1 Νοεμβρίου 2026

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ. Ενα βιβλίο του καθηγητού Μεσαιωνικού Ελληνισμού Σέργιου Ι.Β. Χρυσολωρά

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γιατί γράφτηκε αυτό το βιβλίο
 
Ὅταν ἤμουν παιδί, δέκα ἢ ἕντεκα χρονῶν, πήγαινα συχνὰ στὸν κινηματογράφο. Ἑλληνικὸ κατὰ προτίμηση, γιατί δὲν μποροῦσα ἀκόμη νὰ περπατήσω μόνος· κάποιος ἔπρεπε νὰ μὲ κρατᾶ ἀπὸ τὸ χέρι. Τότε τὸ ἑλληνικὸ σινεμὰ ἦταν πραγματικὰ ἑλληνικό.
 
Γύριζε γύρω ἀπὸ τὴν κοινωνία ὅπως τὴν ζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι: μὲ τὴν ἠθική της, τὶς ἀντιφάσεις της, τὰ ἤθη καὶ τὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς. Μιὰ γλώσσα λαϊκή, ζωντανή, συχνὰ σπαρταριστή, ποὺ δὲν χρειαζόταν τὴ χυδαιότητα γιὰ νὰ γεννήσει τὸ γέλιο ἢ τὴ συγκίνηση. Ὁ θεατής, καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὸ παιδί, μποροῦσε νὰ παρακολουθήσει μιὰ ταινία χωρὶς ἐκεῖνο τὸ ἀδιάκοπο κυνήγι τῆς πρόκλησης ποὺ σημαδεύει μεγάλο μέρος τῆς σημερινῆς παραγωγῆς.
 
Κι ἐκεῖ, μέσα σ’ ἐκεῖνες τὶς ταινίες, ἄκουγα ξανὰ καὶ ξανὰ μιὰ παράξενη λέξη. Ρωμιός.
 
Τὴν ἔβλεπα ἀκόμη καὶ στοὺς τίτλους: «Ὁ Ρωμιὸς ἔχει φιλότιμο», «Κορόιδο Ρωμιέ», «Μιὰ ρωμαίϊκη καρδιά».
 
Τὴν ἄκουγα στὶς ἀτάκες: «Μίλα ρωμαίϊκα, ρε παιδάκι μου». «Ἔχει πέραση στὴν Εὐρώπη ὁ Ρωμιός». «Ἐγὼ εἶμαι Ρωμιὸς κι ἐσὺ Ἐγγλέζα, χωριὸ δὲν κάνουμε». «Νὰ σοῦ πῶ, ἀρμένικο ἢ ρωμαίϊκο θὰ ’ναι τὸ γλέντι;
 
Τὴν ἄκουγα ἀκόμη καὶ στὰ τραγούδια. Ρωμιός. Ρωμιά. Ρωμαίικα. Ρωμιοσύνη. Καὶ τὸ παράδοξο ἦταν ὅτι ἡ λέξη αὐτή, ἐνῷ δὲν ἤξερα ἀκριβῶς τί σήμαινε, μοῦ ἦταν τρομερὰ οἰκεία! Σὰν νὰ τὴν ἤξερα προτοῦ νὰ τὴ μάθω!
 
Ἡ περιέργεια δὲν ἄργησε νὰ ξεπηδήσει απ’ το στόμα μου. Κάποια μέρα, ξεμόναχιασα τὴ δασκάλα μου, τὴν κυρὰ Ἔφη — Θεὸς σχωρέσ’ την.
«Κυρία, τί θὰ πεῖ Ρωμιός;»
Μὲ κοίταξε ξαφνιασμένη.
«Ποῦ το ἄκουσες αυτό παιδί μου;»
«Στὸ σινεμά. Πήγαμε καὶ εἴδαμε τὸν Παπαφλέσσα. Καὶ “Ρωμιοσύνη” μαζί. Γιατί ὁ Κολοκοτρώνης εἶπε “ὁλάκερη Ρωμιοσύνη” καὶ ὄχι “Ἑλληνοσύνη”; Ἀλλὰ τὸ ἀκούω καὶ σὲ ἄλλες ταινίες, μὲ τὸν Ξανθόπουλο, τὸν Ρίζο, τὸν Παπαγιαννόπουλο…»
 
Ἡ κυρὰ Ἔφη μὲ κοίταξε γιὰ λίγο, μὲ χάιδεψε στὸ κεφάλι καὶ μοῦ ἔδωσε τὴν ἁπλούστερη καὶ, ὅπως ἀποδείχθηκε πολλὰ χρόνια ἀργότερα, σοφότερη ἀπάντηση:
«Θὰ μάθεις ὅταν μεγαλώσεις».
 
