Σελίδες

14 Μαρτίου 2026

Οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράκ ήταν καταστροφικές για τις ΗΠΑ – ο πόλεμος με το Ιράν οδεύει προς την ίδια κατεύθυνση

Ο Πολ Μπρέμερ, με ύφος επιτυχημένου ειδήμονα, ετοιμάζεται να επιβιβαστεί σε ελικόπτερο στην Χίλα του Ιράκ, κατά τη διάρκεια αποχαιρετιστήριας περιοδείας στη χώρα στις 17 Ιουνίου 2004. Φωτογραφία AP/Wathiq Khuzaie
 
Αρθρο της Farah N. Jan
ανώτερης λέκτορος Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια 
 
Ο αμερικανικός στρατός πέτυχε το σύνολο των στόχων που είχε θέσει όταν εισέβαλε στο Ιράκ το 2003. 
Αποκεφαλισμός της ηγεσίας: ο Σαντάμ Χουσεΐν συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε.
Αεροπορική υπεροχή: απόλυτη, μέσα σε λίγες ημέρες.
Κατάρρευση του καθεστώτος: η ιρακινή κυβέρνηση έπεσε σε 21 ημέρες.
 
Εξετάζοντας το παρόν, περισσότερα από 20 χρόνια μετά τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράκ, το Ιράκ παραμένει ένα αυταρχικό κράτος, κυβερνώμενο από πολιτικά κόμματα με βαθιές θεσμικές σχέσεις με την Τεχεράνη. Πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν δρουν ανοιχτά στο ιρακινό έδαφος – ορισμένα στελέχη τους μάλιστα κατέχουν επίσημες θέσεις εντός του ίδιου του ιρακινού κράτους. 
 
Η χώρα για την οποία οι ΗΠΑ ξόδεψαν 2 τρισεκατομμύρια δολάρια και 4.488 αμερικανικές ζωές για να «αναμορφώσουν» βρίσκεται, με κάθε λογικό μέτρο, εντός της σφαίρας επιρροής του Ιράν. 
 
Σαν ερευνήτρια της διεθνούς ασφάλειας με εξειδίκευση στην πυρηνική ασφάλεια και στην πολιτική συμμαχιών στη Μέση Ανατολή, έχω παρακολουθήσει το μοτίβο της αμερικανικής στρατιωτικής επιτυχίας σε πολλές περιπτώσεις. 
 
Αλλά το στρατιωτικό αποτέλεσμα και το πολιτικό αποτέλεσμα σχεδόν ποτέ δεν ταυτίζονται, και το χάσμα ανάμεσά τους είναι το σημείο όπου οι πόλεμοι αποτυγχάνουν. 
 
Δυόμισι χιλιετίες πριν, ο Θουκυδίδης περιέγραψε την Αθηναϊκή αυτοκρατορία στο απόγειο της αυτοπεποίθησής της στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου: «Ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του». Η Αθήνα στην συνέχεια, κατέστρεψε τη Μήλο και εξαπέλυσε την Σικελική Εκστρατεία με συντριπτική ισχύ αλλά χωρίς καμία συνεκτική θεωρία διακυβέρνησης για το τι θα ακολουθούσε. 
 
Το μάθημα, τότε και τώρα, δεν είναι ότι οι αυτοκρατορίες δεν μπορούν να καταστρέψουν. Είναι ότι η καταστροφή και η διακυβέρνηση είναι δύο εντελώς διαφορετικές υποθέσεις. Και το να τις συγχέει κάποιος, είναι ένας αναπόδραστος τρόπος με τον οποίο εξαντλούνται οι αυτοκρατορίες. 
 
Ο αμερικανικός στρατός μπορεί να καταστρέψει το ιρανικό καθεστώς. Το ερώτημα – στο οποίο απαντά το προηγούμενο παράδειγμα του Ιράκ με σκληρή σαφήνεια – είναι: τι θα γεμίσει το κενό εξουσίας όταν αυτό συμβεί; 
 
Ο στρατιωτικός και ο πολιτικός απολογισμός 
 
Τον Απρίλιο του 2003, ο Αμερικανός Λιούις Πολ Μπρέμερ έφτασε στη Βαγδάτη ως επικεφαλής της Προσωρινής Συμμαχικής Αρχής (Coalition Provisional Authority), η οποία λειτούργησε ως μεταβατική κυβέρνηση στο Ιράκ, και εξέδωσε δύο διατάγματα που θα καθόριζαν τις επόμενες δύο δεκαετίες. 
 
Το 1ο διάταγμα διέλυσε το κυβερνών Μπααθικό Κόμμα και απομάκρυνε όλα τα ανώτερα στελέχη του από τις κυβερνητικές τους θέσεις, εκκαθαρίζοντας την διοικητική τάξη που λειτουργούσε τα υπουργεία, τα νοσοκομεία και τα σχολεία. 
 
Το 2ο διάταγμα διέλυσε τον ιρακινό στρατό αλλά δεν τον αφόπλισε: Περίπου 400.000 ιρακινοί στρατιώτες γύρισαν στα σπίτια τους με τα όπλα τους, αλλά χωρίς τους μισθούς τους. 
 
Η Ουάσιγκτον μόλις είχε παραδώσει στην σουνιτική ένοπλη αντίσταση – που θα εξαπέλυε έναν 10ετή πόλεμο – τη δεξαμενή στρατολόγησής της. Η λογική πίσω από την απο – Μπααθοποίηση του Μπρέμερ ήταν διαισθητική: Δεν μπορείς να χτίσεις ένα νέο Ιράκ με τους ανθρώπους που έχτισαν το παλιό. Όπως αποδείχθηκε, επρόκειτο για μία λογική καταστροφική. 
 
Οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν από καιρό παρατηρήσει ότι τα κράτη δεν συγκρατούνται από την ιδεολογία αλλά από την οργανωμένη καταναγκαστική ισχύ, δηλαδή, από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, την θεσμική μνήμη και τους εκπαιδευμένους επαγγελματίες που κρατούν τα φώτα αναμμένα και το τρεχούμενο νερό διαθέσιμο. Αν καταστρέψεις αυτόν τον μηχανισμό, δεν αποκτάς ένα καθαρό, άγραφο χαρτί. Αποκτάς ένα κράτος που έχει μόλις καταρρεύσει, και τα καταρρεύσαντα κράτη δεν μένουν ποτέ χωρίς ηγεσία. 
 
Η ηγεσία καταλαμβάνεται – και καταλαμβάνεται από εκείνον τον οποίο διαθέτει τη μεγαλύτερη οργανωτική ικανότητα στο έδαφος. Το Ιράν έχτιζε αυτή την ικανότητα στο Ιράκ από τη δεκαετία του 1980, καλλιεργώντας σιιτικά πολιτικά δίκτυα, κόμματα εξορίστων και ένοπλες πολιτοφυλακές – κατά τη διάρκεια και μετά τον Πόλεμο Ιράν/Ιράκ – με τον ρητό στόχο να διασφαλίσει ότι ένα Ιράκ μετά τον Σαντάμ Χουσεΐν δεν θα απειλούσε ποτέ ξανά την ιρανική ασφάλεια. 
 
Η Τεχεράνη δεν είχε ανάγκη να δημιουργήσει υποδομές στο Ιράκ μετά την αμερικανική εισβολή, επειδή τις είχε δημιουργήσει κατά την διάρκεια των δύο προηγούμενων δεκαετιών. Όταν το παλιό καθεστώς κατέρρευσε, τα ιρανικά δίκτυα ήταν ήδη έτοιμα. 
 
Η αντιπολίτευση που είχαν δημιουργήσει στο Ιράκ οι ΗΠΑ – ο Άχμεντ Τσαλαμπί και το Ιρακινό Εθνικό Κογκρέσο – είχε την προσοχή της Ουάσιγκτον αλλά κανενός είδους απήχηση εντός του Ιράκ. Δεν είχαν κυβερνήσει τη χώρα ούτε είχαν χτίσει δίκτυα μέσα σε αυτήν. 
 
Το μάθημα είναι ότι η στρατιωτική επιτυχία δημιούργησε τις απαιτούμενες συνθήκες για την πολιτική καταστροφή, και είναι αυτό ακριβώς το χάσμα στο οποίο οδηγήθηκε για να εξοντωθεί η αμερικανική στρατηγική – στο Ιράκ και στη Λιβύη, όπου η κυβέρνηση Ομπάμα συνέβαλε στην αλλαγή καθεστώτος το 2011, αλλά όπου η πολιτική αστάθεια συνεχίζεται έκτοτε. Και ίσως τώρα, αυτό ακριβώς να πρόκειται να επαναληφθεί και στο Ιράν. 
 
Το κενό δεν είναι ουδέτερο 
 
Η θεμελιώδης παρεξήγηση στον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής αλλαγής καθεστώτων είναι η υπόθεση ότι η καταστροφή της υπάρχουσας τάξης δημιουργεί χώρο για κάτι καλύτερο. 
 
Αυτό δεν ισχύει: Δημιουργεί χώρο για όποιον «παίκτη» είναι καλύτερα οργανωμένος, καλύτερα εξοπλισμένος και πιο πρόθυμος να τον καταλάβει. Στο Ιράκ, αυτός ο «παίκτης» ήταν το Ιράν. 
 
Το ερώτημα τώρα, είναι ποιος θα καταλάβει τον αντίστοιχο χώρο εντός του ίδιου του Ιράν. 
 
Στο Ιράν, η ομάδα που πληρεί και τα τρία κριτήρια – οργανωμένη, εξοπλισμένη και πρόθυμη – είναι το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). Οι Φρουροί της Επανάστασης δεν είναι απλώς ένας στρατιωτικός θεσμός: Εκτιμάται πως ελέγχουν το 30% έως 40% της ιρανικής οικονομίας και διοικούν κατασκευαστικούς ομίλους, εταιρείες τηλεπικοινωνιών και πετροχημικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, έχουν καλλιεργήσει μια παράλληλη κρατική υποδομή επί δεκαετίες. 
 
Από τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στην αρχή της αμερικανο-ισραηλινής εκστρατείας βομβαρδισμών, οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν αναλάβει ουσιαστικά τον έλεγχο της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων. Όπως είπε ένας ειδικός για το Ιράν στο NBC News: «Ακόμη κι αν αντικαταστήσουν τον ανώτατο ηγέτη, αυτό που θα απομείνει από το καθεστώς θα είναι το IRGC». 
 
Η διαδοχή το επιβεβαίωσε: Ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ, με ισχυρούς δεσμούς με τους Φρουρούς της Επανάστασης, ονομάστηκε ανώτατος ηγέτης στις 8 Μαρτίου 2026. Πρόκειται για μια διαδοχή δυναστικού τύπου, υποστηριζόμενη από το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, που σηματοδοτεί την απόλυτη συνέχεια του παλιού καθεστώτος – όχι αλλαγή του καθεστώτος. 
 
Δεν μπορείς να αποδομήσεις τους Φρουρούς της Επανάστασης χωρίς να καταρρεύσει η οικονομία, και μια καταρρεύσασα οικονομία δεν παράγει μεταβατική κυβέρνηση: παράγει αποτυχημένο κράτος. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη κάνει αυτό το πείραμα στην Λιβύη. 
 
