Σελίδες

29 Μαΐου 2017

«Η Πόλις εάλω», αλλά και ζή (μέρος 2ο)

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου 

συνέχεια από το 1ο μέρος 

3. Τά αίτια της πτώσεως της Πόλης 

Υπάρχει ένα λαμπρό έργο του διαπρεπούς Βυζαντινολόγου Στήβεν Ράνσιμαν με τίτλο «η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», στο οποίο μπορεί κανείς να βρή πολλά στοιχεία απαραίτητα για την κατανόηση τόσο των αιτίων που οδήγησαν στην πτώση της Βασιλευούσης, όσο και των περιστατικών και γεγονότων που προηγήθηκαν της αλώσεως, που έγιναν κατά την διάρκειά της και ακολούθησαν μετά από αυτήν. Θά δούμε τα βασικότερα από αυτά, γιατί έτσι θα κατανοήσουμε τα σημαντικά αυτά γεγονότα. 

Δύο ήταν τα βασικά αίτια της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. 

Τό πρώτο αίτιο ήταν τα όσα έγιναν κατά την Δ' Σταυροφορία το 1204, η οποία κατέλυσε την ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία λειτουργούσε ως υπερεθνικό Κράτος. Μετά την κατάλυση της Κωνσταντινουπόλεως, από τούς δυτικούς σταυροφόρους, έφυγε η πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία, η πόλη λεηλατήθηκε και δεν μπόρεσε από τότε να αποκτήση την παλαιά της αίγλη. Τά τμήματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας χωρίσθηκαν σε φέουδα και εδόθησαν σε διαφόρους Φράγκους Ηγεμόνας. Παράλληλα εδημιουργήθηκαν τρία μεγάλα Κέντρα, όπως η Αυτοκρατορία της Νικαίας, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Αλλά και μετά την επανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως, μετά από μισό αιώνα, η Αυτοκρατορία δεν ήταν όπως παλαιά, «δεν ήταν πιά η κυριαρχούσα δύναμη στην χριστιανική ανατολή». Αυτή η αποδυνάμωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά την Δ' Σταυροφορία επέτρεψε στούς Σελτζούκους να επεκτείνουν τα εδάφη τους. Μετά την επανάκτησή της το 1261 η Αυτοκρατορία είχε μεγάλα προβλήματα, αντιμετώπιζε μεγάλες απειλές τόσο από τα Βαλκανικά Κράτη, τούς Σέρβους, όσο και από τούς δυτικούς. 

Ο Άγγλος ιστορικός (δυσανάγνωστο) ισχυρίζεται ότι η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Βενετούς και τούς Φράγκους το 1204 και η εγκατάσταση στην Βασιλεύουσα ενός Φράγκου Αυτοκράτορα ήταν το κορυφαίο γεγονός της κατάρρευσης του βυζαντινού κόσμου. Μάλιστα το 1204 «ήταν η πρώτη φορά που η Κωνσταντινούπολη έπεφτε στα χέρια εχθρών από την εποχή των εγκαινίων της το 330 μ.Χ.». Καί παρατηρεί εύστοχα: «ο συγκλονισμός του 1204 ήταν επομένως μεγαλύτερος από εκείνον του 1453, όταν η Πόλη έπεσε για δεύτερη φορά. Τή φορά αυτή η καταστροφή είχε ένα προηγούμενο και δεν ήλθε ως έκπληξη. Τό 1453 η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν ήδη περικυκλωμένη και πολιορκημένη επί ένα αιώνα, στην διάρκεια του οποίου ο βρόγχος σφιγγόταν όλο και πιό δυνατά». 

Τό δεύτερο αίτιο της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως που συνδέεται με το προηγούμενο, ήταν το μίσος των Φράγκων έναντι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τό μίσος αυτό εκδηλώθηκε ακόμη από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία θέσπισε την προσκύνηση των ιερών εικόνων και συνεχίσθηκε αργότερα. Η πολιτική των Φράγκων συνδέθηκε με μιά θεολογία που ήταν αντίθετη με την θεολογία της ορθοδόξου Ανατολής. Τό σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών, στην πραγματικότητα η απόσχιση της Παλαιάς Ρώμης από την Νέα Ρώμη, όταν η Παλαιά Ρώμη καταλήφθηκε από τούς Φράγκους, αύξησε το χάσμα μεταξύ των δύο τμημάτων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτό το χάσμα όχι μόνον δεν μπόρεσαν να γεφυρώσουν οι προσπάθειες για την ένωση των Εκκλησιών, αλλά το αύξησαν ακόμη περισσότερο. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Ανατολικοί, υπό την πίεση των επεκτάσεων των Οθωμανών, θέλησαν να επιτύχουν την ένωση με την δυτική Εκκλησία, και αυτό έγινε παρά την διαφωνία του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Μητροπολίτου Εφέσου, στην Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438-1439. Παρά την ένωση, όμως, οι δυτικοί δεν βοήθησαν και δεν μπορούσαν να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται, όμως, όχι μόνον δεν μπορούσαν να συνδράμουν, αλλά και δεν ήθελαν. Ο Στήβεν Ράνσιμαν παραθέτει πλείστα παραδείγματα από τούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες της Δύσεως, στα οποία φαίνεται καθαρά ότι δεν είχαν την δυνατότητα και την βούληση να βοηθήσουν οικονομικά και στρατιωτικά. Παρά την ένωση και την άρνησή τους να βοηθήσουν, εν τούτοις μερικοί Ενετοί και Γενουάτες ήρθαν αυθόρμητα από την Ιταλία για να πολεμήσουν εναντίον των Οθωμανών. Καί τελικά οι Ενετοί και οι Γενουάτες συμμετείχαν κατά την αντίσταση στην πολιορκία, αν και υπήρχαν μεταξύ τους πολλές διαφορές, και μάλιστα οι Γενουάτες απεχώρησαν την τελευταία στιγμή από τον αγώνα. 

Στό σημείο αυτό πρέπει να σημειωθή ότι τις παραμονές της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπήρχαν τρείς τάσεις, που ήταν έκφραση των τριών ιδεολογικών ρευμάτων που είχαν αναπτυχθή τον τελευταίο αιώνα στην Αυτοκρατορία. Είναι γνωστόν ότι στην Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας συμμετείχε ό,τι εκλεκτότερο είχε να παρουσιάση την εποχή εκείνη η Ρωμαϊκή Ορθοδοξία. 

Τρείς από αυτούς ήταν εκπρόσωποι αυτών των τάσεων. Ο ένας ήταν ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο οποίος μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως έγινε ο πρώτος Πατριάρχης του υποδούλου Γένους. Ο Γεννάδιος έβλεπε ως μεγαλύτερο τον κίνδυνο που προερχόταν από την Δύση, με την αλλοίωση της ορθοδόξου πίστεως και την υποδούλωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Πάπα. Ο δεύτερος εκπρόσωπος μιάς άλλης τάσεως ήταν ο Βησσαρίων, Επίσκοπος Νικαίας, ο οποίος πίστευε ότι έπρεπε να γίνη η ένωση των Εκκλησιών, ώστε διά του τρόπου αυτού να σταλή βοήθεια από την Δύση, και να διατηρηθή ελεύθερη η Κωνσταντινούπολη. Καί ο τρίτος εκπρόσωπος των τάσεων αυτών ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, ο οποίος πρότεινε την αναδιοργάνωση του Κράτους σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία, και γενικά την αρχαία ελληνική παράδοση. Ο ίδιος έκανε υποδείξεις για διάφορα κοινωνικά οικονομικά και στρατιωτικά ζητήματα, τα οποία εν πολλοίς ήταν ανεφάρμοστα. Ακόμη και τον Χριστιανικό Θεό ονόμαζε Δία. 

Από τις τρείς αυτές τάσεις αποδείχθηκε ότι η πιό ρεαλιστική εκπροσωπείτο από τον Γεννάδιο Σχολάριο. Καί αυτό, γιατί οι απόψεις του Γεωργίου-Γεμιστού Πλήθωνος δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν, ήταν ιδεαλιστικές και ουτοπιστικές, οι δέ απόψεις του Βησσαρίωνος ήταν ανεφάρμοστες. Άλλωστε ο Βησσαρίων τις παραμονές της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, ήτοι μετά την Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, έφυγε από την Κωνσταντινούπολη και πήγε στην Δύση, προσεχώρησε στην λατινική Εκκλησία, έγινε Καρδινάλιος και παρ' ολίγον να εκλεγή και Πάπας, αλλά τελικά δεν μπόρεσε, παρά τις προσπάθειές του, να παρακινήση τούς δυτικούς να σπεύσουν σε βοήθεια της Κωνσταντινουπόλεως. Μιά ελάχιστη βοήθεια που ήλθε δεν μπόρεσε ουσιαστικά να βοηθήση. Ο Βησσαρίων αγωνίσθηκε για να προσελκύση το ενδιαφέρον των Παπικών για να περισωθή η ανεξαρτησία του Γένους, αλλά και να συγκροτηθούν σταυροφορίες των ηγεμόνων της Δύσεως εναντίον των Τούρκων. Στό συνέδριο της Μάντουας (1459) και στην συγκέντρωση στην Αγκώνα (1464) φάνηκε ότι θα μπορούσε να πραγματοποιηθή σταυροφορία, αλλά λόγω των ερίδων μεταξύ των ηγεμόνων τελικά οι Ευρωπαίοι ηγεμόνες έδειξαν απροθυμία. 

Ο Βησσαρίων, ως παπικός αντιπρόσωπος, ταξίδευσε στην Νεάπολη, την Βενετία, την Ουγγαρία και την Γερμανία προκειμένου να ομονοήσουν οι πολιτικοί ηγέτες και να αναλάβουν ιερό πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Ενώ ήταν γέρων στην ηλικία, μετέβη στην Γαλλία το έτος 1472, αλλά και ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΑ' δεν έδειξε προθυμία για το έργο αυτό. Όταν επέστρεψε στην Ρώμη από την Γαλλία και ενώ βρισκόταν στην Ραβέννα, πέθανε την 18η Νοεμβρίου 1472, είκοσι χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς να επιτύχη απολύτως τίποτε. Έτσι, η ελπίδα του να βρή ουσιαστική βοήθεια από την Δύση για την διάσωση της Κωνσταντινουπόλεως και την εκδίωξη των Τούρκων απέβη άκαρπη, παρά το ότι αναγνωριζόταν ως μεγάλη φυσιογνωμία και μάλιστα εγκατέλειψε την ορθόδοξη πίστη του και έγινε παπικός. 

Όμως η ομάδα του Γενναδίου Σχολαρίου είχε πιό ρεαλιστικές απόψεις, αφού πίστευε ότι το Βυζάντιο, που ήταν ένα απομεινάρι της παλαιάς δόξας, ούτως ή άλλως θα καταδικαζόταν, αλλά έπρεπε να γίνη προσπάθεια να διατηρηθή η ενότητα της Εκκλησίας. Διότι με την αλλοίωση της πίστεως και την ένωση με την Δυτική Εκκλησία, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να στοιχίση στον Οικουμενικό Πατριάρχη πάνω από τα τρία τέταρτα των Επισκόπων του. Ο Στήβεν Ράνσιμαν με ερωτηματικό τρόπο διατυπώνει ως εξής την άποψη αυτή: «Η ελληνική ακεραιότητα θα μπορούσε να διατηρηθεί καλύτερα από έναν ενωμένο λαό κάτω από μουσουλμανική κυριαρχία παρά από ένα κομμάτι κολλημένο στο κράσπεδο του δυτικού κόσμου;». Καί σημειώνει: «Η παρατήρηση που αποδίδεται από τούς εχθρούς του στον τελευταίο μέγα Πρωτονοτάριο του Βυζαντίου Λουκά Νοταρά ότι είπε: "Καλύτερα το σαρίκι του σουλτάνου παρά το καπέλο του καρδιναλίου", δεν ήταν τόσο σκανδαλώδης όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως». 

Ο μεγάλος Άγγλος ιστορικός (δυσανάγνωστο) γράφει ότι στις παραμονές της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως λεγόταν ότι ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς ανεφώνησε: «κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τή πόλει το φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν». Όμως αυτό το ενέταξε ο άγγλος ιστορικός μέσα στην όλη προοπτική της αντιπάθειας των Κωνσταντινουπολιτών απέναντι στην επιθετικότητα των Δυτικών Χριστιανών. Είχαν προηγηθή τα γεγονότα της αλώσεως και λεηλατήσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους και όλες οι επιθετικές ενέργειες των Παπών για να αφομοιώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γράφει ο άγγλος ιστορικός ότι οι Έλληνες έβλεπαν ως ακατανόητη την «θριαμβευτική επίθεση της Δύσης». Αντίθετα «η επίθεση των μουσουλμάνων γειτόνων των Ελλήνων στην Ανατολή προκάλεσε λιγότερες ελληνικές δυσαρέσκειες, επειδή δεν επέφερε στούς Έλληνες τόσο μεγάλο συγκλονισμό... οι Έλληνες μπορούσαν να συμφιλιωθούν ευκολότερα με την προοπτική να κατακτηθούν από τούς Σελτζούκους και Οθωμανούς κληρονόμους των Αράβων παρά να κυριαρχηθούν από τούς τυχάρπαστους δυτικούς». 

Αυτή ήταν η γενική αίσθηση των Ρωμηών. Γι' αυτό «η αδελφή του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' λέγεται πως είχε αναφωνήσει το 1275», ύστερα από τις προσπάθειες που έγιναν για να υποταχθή η Ορθόδοξη Εκκλησία στον Παπικό θρόνο: «Καλύτερα να καταστραφεί η αυτοκρατορία του αδελφού μου, παρά η καθαρότητα της ορθόδοξης πίστης». 

Επίσης, το «λαϊκό αίσθημα της ίδιας εποχής ήταν κράττον εμπεσείν εις χείρας Τούρκων ή Φράγκων». Καί όπως λέγει ο εήίnbήή, επικαλούμενος την ιστορική ανάλυση του άvήίί ά. «την ίδια προτίμηση είχε εκφράσει ο Πατριάρχης Μιχαήλ Γ', που κατείχε το αξίωμα αυτό στή διάρκεια των ετών 1170-1178, έναν αιώνα προτού κάν τεθεί το ζήτημα να εξαγοραστεί η δυτική στρατιωτική βοήθεια με τίμημα την υποταγή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στο εκκλησιαστικό πρωτείον του Πάπα». 

Επομένως, η άποψη ότι συμφέρει την Ρωμηοσύνη η υποδούλωσή της στούς Οθωμανούς παρά στούς Φράγκους, κυριαρχούσε από τον 12 αιώνα, ήταν μιά γενική απαίτηση του λαού και είχε σχέση με τις βαρβαρικές επιθέσεις της Δύσεως εναντίον της Ανατολής και κυρίως των Φράγκων εναντίον των Ρωμηών. 

Αυτός ο ιστορικός συμβιβασμός, όταν τον επέβαλαν οι ιστορικές περιστάσεις, χωρίς να το επιδιώκουν οι Ρωμηοί, δικαιώθηκε πλήρως από την ιστορία. Γι' αυτό όταν ο Γεννάδιος Σχολάριος έγινε ο πρώτος Πατριάρχης του Γένους, «που τελικά έκανε την εκλογή του Νοταρά, κατανόησε τα συμφέροντα των συμπατριωτών του καλύτερα από τον Βησσαρίωνα». Καί μάλιστα κατά τον Wήήdhήίιή όταν ο Γεννάδιος Σχολάριος τέθηκε επικεφαλής του νεοδημιουργημένου Rίm Millήιi «η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατηρήθηκε, και, μαζί με αυτήν, η ακεραιότητα του ελληνικού λαού». 

Τό γεγονός είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την ενότητά της και με την ησυχαστική της θεολογία διατήρησε για τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς το δούλο γένος, τόσο στην πίστη όσο και στην ελληνικότητά του, και το προετοίμασε για την Επανάσταση του 1821, ενώ ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Κάτω Ιταλίας και κυρίως της Σικελίας, της λεγομένης Μεγάλης Ελλάδος, έχασε και την Ορθοδοξία και την ελληνικότητα. Έτσι, παρά τα τραύματα της δουλείας, δικαιώθηκε η άποψη του αγίου Μάρκου του Ευγενικού και του Γενναδίου Σχολαρίου. 

4. Η πολιορκία και η πτώση 

Οι περιγραφές της πολιορκίας είναι φοβερές. Οι μάχιμοι στην πόλη δεν ήταν πολλοί. Ο αριθμός των μαχητών των δύο στρατοπέδων ήταν άνισος. Ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάλεσε τον γραμματέα του Φραντζή να του κάνει απογραφή των ανδρών μέσα στην πόλη που μπορούσαν να φέρουν όπλα. Ο Φραντζής βρήκε ότι «υπήρχαν μόνο τέσσερις χιλιάδες ενιακόσιες ογδόντα τρείς διαθέσιμοι Έλληνες και λίγο κάτω από δύο χιλιάδες ξένοι. Ο Κωνσταντίνος έμεινε κατάπληκτος από τούς αριθμούς και είπε στον Φραντζή να μήν τούς δημοσιεύσει». Ο στρατός των Οθωμανών αποτελείτο απο ογδόντα περίπου χιλιάδες άνδρες και ορδές ατάκτων. 

Η ανδρεία των πολιορκουμένων ήταν πολύ μεγάλη. Ο Αυτοκράτορας πολεμούσε ως απλός στρατιώτης. Φαίνεται όμως ότι οι Γενουάτες έδειχναν μιά ουδετερότητα σε κρίσιμες στιγμές του αγώνος, αφού επεδίωκαν την ειρήνη και την συμφωνία με τον Σουλτάνο. Στόν Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο προτάθηκε να φύγη από την Πόλη, αλλά εκείνος αρνήθηκε. «Ήταν τόσο κουρασμένος, ώστε την ώρα που του μιλούσαν λιποθύμησε. Όταν συνήλθε, τούς είπε και πάλι ότι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον λαό του. Θά πέθαινε μαζί του». 

Στά τείχη πολεμούσαν οι μαχητές, αλλά τούς βοηθούσε και όλος ο λαός. Γυναίκες, και μοναχές «έσπευσαν στα τείχη να βοηθήσουν για τή μεταφορά υλικών για την ενίσχυση των οχυρωμάτων, και να μεταφέρουν στάμνες με νερό, για να ξεδιψάσουν οι αμυνόμενοι».
Εκτός από τον ηρωϊκό αγώνα των μαχητών αλλά και του λαού, ο Αυτοκράτορας έδωσε εντολή να γίνονται ακολουθίες, λιτανείες, προσευχές προς τον Θεό και την Παναγία.

Ήταν πολύ συγκινητική η τελευταία λειτουργία που έγινε στην Αγία Σοφία, όπου έκλαιγαν και αλληλοσυγχωρέθηκαν και στην συνέχεια κοινώνησαν. 

Ο ιστορικός Βυζαντινολόγος (δυσανάγνωστο) συνέλεξε λεπτομέρειες της καταστάσεως που επικρατούσε τις ημέρες εκείνες, και τις παραμονές της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Γίνονταν θρησκευτικές τελετές και λιτανείες και όλος ο λαός έψαλε το «Κύριε ελέησον». Αναφέρει δέ τον τρόπο της τελευταίας θείας Λειτουργίας που τελέσθηκε στην Αγία Σοφία, όπως τον περιγράφει ο άγγλος ιστορικός ά. (δυσανάγνωστο): «Η μεγάλη ακολουθία εκείνης της βραδυάς, η οποία πρέπει να κατέχη ξεχωριστή θέσι στην ιστορία, ήτο η τελευταία Χριστιανική ακολουθία που έλαβε χώρα στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας... 

Η ιερή ακολουθία στην πραγματικότητα ήταν μία επιθανάτιος λειτουργία. Η Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε την αγωνία και έπρεπε η σχετική με το πνεύμα της, που έσβυνε, Ακολουθία να γίνη δημοσία, στην πιό ωραία της εκκλησία και μπροστά στον τελευταίο γενναίο της Αυτοκράτορα. Εάν η σκηνή της στέψεως του Καρόλου του Μεγάλου και της δημιουργίας μιάς Αυτοκρατορίας –την οποία τόσον ζωντανά περιγράφει ο αγγλος ιστορικός– ανήκει στις πιό γραφικές της ιστορίας, η σκηνή της τελευταίας Λειτουργίας, που έγινε στην Αγία Σοφία, είναι ασφαλώς από τις πιό τραγικές». 

Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, τον θάνατο του τελευταίου Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη άρχισε η σφαγή, η λεηλασία, η λαφυραγώγηση και ο εξανδραπονδισμός. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής υποσχέθηκε στούς στρατιώτες του ότι θα έχουν το δικαίωμα να λαφυραγωγήσουν την Πόλη για τρείς ημέρες. Πράγματι η καταστροφή ήταν πολύ μεγάλη. «Τά ιδιωτικά σπίτια λεηλατήθηκαν συστηματικά' κάθε τμήμα λαφυραγωγών άφηνε μιά μικρή σημαία στην είσοδο για να δείξει ότι το σπίτι είχε λεηλατηθή ολοσχερώς. Μαζί με τα υπάρχοντά τους έπαιρναν και τούς ενοίκους. Όποιος λιποθυμούσε ή έπεφτε από αδυναμία, σφαζόταν μαζί με μερικά μικρά παιδιά που θεωρήθηκαν ότι δεν είχαν αξία' αλλά κατά κανόνα τώρα πιά δέ θυσίαζαν τή ζωή των αιχμαλώτων. 

Υπήρχαν ακόμα μεγάλες βιβλιοθήκες στην Πόλη, μερικές κοσμικές και οι περισσότερες των μοναστηριών. Τά περισσότερα βιβλία κάηκαν' αλλά υπήρξαν μερικοί Τούρκοι αρκετά έξυπνοι για να καταλάβουν ότι ήταν εμπορεύσιμα αντικείμενα και διέσωσαν μερικά που αργότερα πουλήθηκαν για ευτελή ποσά σε όποιον ενδιαφερόταν. Μέσα στις εκκλησίες έγιναν σκηνές ακολασίας. Πολλοί εσταυρωμένοι με πολύτιμες πέτρες κουβαλήθηκαν με τούρκικα τουρμπάνια τυλιγμένα γύρω από τα κεφάλια τους. Πολλά κτίρια έπαθαν ανεπανόρθωτες ζημίες. Τό βράδυ δεν υπήρχαν πολλά για να να λαφυραγωγηθούν' και κανένας δέ διαμαρτυρήθηκε, όταν ο σουλτάνος προκήρυξε ότι η λαφυραγωγία έπρεπε να σταματήσει. Οι στρατιώτες είχαν αρκετή ασχολία για τις υπόλοιπες δύο μέρες να μοιράσουν τα λάφυρα και να μετρήσουν τούς αιχμαλώτους. Διαδόθηκε ότι αυτοί ήταν πενήντα χιλιάδες, από τούς οποίους μόνο πεντακόσιοι ήταν στρατιώτες. Οι υπόλοιποι από τούς χριστιανούς στρατιώτες σκοτώθηκαν, εκτός από τούς λίγους άνδρες που διέφυγαν με τα πλοία. Οι νεκροί, μαζί με τούς αμάχους που υπήρξαν θύματα της σφαγής, λέγεται ότι ήταν τέσσερις χιλιάδες». Ο Σουλτάνος απελευθέρωσε τις περισσότερες από τις ευγενείς αρχόντισσες, αλλά κράτησε για το χαρέμι του τα ωραιότερα από τα αγόρια και τα κορίτσια. Επίσης, λέγεται ότι ο Μεχμέτ (Μωάμεθ) «είχε στείλει τετρακόσια ελληνοπαίδια ως δώρο στον καθένα από τούς τρείς κυριότερους μωαμεθανούς ηγεμόνες: τον σουλτάνο της Αιγύπτου, το βασιλιά της Τύνιδας και το βασιλιά της Γρανάδας». 

Ο Δούκας ως εξής θρήνησε για την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453: «Ώ πόλις, πόλις, πόλεων πασών κεφαλή! ώ πόλις, πόλις κέντρον των τεσσάρων του κόσμου μερών! ώ πόλις, πόλις, Χριστιανών καύχημα και βαρβάρων αφανισμός! ώ πόλις, πόλις, άλλη παράδεισος φυτευθείσα προς δυσμάς, έχουσα ένδον φυτά παντοία βρίθοντα καρπούς πνευματικούς! πού σου το κάλλος, παράδεισε; πού σου η των χαρίτων του πνεύματος ευεργετική ρώσις ψυχής τε και σώματος; πού τα των αποστόλων του κυρίου μου σώματα, τα πρό πολλού φυτευθέντα εν τώ αειθαλεί παραδείσω, έχοντα εν μέσω τούτων το πορφυρούν ιμάτιον, την λόγχην, τον σπόγγον, τον κάλαμον, άτινα ασπάζοντες εφανταζόμεθα τον εν σταυρώ υψωθέντα οράν, πού τα των οστών λείψανα, πού τα των μαρτύρων; πού τα του μεγάλου Κωνσταντίνου και των λοιπών βασιλέων πτώματα;...».

συνεχίζεται στο 3ο μέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.