Παραξενεύτηκα.
 
Τὸ ἴδιο βράδυ πῆγα στὴ γιαγιά μου. Ἦταν πρόσφυγας ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία.
«Γιαγιά, τί θὰ πεῖ Ρωμιός;»
Καὶ ἐκείνη δὲν χρειάστηκε νὰ σκεφτεῖ οὔτε στιγμή.
«Ρωμιός, ἀγγελούδι μου, εἶναι τὸ ὄνομά μας. Εἴμαστε Ρωμιοὶ κι ἀποδιωγμένοι… ἀπὸ Τούρκους, ἀπὸ Φράγκους… Ἔτσι μᾶς ἔλεγαν τότε. Κι ἔτσι λεγόμασταν: Ρωμιοί. Γιατί εἴχαμε κάποτε ἕνα μεγάλο κράτος ποὺ τὸ λέγανε Ρωμανία, ἀλλὰ ὁ Θεὸς μᾶς τιμώρησε γιὰ τὶς ἀποκοτιές μας καὶ τὴ χάσαμε… Ἕλληνες ἦταν οἱ παλιοί, οἱ Γραικοί… Ὅταν χτίσαμε τὴν Πόλη γίναμε πιὰ Ρωμιοί. Ἀνεβήκαμε σκαλοπάτι γιατί γίναμε Χριστιανοί…»
 
Δὲν κατάλαβα τότε τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε. Πῶς μποροῦσα ἄλλωστε; Ἤμουν ἕνα παιδὶ δέκα ἕντεκα χρονῶν. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κατάλαβα, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνο ποὺ ἔνιωσα, ἦταν ὅτι ἡ λέξη «Ρωμιός» ἔκρυβε μέσα της κάτι πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ μιὰ παλιὰ ὀνομασία. Ἡ γιαγιὰ δὲν μοῦ εἶχε δώσει μόνο ἕναν ὁρισμό. Μοῦ εἶχε παραδώσει μιὰ μνήμη. Καὶ τὸ παράξενο ἦταν ὅτι αὐτὴ ἡ μνήμη ἔμοιαζε νὰ εἶναι καὶ δική μου.
«Δηλαδή, γιαγιά, δὲν εἴμαστε Ἕλληνες;»
 
Μὲ κοίταξε μ’ ἐκεῖνο τὸ ζεστό βλέμμα τῶν παλιῶν ἀνθρώπων ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν περάσει τὴ ζωή τους μέσα σὲ πανεπιστημιακὲς βιβλιοθήκες, ἀλλὰ κουβαλοῦσαν ἐπάνω τους ἕνα βιβλίο πολὺ βαρύτερο. Τὴ ζωή.
«Καὶ Ἕλληνες εἴμαστε, ἀγγελούδι μου. Μὰ Ρωμιοὶ λεγόμαστε. Ἔτσι μᾶς ξέρει ὁ κόσμος ἀπὸ παλιά».
 
Ἡ ἀπάντηση, ἀντὶ νὰ λύσει τὴν ἀπορία μου, τὴ μεγάλωσε. Καὶ Ἕλληνες καὶ Ρωμιοί; Πῶς γινόταν αὐτό; Κι ἂν «Ρωμιός» ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἄλλος τρόπος νὰ πεῖς «Ἕλληνας», γιατί ἡ δασκάλα μου δὲν μοῦ τὸ εἶχε πεῖ τόσο ἁπλά; Καὶ γιατί ἡ γιαγιά, ὅταν πρόφερε τὴ λέξη Ρωμιός», ἄλλαζε ἡ φωνή της; Διότι δὲν τὴν ἔλεγε σὰν ἐθνικότητα. Τὴν ἔλεγε σὰν πατρίδα.
 
Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βράδυ μιὰ μικρὴ ἀπορία ἐγκαταστάθηκε μέσα μου καὶ ἀρνήθηκε πεισματικὰ νὰ φύγει. Δὲν ἤξερα ἀκόμη ὅτι θὰ μὲ συνόδευε γιὰ δεκαετίες. Δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ ὅτι ἐκείνη ἡ παιδικὴ ἐρώτηση, εἰπωμένη σχεδὸν τυχαῖα, ὕστερα ἀπὸ μιὰ κινηματογραφικὴ ταινία, θὰ γινόταν κάποτε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἱστορικὰ ἐρωτήματα τῆς ζωῆς μου!
 
«Τί θὰ πεῖ Ρωμιός;»
 
Πέρασαν τρία-τέσσερα χρόνια. Ἤμουν πιὰ δεκατεσσάρων καὶ εἶχα ἀρχίσει νὰ μπουχτίζω ἀπὸ τὰ παιδικά μυθιστορήματα. Ἤθελα κάτι διαφορετικό. Κάτι ποὺ νὰ μὴν μοῦ μιλάει πιὰ σὰν νὰ ἤμουν παιδί. Καὶ τότε ἔπεσε στὰ χέρια μου ἕνα βιβλίο-δυναμίτης.
«Ὁ Χριστὸς Ξανασταυρώνεται» τοῦ Νίκου Καζαντζάκη.
 
Δὲν ἤμουν προετοιμασμένος γι’ αὐτὸ ποὺ θὰ διάβαζα. Ὁ Καζαντζάκης ἦταν ἀνελέητος. Ἡ γλώσσα του, οἱ χαρακτῆρες του, ἡ σκληρότητα, ἡ πίστη, ἡ ἁμαρτία, ἡ ὑποκρισία, ἡ ἐξουσία, ἡ φτώχεια, ἡ ἀνθρώπινη μικρότητα καὶ τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο ἔπεφταν ἐπάνω στὸν δεκατετράχρονο ἀναγνώστη χωρὶς προστατευτικὸ δίχτυ. Ἦταν ἴσως ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἀντιλαμβανόμουν ὅτι ἕνα βιβλίο δὲν ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ σοῦ διηγηθεῖ μιὰ ἱστορία. Μπορεῖ νὰ σὲ ἁρπάξει ἀπὸ τὸν γιακὰ καὶ νὰ σὲ ἀναγκάσει νὰ κοιτάξεις ἕναν κόσμο κατάματα.
 
Κι ὅμως, μέσα σὲ ὅλο ἐκεῖνο τὸ σοκ, ὑπῆρχε μία λέξη ποὺ μὲ χτυποῦσε στὸ στῆθος σὰν γροθιά. Ρωμιοί! Πάλι αὐτὴ ἡ λέξη! Ὁ Τοῦρκος ἀγὰς τὴν ἐπαναλάμβανε συνεχῶς. Ρωμιοί! Ρωμιοί! Ρωμιοί!
 
Καὶ μέσα στὶς σελίδες ἐμφανιζόταν κάποτε καὶ μιὰ ἄλλη ὀνομασία: Γιουνάνηδες.
Σταμάτησα. Κάτι δὲν καταλάβαινα. Ποῦ ἦταν ὁ Ἕλληνας; Γιατί αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἐγὼ γνώριζα ὡς Ἕλληνες, μέσα στὸν κόσμο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν Ρωμιοί; Γιατί ὁ Τοῦρκος τοὺς γνώριζε μ’ αὐτὸ τὸ ὄνομα; Καὶ τί ἦταν πάλι ἐκεῖνο τὸ «Γιουνάνηδες»;
 
Ἦταν διαφορετικὰ ὀνόματα τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου; Σήμαιναν τὸ ἴδιο; Κι ἂν σήμαιναν τὸ ἴδιο, τότε γιατί ὑπῆρχαν τόσα ὀνόματα;
Ἕλλην. Γραικός. Ρωμαῖος. Ρωμιός. Γιουνάνης…
Ποιὸς ἦταν τελικὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;
Καὶ τότε ξαναγύρισε ἀπὸ κάπου βαθιὰ μέσα μου ἐκεῖνο τὸ βράδυ μὲ τὴ γιαγιά.
«Ρωμιός, ἀγγελούδι μου, εἶναι τὸ ὄνομά μας…»
 
Τώρα ὅμως δὲν ἦταν ἡ γιαγιά μου. Ἦταν ὁ Καζαντζάκης. Ἦταν ἡ Ἀνατολή. Ἦταν ἡ Μικρὰ Ἀσία. Ἦταν ἕνας κόσμος ὁλόκληρος ποὺ ζωντάνευε μέσα στὶς σελίδες ἑνὸς μυθιστορήματος καὶ μέσα στὸν ὁποῖο ἡ λέξη ποὺ εἶχα πρωτακούσει στὶς παλιὲς ἑλληνικὲς ταινίες, ἐπέστρεφε μὲ μιὰ ἐπιμονὴ σχεδὸν βασανιστική.
 
