Γράφει ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης – Αμφικτύων
Τα σπίτια παλιώνουν,
με τον χρόνο στοιχειώνουν·
μάταια να τα επισκευάσεις —
πόσο ακόμη θα κάτσεις;
Όπως ο νοικοκύρης τους κι εκείνα,
που κάποτε άνθιζαν σαν κρίνα,
τώρα, μαζί του, ρυτιδιασμένα,
χαλαρωμένα και σκεβρωμένα
Μάταια πια να τα συντηρήσεις·
ποιος γόνος σου εκεί να κατοικήσει;
Κατάντησαν πια παλαιοπωλεία,
στοίβες μνήμης και τα βιβλία·
σπίτι – μουσείο·
πώς να πετάξεις του παιδιού σου το βραβείο;
Σαν να πετάς τον ίδιο σου τον βίο,
σαν να αρνείσαι το θείο·
κι όμως, μια μέρα, όλα θα χαθούν
σαν αστρόσκονες στο σύμπαν θα πετούν
Έφυγαν οι αυλές και τα σπίτια τα μόνα,
ήρθαν κουτιά — πολυκατοικίες με τα χρόνια·
κι αυτές γερνούν, κι αυτές φθαρμένες,
κι οι ακτές γεμίζουν βίλες ξεχασμένες.
από το Δοξιάδη σχεδιάστημε— μα δεν εισακούστηκε,
η ασχήμια συνέχισε και δεν σταμάτησε.
Ξεθωριάζουν κι’ οι φιλίες φρούδες
σπάνε σαν τις φυσαλίδες
Καμιά φιλία δεν έμεινε ζωντανή,
μόνο η συγγένεια, γνώριμη, θαλπωρή
Νέοι «φίλοι» — γιατροί και νοσοκομεία,
παρηγοριά πικρή σε άδεια κοινωνία·
ανθεκτικές μόνο οι ελπίδες
τριγυρνούν σαν τις πεταλούδες.
Οι φίλοι λιγοστεύουν, χάνονται σιωπηλά,
μα το σπίτι γεμάτο — ζωή και παλιά·
κι όπου κι αν πας, θα το ζητάς νοσταλγικά
αυτό που σου έδωσε ψυχή και καρδιά.
Τώρα όλα γρήγορα παλιώνουν —
κι αν εσύ δεν αλλάζεις, τα κύματα σε κουκουλώνουν.
Υπερήλικες άλλης εποχής,
στέκουν ακόμη όρθιοι, ανθεκτικοί·
κι ενώ θα ’πρεπε στάχτη να ’χουν γίνει,
άλλοι φεύγουν νωρίτερα , στης άσφαλτου τη δίνη.
Αν τον Ρουβίκωνα των ενενήντα περάσεις,
τον αιώνα κοιτάς — κι ίσως τον φτάσεις·
με μέτρο στο φαγητό και στο βήμα,
με σκέψη ήρεμη, χωρίς κύμα και κρίμα
Η νέα τεχνολογία τα γηρατειά κουράζει —
πώς να μάθει ψηφιακά που η οθόνη προστάζει;
κι αν δεν μπορεί, τον πετούν σαν σκιά στην μπάντα
απομονωμένα τα γηρατειά για πάντα
Παιδιά άλλης εποχής, άλλης ζωής εκείνοι
πιο φυσικής, πιο απλής με πειθαρχία και ευθύνη
χάθηκε η αθωότητα, ο ρομαντισμός και η ουσία
το μέτρο, την ευπρέπεια και τον πατριωτισμό
αντικατέστησε η βία
Μα η προσδοκία ποτέ δεν πεθαίνει —
και ο πόλεμος προβάλλει και πάλι ανασαίνει·
η αλλαγή σαν χείμαρρος κυλά
και τα πάντα μαζί της παρασέρνει ορμητικά.