Δεν μπορείς να αφήσεις τους Φρουρούς της Επανάστασης στη θέση τους χωρίς να αφήσεις άθικτο τον καταναγκαστικό πυρήνα του καθεστώτος. Δεν υφίσταται καμία καθαρή, «χειρουργική» επιλογή, κατά την οποία ρίχνεις βόμβες, σκοτώνεις ορισμένα άτομα και ανακηρύσσεις μια «νέα ημέρα» στο Ιράν. 
 
Η εξορισμένη ιρανική αντιπολίτευση – οι Μουτζαχεντίν-ε-Χαλκ, οι μοναρχικοί που υποστηρίζουν την επιστροφή του γιου του τελευταίου Σάχη, και οι διάφορες δημοκρατικές παρατάξεις – παρουσιάζουν όλες το ίδιο πρόβλημα που παρουσίαζε ο Τσαλαμπί το 2003 στο Ιράκ: Έχουν πρόσβαση στην Ουάσιγκτον, αλλά δεν έχουν κανενός είδους εγχώρια νομιμοποίηση στο Ιράν. 
 
Οι Μουτζαχεντίν-ε-Χαλκ είναι καταχωρισμένοι ως τρομοκρατική οργάνωση από το Ιράν και είναι ευρέως μισητοί μέσα στη χώρα. Το μοναρχικό κίνημα δεν έχει κυβερνήσει το Ιράν από το 1979, και ο διεφθαρμένος, δεσποτικός ηγέτης του ανατράπηκε κατά την επανάσταση. Τα δίκτυα δημοκρατικών μεταρρυθμιστών που είχαν αρχίσει να αποκτούν δυναμική μέσα στο Ιράν δεν διασώθηκαν από τα αμερικανικά πλήγματα. Το ιρανικό καθεστώς είχε ήδη συντρίψει το κίνημα τον Ιανουάριο, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας χιλιάδες. 
 
Δεκαετίες έρευνας για το φαινόμενο της «Συσπείρωσης γύρω από την Σημαία» επιβεβαιώνουν αυτό που υπαγορεύει η κοινή λογική: μια εξωτερική επίθεση συγχωνεύει καθεστώς και έθνος, ακόμη και στην περίπτωση που οι πολίτες απεχθάνονται τους ηγέτες τους. Ιρανοί που μέχρι χθες φώναζαν συνθήματα κατά του ανώτατου ηγέτη, βλέπουν τώρα ξένες βόμβες να πέφτουν στις πόλεις τους. 
 
Το Ιράκ το 2003 είχε 25 εκατομμύρια κατοίκους, έναν στρατό αποδυναμωμένο από 12 χρόνια κυρώσεων και κανένα ενεργό πυρηνικό πρόγραμμα. Το Ιράν έχει 92 εκατομμύρια κατοίκους, οργανωμένα δίκτυα που δεν θα εξαφανιστούν αν πέσει η Τεχεράνη – στην πραγματικότητα, θα ενεργοποιηθούν – και ένα απόθεμα περίπου 400 – 450 kg υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, το οποίο η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας έχει δηλώσει πως αδυνατεί να εντοπίσει έπειτα από τα αμερικανο-ισραηλινά πλήγματα του 2025. 
 
Το ερώτημα που η Ουάσιγκτον δεν έχει απαντήσει: Ποιος κυβερνά 92 εκατομμύρια Ιρανούς; 
 
Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ έχει δηλώσει ότι όποιος κυβερνά το Ιράν πρέπει να λάβει την έγκριση της Ουάσιγκτον. Αλλά ένα βέτο δεν είναι ένα πολιτικό σχέδιο. 
 
Η έγκριση ή η απόρριψη υποψηφίων από την Ουάσιγκτον προϋποθέτει μια λειτουργική πολιτική διαδικασία, μια νόμιμη μεταβατική αρχή και έναν πληθυσμό πρόθυμο να αποδεχθεί την αμερικανική σφραγίδα στη νέα του ηγεσία. Απολύτως τίποτα από όλα αυτά δεν υφίσταται. 
 
Η Ουάσιγκτον έχει μια προτίμηση, δεν έχει ένα σχέδιο. Αν ο στόχος είναι η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, τότε γιατί το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ένα μη επαληθευμένο απόθεμα ουρανίου κατάλληλου για χρήση σε όπλα, οκτώ μήνες μετά τα πλήγματα του 2025; Τα πλήγματα δεν έλυσαν το ζήτημα της διάδοσης του πυρηνικού υλικού. Το έκαναν πιο επικίνδυνο και λιγότερο διαχειρίσιμο. 
 
Αν ο στόχος είναι η περιφερειακή σταθερότητα, γιατί κάθε γύρος πληγμάτων έχει οδηγήσει σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο; 
 
Η Ουάσιγκτον δεν έχει απάντηση σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα — έχει μόνο μια θεωρία καταστροφής. 
 
Απόδοση στα Ελληνικά: Πετροβούβαλος/Αβέρωφ 
 
σ.Π/Β: Ολόκληρη η επιχειρηματολογία του άρθρου ενισχύει την θέση ότι η επίθεση, είτε είναι γεωπολιτικά παράλογη, είτε έχει σαν στόχο την Κίνα, μέσω της δημιουργίας μιας γεωπολιτικής «μαύρης τρύπας» στο Ιράν, στο πρότυπο της Λιβύης. Ο πραγματικός πρωταρχικός στόχος είναι να πληγεί η σινική ενεργειακή ασφάλεια και η σινική γεωπολιτική επέκταση με όχημα τον BRI και έχει αναλυθεί στο ίδιο άρθρο που προβλέφθηκε αυτή η επίθεση. Μέχρις στιγμής πάντως, το Ισραήλ επιμένει στην καταστροφή του Ιράν και την μετατροπή του σε «Αποτυχημένο Κράτος» και οι ΗΠΑ συνεχίζουν να εξυπηρετούν αυτό τον στόχο, άσχετα από τις αντικρουόμενες ανοησίες που ακούγονται η μία πίσω από την άλλη από την αμερικανική και την ισραηλινή ηγεσία. Το που θα σταματήσει αυτή η υπόθεση – ή τουλάχιστον αυτή της η φάση – θα εξαρτηθεί από τα συνεκτιμώμενα κόστη που σχετίζονται, κατ’ αρχήν, με την κινεζική αντίδραση και την αντίδραση των υπολοίπων χωρών της Μέσης Ανατολής. Πάντως, η πυρηνική παράμετρος – που αναφέρεται και στο άρθρο – έχει προφανώς συνυπολογιστεί και πολύ πιθανόν να έχει δρομολογηθεί έτσι ώστε να προσφέρει ισχυρά επιχειρήματα για μια εκτεταμένη χερσαία επιχείρηση, ή για την χρήση πυρηνικών όπλων από πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ. Δεν είναι καθόλου απαραίτητο δε να γίνει πραγματική χρήση μιάς «βρώμικης βόμβας» από το Ιράν: Κάλλιστα μπορεί να γίνει από τον οποιονδήποτε και να «χρεωθεί» στο Ιράν για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης εντός των ΗΠΑ και της «Δύσης» ευρύτερα, που εσχάτως δείχνει να μην συμμορφώνεται απολύτως «προς τας εντολάς». Κάλλιστα επίσης, μπορεί να οδηγηθεί το Ιράν σε αδιέξοδο τέτοιου μεγέθους ώστε να είναι αναπόδραστη μία αντίδραση επιπέδου «Επιλογής του Σαμψών», όρος που, ειρωνικά, αναφέρεται στην πυρηνική επιλογή του Ισραήλ στην περίπτωση που θα θεωρήσει πως απειλείται η ύπαρξή του ως κράτους. 
 
Πηγή: The conversation (αναδημοσιεύεται υπό την άδεια Creative Commons)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.