Ρωμιός.
Δὲν γνώριζα τότε τίποτε γιὰ τὸ ἀραβικὸ καὶ ὀθωμανικὸ Rūm. Δὲν γνώριζα ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ «Ροὺμ» κρυβόταν τὸ ὄνομα τοῦ Ρωμαίου. Είχα ακούσει στο δημοτικό, στην Ε’ τάξη, το Σουλτανάτο των Ρούμ αλλά δέν τού έδωσα σημασία. Δὲν γνώριζα ἀκόμη, πῶς οἱ μουσουλμανικοὶ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ὀνόμαζαν ἐπὶ αἰῶνες τὴ Ρωμανία καὶ τοὺς ἀνθρώπους της. Δὲν γνώριζα ὅτι πολὺ ἀργότερα θὰ ἔπρεπε νὰ ψάξω, το γιατί ἡ λέξη αὐτὴ ἐπέζησε ἀπὸ αὐτοκρατορίες, πολέμους, κατακτήσεις καὶ Ἁλώσεις. Ἤξερα ὅμως πλέον κάτι. Ότι εἶχα μπροστά μου ἕνα ἱστορικὸ πρόβλημα.
 
Γιατί ἕνα ὄνομα μπορεῖς νὰ τὸ θεωρήσεις σύμπτωση, ὅταν τὸ ἀκούσεις μία φορά. Ὅταν ὅμως τὸ ἀκοῦς στὸν κινηματογράφο, τὸ βρίσκεις στὰ τραγούδια, τὸ ἀκοῦς ἀπὸ τὴ Μικρασιάτισσα γιαγιά σου καὶ ὕστερα τὸ βλέπεις νὰ ξεπηδᾶ ἀσταμάτητα μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ Καζαντζάκη, τότε ἡ παιδικὴ περιέργεια ἀρχίζει νὰ μετατρέπεται σὲ ἱστορικὴ ὑποψία.
 
Κάτι ὑπῆρχε πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ λέξη. Κάτι πολὺ παλιό. Καί, κυρίως, κάτι ποὺ οἱ ἄνθρωποι μόλις λίγες γενιὲς πρὶν ἀπὸ ἐμένα καταλάβαιναν αὐτονόητα, ἐνῷ ἐγὼ ἔπρεπε πλέον νὰ ρωτῶ τί σήμαινε.
 
Αὐτὸ ἦταν ποὺ ἄρχισε πραγματικὰ νὰ μὲ ἐνοχλεῖ. Πῶς γίνεται μιὰ λέξη ποὺ ὑπῆρξε τόσο οἰκεία στοὺς παπποῦδες μας νὰ χρειάζεται ἐξήγηση στὰ ἐγγόνια τους; Πότε χάθηκε ἡ γέφυρα;
 
Μεγαλώνοντας ἄρχισα νὰ συναντῶ τὴ λέξη παντοῦ. Στὰ δημοτικὰ τραγούδια. Στὰ ἀπομνημονεύματα. Στὰ κείμενα τῆς Τουρκοκρατίας. Στὶς ἀφηγήσεις τῶν Μικρασιατῶν. Στὰ τραγούδια τῆς Πόλης. Στὴν Ἐκκλησία. Στὰ μοναστήρια. Στὰ παλιὰ βιβλία. Καὶ ὅσο περισσότερο τὴν ἀναζητοῦσα, τόσο περισσότερο συνέβαινε κάτι παράδοξο.
 
Ἡ λέξη ποὺ στὸ σχολεῖο ἔμοιαζε σχεδὸν περιφερειακή, ἔξω ἀπὸ τὸ σχολεῖο βρισκόταν παντοῦ.
 
Ὁ λαὸς λοιπόν δὲν εἶχε ξεχάσει τὴ Ρωμιοσύνη. Τὰ τραγούδια δὲν τὴν εἶχαν ξεχάσει. Οἱ πρόσφυγες, δὲν τὴν εἶχαν ξεχάσει. Ἡ Ἐκκλησία, δὲν τὴν εἶχε ξεχάσει. Ἡ συλλογικὴ μνήμη δὲν τὴν εἶχε ξεχάσει.
 
Κάπου λοιπὸν ὑπῆρχε ἕνα κενό. Καὶ μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ κενὸ μεγάλωνε ἡ ἀπορία τοῦ παιδιοῦ.
 
Ὕστερα ἦρθε ἡ Ἱστορία. Ὄχι πιὰ ἡ Ἱστορία τοῦ σχολικοῦ θρανίου, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ δύστροπη, ἀπαιτητικὴ Ἱστορία τῶν πηγῶν. Ἡ Ἱστορία ποὺ δὲν ἀρκεῖται σὲ ὅσα γράφει ἕνα ἐγχειρίδιο. Ἡ Ἱστορία ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ ρωτήσεις τοὺς ἴδιους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ παρελθόντος:
«Πῶς ὀνομάζατε ἐσεῖς τὸν ἑαυτό σας;»
 
Καὶ τότε ἡ ἀπορία ἔγινε πραγματικὸ ἱστορικὸ πρόβλημα. Μᾶς εἶχαν μάθει νὰ ἀποκαλοῦμε «Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία» ἕνα κράτος τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀποκαλοῦσαν ἔτσι τὴν πατρίδα τους.
 
Μᾶς εἶχαν μάθει νὰ ἀποκαλοῦμε «Βυζαντινούς», ἀνθρώπους ποὺ ὀνόμαζαν τοὺς ἑαυτούς τους …Ρωμαίους!
 
Στὶς πηγὲς συναντοῦσα Ρωμαίους ἐκεῖ ὅπου τὰ νεότερα βιβλία ἔγραφαν Βυζαντινούς. Συναντοῦσα Ρωμανία ἐκεῖ ὅπου ἡ μεταγενέστερη ἱστοριογραφία τοποθετοῦσε τὸ Βυζάντιο.
 
Καὶ παράλληλα συναντοῦσα Ἕλληνες καὶ Γραικούς, ὅρους παλιοὺς ποὺ ἄλλαζαν περιεχόμενο μέσα στοὺς αἰῶνες, ἄλλοτε συνυπῆρχαν καὶ ἄλλοτε ἀποκτοῦσαν διαφορετικὲς πολιτισμικές, θρησκευτικὲς ἢ ἐθνοτικὲς ἀποχρώσεις.
 
Τὸ πρᾶγμα λοιπὸν ἦταν πολὺ πιὸ σύνθετο ἀπ’ ὅσο φαινόταν στὸ παιδικό μου μυαλό. Καὶ πολὺ πιὸ συναρπαστικό. Τότε ξαναγύρισε ἡ φωνὴ τῆς γιαγιᾶς:
«Ρωμιός, ἀγγελούδι μου, εἶναι τὸ ὄνομά μας…»
 
Ἡ γιαγιά μου, βέβαια, δὲν εἶχε λύσει μὲ μιὰ φράση ἕνα τεράστιο ἱστοριογραφικὸ ζήτημα. Ἡ λαϊκὴ μνήμη δὲν ἀντικαθιστᾶ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα. Κάνει ὅμως κάτι ἄλλο, ἐξίσου πολύτιμο. Θέτει ἐρωτήματα ποὺ ἡ Ἱστορία ὀφείλει νὰ ἐρευνήσει. Κι ἔτσι ἄρχισα νὰ ψάχνω. Ὄχι γιὰ νὰ ἀποδείξω αὐτὸ ποὺ ἤδη πίστευα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθω ἂν ἐκεῖνο ποὺ εἶχα ἀκούσει παιδὶ εἶχε ἱστορικὸ ἔρεισμα. Καὶ κάπου ἐκεῖ ἄρχισε τὸ πραγματικὸ ταξίδι.
 
Διότι τὸ ἐρώτημα «τί σημαίνει Ρωμιός;» γέννησε ἕνα δεύτερο: Τί σημαίνει Ρωμαῖος; Καὶ τὸ δεύτερο γέννησε ἕνα τρίτο: Τί ἦταν πραγματικὰ ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία;
Καὶ ὕστερα ἄνοιξαν οἱ πύλες.
Ποιοὶ ἦταν οἱ πρῶτοι Ρωμαῖοι;
Ποιὲς παραδόσεις συνέδεαν τὴ Ρώμη μὲ τὸν ἑλληνικὸ κόσμο;
Τί σχέση εἶχαν οἱ Ἕλληνες μὲ τὴ Ρώμη πρὶν ἐκείνη γίνει κοσμοκράτειρα;
Πῶς γεννήθηκε ὁ ἑλληνορωμαϊκὸς κόσμος;
Πῶς μεταμορφώθηκε ἡ αὐτοκρατορία μέσα ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό;
Τί σήμαινε ἡ ἵδρυση τῆς Νέας Ρώμης;
Τί ἦταν ἡ Ρωμανία;
Γιατί οἱ Ἄραβες, οἱ Πέρσες, οἱ Σελτζοῦκοι καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ ἐξακολούθησαν νὰ γνωρίζουν αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ τὸ ὄνομα Rūm;
Πῶς συνυπῆρχαν μέσα στοὺς αἰῶνες τὰ ὀνόματα Ἕλλην, Γραικὸς καὶ Ρωμαῖος;
 
Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα: Πῶς φτάσαμε ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο τῆς ἀρχαιότητας στὸν Ρωμιὸ τῆς γιαγιᾶς μου;
 
Αὐτὸ τὸ βιβλίο γεννήθηκε ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐρώτηση. Χρειάστηκαν δεκαετίες γιὰ νὰ γραφτεῖ, όχι επειδή δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο, αλλά ἐπειδὴ χρειάστηκαν δεκαετίες γιὰ νὰ καταλάβω πόσο μεγάλη για το Γένος ἦταν ή ανάγκη για να γραφτεί. Δὲν γράφτηκε όμως γιὰ νὰ κατασκευάσει ἕναν ἀκόμη ἐθνικὸ μῦθο. Ἀρκετοὺς μύθους ἔχουμε ἤδη φορτώσει στὴν Ἱστορία. Οὔτε γράφτηκε γιὰ νὰ ἀντικαταστήσει ἕνα δόγμα μὲ ἕνα ἄλλο. Ἡ Ἱστορία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πιστούς. Ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ αληθινούς, από σοβαρούς και αξιόπιστους ἐρευνητές.
 
Γι’ αὐτὸ τὸ βιβλίο που κρατάτε ανά χείρας, ἐπιστρέφει στὶς πηγές. Στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς. Στοὺς Ρωμαίους ἱστορικούς. Στοὺς χρονογράφους. Στοὺς Πατέρες. Στὰ αὐτοκρατορικὰ κείμενα. Στὶς ἐπιγραφές. Στὰ ἀπομνημονεύματα. Στὰ ἴδια τὰ λόγια ἐκείνων ποὺ ἔζησαν αὐτὴ τὴν Ἱστορία.
 
Γιατί ὑπάρχει ἕνας στοιχειώδης κανόνας ποὺ συχνὰ λησμονοῦμε: Πρὶν ἀποφασίσουμε ἐμεῖς ποιὸς ἦταν ἕνας λαός, ὀφείλουμε πρῶτα νὰ ἀκούσουμε ποιὸς ἔλεγε ὁ ἴδιος ὅτι ἦταν.
 
Καὶ ὅταν τὸ κάνουμε αὐτὸ στὴν περίπτωση τῆς Ρωμιοσύνης, ἀνοίγεται μπροστά μας ἕνας κόσμος πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ χωροῦσε στὰ σχολικά μας ἐγχειρίδια. Ἕνας κόσμος ποὺ δὲν ἀρχίζει αὐθαίρετα τὸ 330 καὶ δὲν ἐξαφανίζεται μυστηριωδῶς τὸ 1453.
 
Ἕνας κόσμος Ρωμαίων, Ἑλλήνων, Γραικῶν καὶ Ρωμιῶν, ὅπου οἱ ταυτότητες δὲν ἀλλάζουν μὲ τὸ γύρισμα μιᾶς σελίδας, ἀλλὰ μετασχηματίζονται, ἐπικαλύπτονται, συγκρούονται καὶ ἐπιβιώνουν μέσα στοὺς αἰῶνες. Ἕνας κόσμος ποὺ γνώρισε αὐτοκρατορίες καὶ κατακτήσεις, θριάμβους καὶ καταστροφές, θεολογικὲς συγκρούσεις καὶ ἐμφυλίους, Σταυροφορίες καὶ Ἁλώσεις. Καὶ ὅμως ἐπέζησε. Ἔχασε ἐδάφη. Ἔχασε αὐτοκράτορες. Ἔχασε τὴ Βασιλεύουσα. Ἔχασε ἀκόμη καὶ τὸ κράτος του. Ἀλλὰ δὲν ἔχασε τὸ ὄνομά του.
 
Ρωμιός.
Ἡ λέξη πέρασε μέσα ἀπὸ τὴν Ἅλωση. Πέρασε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὶς κοινότητες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς Σμύρνης. Πέρασε μέσα στὶς βάρκες τῶν προσφύγων. Καὶ κάποτε ἔφτασε στὰ χείλη μιᾶς Μικρασιάτισσας γιαγιᾶς ποὺ ἕνα βράδυ προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήσει σ’ ἕνα παιδὶ ποιὸ ἦταν τὸ ὄνομά του.
 
Ἐκεῖνο τὸ παιδὶ μεγάλωσε. Ἡ γιαγιὰ ἔφυγε. Ἡ κυρὰ Ἔφη ἔφυγε κι αὐτή. Οἱ κινηματογράφοι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἄλλαξαν ἢ ἔκλεισαν. Ὁ ἑλληνικὸς κινηματογράφος ποὺ γέννησε τὴν πρώτη μου ἀπορία, ἔγινε κομμάτι μιᾶς ἄλλης Ἑλλάδας. Καὶ ἡ λέξη ποὺ κάποτε ἀκουγόταν αὐτονόητα στὶς ταινίες, στὰ τραγούδια, στὰ σπίτια καὶ στὶς γειτονιὲς ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀκούγεται παλιά, παράξενη, σχεδὸν ξένη.
Ἡ ἐρώτηση ὅμως ἔμεινε.
«Κυρία, τί θὰ πεῖ Ρωμιός;»
 
Πέρασαν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Καὶ ἴσως τελικὰ ἡ κυρὰ Ἔφη νὰ εἶχε δίκιο. Ἔπρεπε πράγματι νὰ μεγαλώσω γιὰ νὰ μάθω. Μόνο ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξέρει ὅτι θὰ χρειαζόταν σχεδὸν μιὰ ζωὴ ἀναζήτησης γιὰ νὰ ἐπιστρέψω κάποτε σ’ ἐκείνη τὴν τάξη, ώς ακαδημαϊκός πλέον, νὰ σταθῶ νοερὰ ἀπέναντι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ δεκάχρονο παιδὶ καὶ νὰ τοῦ δώσω ἐπιτέλους τὴν ἀπάντηση ποὺ περίμενε.
 
Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση εἶναι τὸ βιβλίο ποὺ κρατᾶτε στὰ χέρια σας.
Καὶ τὸ ὄνομά αυτής της απάντησης, εἶναι μία λέξη.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.
 



Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Λίγες οδηγίες πριν επισκεφθείτε το ιστολόγιό μας (Για νέους επισκέπτες)

1. Στην στήλη αριστερά βλέπετε τις αναρτήσεις του ιστολογίου μας τις οποίες μπορείτε ελεύθερα να σχολιάσετε επωνύμως, ανωνύμως ή με ψευδώνυμο, πατώντας απλά την λέξη κάτω από την ανάρτηση που γράφει "σχόλια" ή "δημοσίευση σχολίου" (σας προτείνω να διαβάσετε με προσοχή τις οδηγίες που θα βρείτε πάνω από την φόρμα που θα ανοίξει ώστε να γράψετε το σχόλιό σας). Επίσης μπορείτε να στείλετε σε φίλους σας την συγκεκριμένη ανάρτηση που θέλετε, απλά πατώντας τον φάκελλο που βλέπετε στο κάτω μέρος της ανάρτησης. Θα ανοίξει μια φόρμα στην οποία μπορείτε να γράψετε το email του φίλου σας, ενώ αν έχετε προφίλ στο Facebook ή στο Twitter μπορείτε με τα εικονίδια που θα βρείτε στο τέλος της ανάρτησης να την μοιραστείτε με τους φίλους σας.

2. Στην δεξιά στήλη του ιστολογίου μας μπορείτε να βρείτε το πλαίσιο στο οποίο βάζοντας το email σας και πατώντας την λέξη Submit θα ενημερώνεστε αυτόματα για τις τελευταίες αναρτήσεις του ιστολογίου μας.

3. Αν έχετε λογαριασμό στο Twitter σας δινεται η δυνατότητα να μας κάνετε follow και να παρακολουθείτε το ιστολόγιό μας από εκεί. Θα βρείτε το σχετικό εικονίδιο του Twitter κάτω από τα πλαίσια του Google Friend Connect, στην δεξιά στήλη του ιστολογίου μας.

4. Μπορείτε να ενημερωθείτε από την δεξιά στήλη του ιστολογίου μας με τα διάφορα gadgets για τον καιρό, να δείτε ανακοινώσεις, στατιστικά, ειδήσεις και λόγια ή κείμενα που δείχνουν τις αρχές και τα πιστεύω του ιστολογίου μας. Επίσης μπορείτε να κάνετε αναζήτηση βάζοντας μια λέξη στο πλαίσιο της Αναζήτησης (κάτω από τους αναγνώστες μας). Πατώντας την λέξη Αναζήτηση θα εμφανιστούν σχετικές αναρτήσεις μας πάνω από τον χώρο των αναρτήσεων. Παράλληλα μπορείτε να δείτε τις αναρτήσεις του τρέχοντος μήνα αλλά και να επιλέξετε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία αναρτήσεων από την σχετική στήλη δεξιά.

5. Μπορείτε ακόμα να αφήσετε το μήνυμά σας στο μικρό τσατάκι του blog μας στην δεξιά στήλη γράφοντας απλά το όνομά σας ή κάποιο ψευδώνυμο στην θέση "όνομα" (name) και το μήνυμά σας στην θέση "Μήνυμα" (Message).

6. Επίσης μπορείτε να μας στείλετε ηλεκτρονικό μήνυμα στην διεύθυνσή μας koukthanos@gmail.com με όποιο περιεχόμενο επιθυμείτε. Αν είναι σε προσωπικό επίπεδο θα λάβετε πολύ σύντομα απάντησή μας.

7. Τέλος μπορείτε να βρείτε στην δεξιά στήλη του ιστολογίου μας τα φιλικά μας ιστολόγια, τα ιστολόγια που παρακολουθούμε αλλά και πολλούς ενδιαφέροντες συνδέσμους.

Να σας υπενθυμίσουμε ότι παρακάτω μπορείτε να βρείτε χρήσιμες οδηγίες για την κατασκευή των αναρτήσεών μας αλλά και στην κάτω μπάρα του ιστολογίου μας ότι έχει σχέση με δημοσιεύσεις και πνευματικά δικαιώματα.

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΚΑΛΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

Χρήσιμες οδηγίες για τις αναρτήσεις μας.

1. Στις αναρτήσεις μας μπαίνει ΠΑΝΤΑ η πηγή σε οποιαδήποτε ανάρτηση ή μερος αναρτησης που προέρχεται απο άλλο ιστολόγιο. Αν δεν προέρχεται από κάποιο άλλο ιστολόγιο και προέρχεται από φίλο αναγνώστη ή επώνυμο ή άνωνυμο συγγραφέα, υπάρχει ΠΑΝΤΑ σε εμφανες σημείο το ονομά του ή αναφέρεται ότι προέρχεται από ανώνυμο αναγνώστη μας.

2. Για όλες τις υπόλοιπες αναρτήσεις που δεν έχουν υπογραφή ΙΣΧΥΕΙ η αυτόματη υπογραφή της ανάρτησης. Ετσι όταν δεν βλέπετε καμιά πηγή ή αναφορά σε ανωνυμο ή επώνυμο συντάκτη να θεωρείτε ΩΣ ΑΥΣΤΗΡΟ ΚΑΝΟΝΑ ότι ισχύει η αυτόματη υπογραφή του αναρτήσαντα.

3. Οταν βλέπετε ανάρτηση με πηγή ή και επώνυμο ή ανώνυμο συντάκτη αλλά στη συνέχεια υπάρχει και ΣΧΟΛΙΟ, τότε αυτό είναι ΚΑΙ ΠΑΛΙ του αναρτήσαντα δηλαδή είναι σχόλιο που προέρχεται από το ιστολόγιό μας.

Σημείωση: Να σημειώσουμε ότι εκτός των αναρτήσεων που υπογράφει ο διαχειριστής μας, όλες οι άλλες απόψεις που αναφέρονται σε αυτές ανήκουν αποκλειστικά στους συντάκτες των άρθρων. Τέλος άλλες πληροφορίες για δημοσιεύσεις και πνευματικά δικαιώματα μπορείτε να βρείτε στην κάτω μπάρα του ιστολογίου μας.