Κι εσένα αλλάζει χωρίς να το νιώσεις,
ώριμο σ ’έκανε σου πήρε τη νιότη
η μοίρα σιωπηλά σε οδηγεί και εσένα
στης ειμαρμένη της τράτα τα πάντα πορεύονται αγκαλιασμένα
Σαν μεγαλώσεις — και παιδιά αποκτήσεις,
τότε τον χρόνο βαθιά θα εννοήσεις ·
όλα τρέχουν, όλα παλιώνουν,
σε μουσεία οι εποχές τελειώνουν
Ό,τι χθες ήταν μόδα, σήμερα σβήνει,
σαν ρόδο που ανθίζει και γρήγορα κλείνει·
κι εσύ τρέχεις — μα τι να προλάβεις;
ουδείς το χρόνο μπόρεσε να τον δαμάσει.
Ποτέ δεν διερωτήθηκες δεν μπήκες σε σκέψη
Μπρος στην αιωνιότητα ο χρόνος σου τι σχέση έχει;
για ποιο σκοπό έχεις έρθει στη ζωή;
και στο άπειρο τι εκπροσωπείς;
Κι οι πόλεμοι παλιώνουν — και σαν Κρόνοι ξαναγεννιούνται,
νέα όπλα στον κόσμο πουλιούνται·
στα εργαστήρια τελειοποιούνται,
τα παλιά και τα νέα το ίδιο σκοτώνουν
και από τις θρησκείες ευλογούνται
Και οι πολεμοκάπηλοι τρελά τα οικονομούν
Κι ο στοχαστής, μόνος πια προχωρεί,
με στεντόρεια φωνή
Στοπ στον πόλεμο ισλαμιστές, εβραίοι και χριστιανοί.
Και η δημοκρατία γερνά και λυγίζει,
η φωνή του λαού αχνά μόνο αντηχεί·
μα ο λαός επιμένει — ακόμη ελπίζει,
πως κάποτε η δύναμη του θα ακουστεί.
Οι φωτογραφίες ξεθωριάζουν στο φως,
οι μνήμες μπερδεύονται σαν παλιός ιστός·
το σέβας χάνεται, η ντροπή σιωπά,
κι ο καθένας μόνος του νόμους κρατά.
Παλιώνουν οι θρησκείες — μα αξίες μένουν,
ήθη και γιορτές τον κόσμο δένουν·
μα χωρίς μέτρο, χωρίς αρμονία,
έρχεται πόλεμος — φέρνει μελαγχολία
Τύμπανα πολέμου και καχυποψία
Ποιος θα σταματήσει την κερδοσκοπία;
Τέρας έγινε πριν καν αρχίσει,
των λαών τα σωθικά έχει καταβροχθίσει.
Κι όμως — όλα γερνούν, μα όχι η Ευρυβία·
με νέκταρ τρέφεται η κομματοκρατία·
λόγια τα ίδια, πληγές βαθιές,
και η αλήθεια χάνεται σε σκιές.
Τα μέσα κρατούν των μαζών το νου,
και φέρνουν καταιγίδες παντού·
οι ιδεολογίες σαν θύελλες περνούν,
και πίσω τους ερείπια αφήνουν πριν εξαφανιστούν.
Κι οι μεγάλες δυνάμεις γερνούν κι αυτές,
σεισμοί γεωπολιτικοί, φέρνουν ανατροπές·
νέοι λαοί αναδύονται στη γη,
κι οι παλιοί χάνονται στην αλαζονεία και ενοχή.
Μόνο ένα δεν γερνά — η πατρίδα η γλυκιά, Η ΕΛΛΑΣ
όρθια στέκει σε κάθε συμφορά
κι όταν ο άνεμος άγριος φυσά,
εκείνη ενώνεται πανστρατιά ·
και ο Ελληνικός πολιτισμός σαν δροσερός βασιλικός
αείζωος και διαχρονικός μοσχοβολά
(29/3/26)
http://www.amphiktyon.blogspot.com








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου