νυμφών». Και, όπως λέγει ο Ζιγαβηνός, είναι η μυστική συνάφεια του Υιού προς την Εκκλησίαν των πιστών. Εκείνη η μυστική συνάφεια. «Μυστική» δεν θα πει κρυφή. Από το «μύστης» και «μυσταγωγία» και «μυστήριον». Εκείνη η ένωσις των πιστών με τον Υιό του Θεού.
Το ίδιο πράγμα τονίζει και ο Απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Εφεσίους: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν». Ποιο μυστήριον; «Ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς Ἐκκλησίαν». Δηλαδή το μυστήριον της ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας, του οποίου μυστηρίου τύπος –μυστήριον- είναι ο γάμος των ανθρώπων. Τύπος - μυστήριον· του μεγάλου μυστηρίου ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας.
Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει στο βιβλίο της «Ἀποκαλύψεως» που βλέπει ακριβώς την Βασιλεία του Θεού σαν ένα δείπνο όπως ο Κύριος λέγει εδώ στην παραβολή: «Μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ Ἀρνίου κεκλημένοι» · δηλαδή οι καλεσμένοι. «Ευτυχισμένοι αυτοί που κλήθηκαν στο δείπνο του Αρνίου».
Αλλά και αυτός ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αποκαλεί τον Ιησούν «Νυμφίον». «Τι άλλο θέλω», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, «παρά να χαρώ. Χαίρομαι. Είμαι ο φίλος του Νυμφίου. Και όταν ο Νυμφίος έχει την νύμφη, εκείνος χαίρεται. Και ο φίλος του Νυμφίου, εγώ, δηλαδή, ο Ιωάννης, είμαι χαρούμενος προς τούτο».
Αλλά και αυτός ο Ίδιος, αγαπητοί μου, ο Κύριος αποκαλεί τον Εαυτόν Του «Νυμφίον». Λέγει σε μια περίπτωση, όταν επέπληξαν τους μαθητάς Του οι Φαρισαίοι, λέγοντας : «Γιατί δεν νηστεύετε; Όπως νηστεύουν οι μαθηταί του Ιωάννου και οι δικοί μας οι μαθηταί;». Τότε ο Κύριος επεμβαίνει και λέγει: «Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ᾿ ὅσον χρόνον μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος;». «Μπορούν», λέγει, «να πενθούν τα παιδιά του Νυμφώνος» -γιατί όλοι εμείς οι πιστοί είμαστε παιδιά του Νυμφώνος- «μπορούν να πενθούν όταν μαζί τους είναι ο Νυμφίος;». «Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν». «Θα ‘ρθουν μέρες που θα φύγει, που θα σηκωθεί, θα φύγει ο Νυμφίος από αυτούς και τότε θα νηστέψουν. Δηλαδή, ενόσω είμαι Εγώ μαζί τους, γιατί να νηστεύσουν; Έχουν καιρό. Θα νηστεύσουν, όταν Εγώ θα φύγω». Είδατε, λοιπόν, εδώ ότι αυτός ο Ίδιος ο Κύριος αποκαλεί και ονοματίζει τον εαυτόν Του Νυμφίον. Βέβαια, εξυπακούεται κάποια νύμφη. Και η Νύμφη αυτή είναι η Εκκλησία.
Εξάλλου αυτό ολόκληρο το βιβλίο του «Ἄσματος Ἀσμάτων» στην Παλαιά Διαθήκη θεωρεί- εκείνο το βιβλίο που αναφέρεται σε εκείνον και σε εκείνη, δεν έχει τι άλλο παρά εκείνον-εκείνη- και γίνεται ένας διάλογος και υπάρχουν γεγονότα ανάμεσα σε εκείνον και εκείνη. Δεν είναι παρά ο Νυμφίος του Ισραήλ, της παλαιάς Εκκλησίας. Δηλαδή, του λαού του Ισραήλ· διότι «ἐκκλησία» ελέγετο. Αλλά εκείνη, ως νύμφη, «νυμφίος» ο Θεός, ο Κύριος του Ισραήλ, «νύμφη» ο λαός του Ισραήλ, αλλά εκείνη η νύμφη ηθέτησεν. Και έτσι ανανεώνει την νύμφη, και δεν είναι παρά αυτή η Εκκλησία.
Και βλέπει κανείς στο βιβλίο «Ἆσμα Ἀσμάτων» να γίνεται όλη αυτή η προβολή του Νυμφίου και της νύμφης. «Κι όλα αυτά», όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ἵνα μάθῃς τοῦ Θεοῦ τὴν κηδεμονίαν (:πόσο φροντίζει ο Θεός για σένα), τὸν πόθον τόν περὶ ἡμᾶς (: πόσο ποθεί για μας, πόσο μας αγαπά), τῶν πραγμάτων τὴν φαιδρότητα ὡς οὐδὲν λυπηρὸν ἔχειν, οὐδὲν σκυθρωπόν, ἀλλὰ πάντα χαρᾶς γέμει πνευματικῆς (: αυτός ο Νυμφώνας είναι γεμάτος από χαρά πνευματική, δεν υπάρχει εκεί τίποτα το θλιβερόν, το σκυθρωπόν, όλα εκεί είναι χαρούμενα, να δεις πόσο μας αγαπά ο Θεός)».
Και λέγει ο ποιητής, ο συντάκτης αυτού του εξαποστειλαρίου: «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». Βλέπει; Πώς τον βλέπει; Δια των Γραφών και δια της πίστεως. Όταν μελετάει τις Γραφές, εκεί έχει την αίσθησιν του Νυμφώνος. Θα χρησιμοποιήσω αυτήν την ωραία λέξη, το ωραίο ρήμα που ακούσαμε προ ολίγου στο τροπάριο της Κασσιανής: «Αἰσθομένη», λέγει, «την θεότητά Σου»· δεν μπορούσε να την βλέπει διότι ο Θεός δεν βλέπεται, ούτε οράται, ούτε ψηλαφάται- μόνο η ανθρωπίνη φύσις ήτο ορατή και ψηλαφητή- «όμως εκείνη, η γυναίκα η πόρνη που Σου ‘πλυνε, Κύριε, τα πόδια με τα μύρα και τα δάκρυα, αἰσθομένη Σου την θεότητα –ένιωσε, αισθάνθηκε· αυτό το «αισθάνομαι», είναι ακριβώς που παίρνει ο άνθρωπος κάτι σαν αίσθημα, κάτι που ανήκει εις τον χώρο του βιώματός του, όταν μελετάει τις Γραφές. Γιατί έρχεται το Πνεύμα του Θεού να τονίσει αυτήν την αίσθησιν. Και υπάρχει και η πίστις. Και έτσι, και δια των Γραφών και δια της πίστεως ο ιερός υμνογράφος βλέπει τον Νυμφώνα όπως τον βλέπει και κάθε πιστός. Έτσι, βλέποντας τον Νυμφώνα, γεννάται ο πόθος της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννάται ο πόθος οράσεως του προσώπου του Ιησού Χριστού.
Και αυτό το «βλέπω» που λέγει ο ιερός υμνογράφος είναι καθημερινό· που κάνει τον κάθε πιστό να σηκώνει τα μάτια ψηλά στον ουρανό και να επιθυμεί τους εκεί χώρους. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε», λέγει ο ιερός συγγραφεύς της προς Εβραίους επιστολής, «μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Δεν έχουμε εδώ πατρίδα, αλλά την μελλοντική επιζητούμε, εκείνη που θα έρθει». Γι'αυτό ο ίδιος λέγει λίγο πιο πάνω: «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι (:Εκείνοι που έτσι εμφανίζονται, εκείνοι που έτσι μιλούν, προφανώς δείχνουν ότι γυρεύουν πατρίδα)». Και η πατρίδα είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ο Νυμφών. Είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ορατή η Βασιλεία του Θεού. Είναι εκεί. Εδώ είναι ορατή η Βασιλεία του Θεού ως Εκκλησία.
Προσέξατε την παραβολήν, ότι «ἐκλήθησαν», λέγει, «ἀγαθοί καί πονηροί». Έπρεπε, όμως, να καθαριστούν για να μπουν όλοι μέσα εις τον Νυμφώνα. «Ἀγαθοί καί πονηροί». Γι'αυτό μέσα στην Εκκλησία, την ιστορική τώρα Εκκλησία, θα λέγαμε την ιστορική Βασιλεία του Θεού, αυτή που είναι μέσα στην Ιστορία, βλέπει κανείς αυτά που βλέπει και που δεν πρέπει να σκανδαλίζεται. Αν γνωρίζει καλά πώς είναι τοποθετημένη η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Μαζεύει και τους αγαθούς και τους πονηρούς.
Σας θυμίζω εκείνο που λέγει ο Κύριος σε μια από τις παραβολές που θέλει να δείξει την Βασιλεία Του πάνω στη γη. «Πώς», λέγει, «να παρομοιάσω την Βασιλεία του Θεού; Με μία σαγήνη, με ένα δίχτυ, που πιάνει ψάρια καλά και όχι καλά. Και σαπρά, όχι καλά, δευτέρας ποιότητος. Πέφτει το δίχτυ μέσα στη θάλασσα του κόσμου, πιάνει ψάρια. Σύρονται τα ψάρια εις την ξηράν. Εκεί γίνεται η διαλογή». Μη μας σκανδαλίζει, αγαπητοί μου, το ότι μέσα στην Εκκλησία, από τους κληρικούς μέχρι τους λαϊκούς, που υπάρχει αυτή η φοβερή διαφοροποίηση ποιότητος. Μη μας σκανδαλίζει. Θα έρθει η ημέρα των λογαριασμών. Θα έρθει η ημέρα της διαλογής.
Και πώς βλέπει εδώ ο ποιητής τον Νυμφώνα του Σωτήρος; «Κεκοσμημένον». Δηλαδή, στολισμένον. Είναι όλα εκείνα τα στολίδια της πόλεως του Θεού που βλέπει ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης και καταγράφει –εν οράματι βλέπει- και καταγράφει εις το βιβλίον της «Αποκαλύψεως». Είναι όλη η δόξα του Χριστού. Είναι όλος ο πλούτος των αρετών, της αγιότητος των αγίων. Είναι η απέραντη ευφροσύνη των κατοίκων της πόλεως του Θεού. Είναι το μέγα στολίδι της αιωνίου ζωής. Εκείνο που τόσο ποθεί ο άνθρωπος: «Γιατί να πεθαίνω; Γιατί να πεθαίνω; Και να πεθαίνω τόσο άθλια;»· που ο καθένας να αισθάνεται τα τέλη του- τα βιολογικά τουλάχιστον- αν όχι τα πνευματικά. Τα βιολογικά του τέλη ποια μπορεί να είναι και πώς μπορεί να είναι… Έτσι εκεί βλέπει το μεγάλο αυτό στολίδι της αιωνίου ζωής: Δεν υπάρχει εκεί ο θάνατος, ούτε η θλίψις, ούτε η παροδικότης, ούτε ό,τι άλλο συνοδεύει τον επίγειον αυτόν θάνατον· και η ματαιότητα. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί.
Και βλέπει κεκοσμημένον τον Νυμφώνα ο ιερός ποιητής, αλλά αναφωνεί και λέγει: «Καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ». «Δεν έχω ένδυμα να μπω μέσα εις αυτόν». Δηλαδή βλέπει ότι εκείνος ο χώρος είναι ένας σπουδαίος, που απαιτεί κάποιο ειδικό ένδυμα, που εκείνος που μπήκε –από την παραβολή τώρα- χωρίς να έχει αυτό το ειδικόν ένδυμα, ετιμωρήθη πολύ σκληρά. Φοβείται μεν ο ιερός συντάκτης και λέγει ότι επιθυμεί μεν να εισέλθει, αλλά στερείται του καταλλήλου ενδύματος.
Τι είναι αυτό το «ένδυμα του γάμου»; Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἔνδυμα; Βίος ἐστὶν καὶ πρᾶξις». Αυτό είναι το ένδυμα. Ο βίος και η πράξις. Πώς ζεις. Ποια είναι ο βίος σου και η πολιτεία σου. «Ἔστιν δὲ τοῦτο, βίος καθαρὸς καὶ λαμπρός», λέγει ο Ζιγαβηνός. «Τρόπον χιτῶνος ὑφυφασμένος ἐξ ἀρετῶν». Τι είναι αυτό το ένδυμα; Είναι λέγει ο καθαρός και λαμπρός βίος. Είναι ένας τρόπος που ο χιτώνας αυτός είναι υφασμένος με αρετές. Και λέγει ο ίδιος αρνητικά: «Οὐκ ἔνδυμα δὲ γάμου; Βίος ρυπαρὸς καὶ ἀκάθαρτος». Ποιο είναι εκείνο το «Δεν έχω ένδυμα γάμου»; Είναι ο ρυπαρός βίος. Είναι ο ακάθαρτος βίος.
Ο Αδάμ, αγαπητοί μου, στον Παράδεισον είχε και φορούσε τον χιτώνα της θεώσεως. Γι'αυτό «οὐκ ἠσχύνετο» –το τονίζει ιδιαιτέρως αυτό η Γραφή- «δεν ήτο γυμνός· ήτο περιβεβλημένος την θεία δόξα». Αλλά όταν ημάρτησε, εξεδύθη αυτόν τον χιτώνα της θεώσεως. Κι έμεινε γυμνός. Τότε αντελήφθη ότι είναι γυμνός. Όχι ότι κάτι άλλαξε, θα λέγαμε, κάτι άλλαξε -ναι· ήταν ντυμένος και έμεινε γυμνός. Αν κάποια στιγμή, για συλλάβετέ το αυτό, είμεθα όλοι ντυμένοι, κάποια στιγμή κάνετε μια σκέψη και πείτε, δεν ξέρω γιατί και πώς μπορούμε να το πούμε αυτό: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Σ’ αυτό το, σ’ αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Μας προκαλείται ένας φόβος, μια ντροπή: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Αγαπητοί μου, ο Αδάμ ήταν ντυμένος· με την θεία δόξα. Όταν όμως την έχασε μόλις αμάρτησε, τότε ντύθηκε με τον δερμάτινο χιτώνα· ο οποίος «χιτών» είναι η α-λογία. Η α-λογία. Άλογος. Γιατί τι είναι ο χιτών ο δερμάτινος; Από ένα ζώο… Ντύθηκε, λοιπόν, την α-λογία. Όχι δηλαδή την ελ-λογία. Είχε την ελ-λογία. Την έχασε και απέκτησε την αλογία.
Στο βάπτισμα ξαναπήραμε την παλιά μας στολή. Θυμηθείτε την παραβολή του Ασώτου Υιού που λέει «Φέρατε την στολήν την πρώτην». Αυτή είναι η στολή η πρώτη. Αυτή που φορούσε ο Αδάμ πριν αμαρτήσει και τώρα ξαναέρχεται αυτή η στολή με το βάπτισμα. Και αυτήν την στολή, την πρώτη, που την πήραμε όλοι, κάποια στιγμή –τι τραγικό για μας!- την ξαναλερώσαμε. Και την λερώνομε διαρκώς! Γι'αυτό ο ιερός συντάκτης λέγει: «Πώς να μπω; Επήρα καθαρό χιτώνα στο βάπτισμα, αλλά τον ξαναλέρωσα τον χιτώνα μου, τον ξαναβρώμισα τον χιτώνα μου»· κι έτσι βλέποντας εκείνον τον κάποιον της παραβολής και φοβάται, αισθάνεται να μιλάει πολύ έντονα ο Κύριος του δείπνου: «Ἑταῖρε -φίλε-, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;». Η τιμωρία δε: «Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Είναι η κόλασις.
Γι'αυτό ο ιερός ποιητής λέγει: «Κύριε, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, «έλα να με καθαρίσεις· αφού ο πόθος της εισόδου υπάρχει, τότε καθάρισέ μου, Κύριε, την ψυχήν, έλα να με καθαρίσεις» –τούτο σημαίνει: «Βοήθησέ με να μετανοήσω». Είναι το δεύτερον βάπτισμα. Εκείνον τον χιτώνα τον άρρυπον που πήραμε στο βάπτισμα μπορούμε να τον στέλνομε στο καθαριστήριον που λέγεται «μυστήριον Ιεράς Εξομολογήσεως». Αυτή είναι η φιλανθρωπία του Θεού· και μόνον εάν εγίνετο αυτή η ανάκλησις από τον αρχαίον Αδάμ, με μόνο το βάπτισμα, χωρίς να υπάρχει άλλη ανάκλησις, θα λέγαμε ότι ο Θεός θα ήταν γεμάτος και σοφία και αγάπη.
Αλλά εδώ βλέπει κανείς το βάθος της αγάπης του Θεού. Ξέρει ότι έχουμε αδυναμία. Εβαπτίσθημεν, αλλά είμεθα αδύναμοι. Είναι εκείνο που είπε ανασταίνοντας την κόρη του Ιαείρου: «Δώσατέ της να φάει. Γιατί ανεστήθη, αλλά πρέπει να φάει, για να δυναμώσει».
Ο άνθρωπος, λοιπόν, δέχεται τον παλαιόν χιτώνα, την πρώτη στολή, αλλ’ είναι αδύναμος. Πρέπει να σταθεί στα πόδια του. Μέχρι που να σταθεί, πόσες φορές θα ρυπάνει τον χιτώνα του βαπτίσματος… Γι΄αυτό, λοιπόν, έδωκε η αγάπη του Θεού το δεύτερον βάπτισμα, το διαρκώς και διαρκώς και διαρκώς επαναλαμβανόμενον, το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως. «Σου ζητώ, Κύριε», ως να λέγει ο ποιητής, «βοήθησέ με να μετανοήσω. Βοήθησέ με, με τα δάκρυα της μετανοίας σαν άλλη κολυμβήθρα να μπορέσω να αποπλύνω αυτόν τον χιτώνα της ψυχής. Να τον λαμπρύνω με τη μυστηριακή ζωή. Να έχω μία διαρκή νήψι. Νήψι. Ήτα -περισπωμένη -γιώτα. Από το ‘’νήφω’’· που θα πει, κατ’ επέκτασιν, έχω καθαρό –η αρχική σημασία είναι εγκρατεύομαι από το κρασί- έχω καθαρό νου και καθαρή καρδιά. Να ‘χω μια διαρκή νήψη. Κάθε μου πράξη να την διαποτίζει η αγάπη. Να μην είναι οι αρετές πράγματα ξεκάρφωτα. Ποτισμένες όλες από την αγάπη, για την αγάπη Σου. Να είναι κάτι που ξεκινάει από Σένα». Κι αυτό το έργον είναι αφενός μεν έργον της θείας χάριτος, αφετέρου δε έργο δικό μας, έργο του κάθε πιστού. Αν δεν ήταν έργο του κάθε πιστού, τότε γιατί εδέχθη τον έλεγχον εκείνος ο καλεσμένος της παραβολής που του είπε: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ και δεν έχεις χιτώνα γάμου;»;
Και αποτείνεται και τελειώνοντας ο ποιητής το ποίημά του στον Κύριον και Του λέει: «Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με». Λέγεται ο Χριστός «φωτοδότης», γιατί; Γιατί Αυτός δίδει το άκτιστον Φως στους πιστούς, εκείνοι που είναι άξιοι. Μην ξεχνάμε ότι στην Βασιλεία του Θεού –αλήθεια, το σκεφτήκατε;- όταν θα αναστηθούμε, για να δείτε πώς έχουν τα πράγματα, θα αναστηθούν τα παλιά μας, αλλά ανακαινισμένα πια σώματα. Αυτά τα σώματα θα φορούν ρούχα; Το σκεφτήκατε; Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του δεν φορούσε ρούχα. Εξάλλου, έμειναν στο μνημείον. Αλλά στα μάτια των μαθητών και του κόσμου που Τον είδαν, Τον είδαν με ρούχα. Ο Χριστός δεν φορούσε πια ρούχα. Και στη Βασιλεία του Θεού δεν θα φοράμε ρούχα. Τα ρούχα μας, τα ιμάτια αυτά είναι ένα μεταπτωτικό στοιχείο. Στη Βασιλεία του Θεού όταν θα αναστηθούμε θα φοράμε εκείνη την θεία δόξα που είχε ο Αδάμ μέσα εις τον Παράδεισον. Γι’ αυτό λέγεται Φωτοδότης, θα δώσει αυτή την δόξα και θα είμεθα ντυμένοι με αυτήν την δόξα, και είναι αυτή η θέωσις. Και η θέωσις είναι τεκμήριον της σωτηρίας. Σωτηρία δε και θέωσις δίνεται μόνον από τον Χριστόν-γι'αυτό και ονομάζεται «Σωτήρ» και «φωτοδότης».
Αγαπητοί μου. Δυο πράγματα πρέπει να βλέπει ο κάθε πιστός. Πρώτον· τον Νυμφώνα του Χριστού, που είναι η Βασιλεία Του και δεύτερον, τον ρυπαρό του χιτώνα, που δεν είναι παρά μια βαθιά, βαθιά αυτογνωσία του ρυπαρού του βίου. Το πρώτο θα είναι ένα διαρκές κίνητρο, το να βλέπει τον Νυμφώνα, για να διορθώνεται το δεύτερο, δηλαδή ο ρυπαρός βίος. Και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση της ελπίδος, ότι θα προσπαθήσομε, θα παρακαθίσομε κάποτε σε εκείνο το μακαριστό δείπνο της Βασιλείας του Θεού, ότι θα εισέλθομε εις τον Νυμφώνα του Χριστού που είναι η αιωνία ένωσίς μας με Εκείνον. Βλέπομε ότι η ιερά υμνωδία της Εκκλησίας μας μας δίδει διαρκώς κίνητρα αληθινής σωτηρίας.
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια της ομιλίας:








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου