Σελίδες

16 Μαΐου 2022

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αναβιώνει παλιά εθνικιστικά πάθη και μίση

Γράφει ο Stirlitz
 
Για να καταλάβει κανείς τις βαθιές ρίζες του πολέμου στην Ουκρανία, γιατί είπε αυτά που είπε ο Πούτιν στην ομιλία του στη μεγαλειώδη παρέλαση της 9ης Μαΐου στην Κόκκινη Πλατεία, αλλά και τους κινδύνους διάχυσης της σύρραξης σε γειτονικά κράτη, θα πρέπει να ανατρέξει στα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην ευρύτερη Ανατολική Ευρώπη από το 1919 έως το 1945.
 
Το κυρίαρχο γεγονός της περιόδου αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν η ίδρυση του ανεξάρτητου πολωνικού κράτους, 124 χρόνια μετά τον διαμελισμό του. Η Ρωσία που βρισκόταν στη δίνη ενός τρομερού εμφυλίου πολέμου από το 1917 που έγινε η Οκτωβριανή Επανάσταση, δεν ήταν σε θέση αρχικά να αντιδράσει αποτελεσματικά στην ίδρυση της ανεξάρτητης Πολωνίας (η οποία είχε την αμέριστη στήριξη Βρετανών και Γάλλων), αλλά το 1920 αναγκάστηκε να ασχοληθεί με αυτή τη νεοπαγή χώρα όταν οι Πολωνοί προήλασαν βαθειά μέσα στην Ουκρανία καταλαμβάνοντας ακόμα και το Κίεβο. Ο Λένιν έδωσε τότε εντολή στον Κόκκινο Στρατό να περάσει στην αντεπίθεση και πράγματι κατάφερε να απωθήσει τους Πολωνούς προς τον ποταμό Βιστούλα. Οι μπολσεβίκοι πίστεψαν τότε ότι θα μπορούσαν να κυριεύσουν τη Βαρσοβία και να προσαρτήσουν ολόκληρη την Πολωνία, αλλά τα κομμουνιστικά στρατεύματα του νεαρού στρατηγού Τουχατσέφσκι αποκρούστηκαν από τον Πολωνό στρατάρχη Πιλσούδσκι σε μια εκπληκτική εκστρατεία που έμεινε στην Ιστορία ως το «θαύμα στον Βιστούλα». Παρόμοια ατυχία γνώρισαν οι μπολσεβίκοι και στα βόρεια, όπου η Φινλανδία, κερδίζοντας το 1919 για πρώτη φορά στην Ιστορία της την ανεξαρτησία της από τη Ρωσία, κατάφερε με έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο να την κατοχυρώσει και στρατιωτικά έχοντας ως ηγέτη τον στρατάρχη Μανερχάιμ, έναν πρώην υπασπιστή του τσάρου ο οποίος έμαθε να μιλάει τα φινλανδικά σε ηλικία 50 ετών. 
 
Έπειτα από το διπλό φιάσκο στην Πολωνία και τη Φινλανδία, οι φιλοδοξίες των Σοβιετικών να ανακτήσουν τα εδάφη που ανήκαν παραδοσιακά στην τσαρική Ρωσία ψαλιδίστηκαν προσωρινά, αλλά δεν έπαψαν να υφίστανται. Όταν την εξουσία στην ΕΣΣΔ ανέλαβε ο Στάλιν μετά τον θάνατο του Λένιν, απέρριψε το δόγμα της βίαιης εξαγωγής της κομμουνιστικής επανάστασης στην υπόλοιπη Ευρώπη και άρχισε να ασκεί μία έξυπνη και αδίστακτη εξωτερική πολιτική με στόχο 1) να κρατήσει την ΕΣΣΔ μακριά από έναν νέο μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο, και 2) να εξυπηρετήσει αποκλειστικά και μόνο τα μακροπρόθεσμα ρωσικά εθνικά συμφέροντα. Υπό το πρίσμα αυτό, ο Στάλιν έλαβε μία απόφαση καθοριστικής ιστορικής σημασίας τον Αύγουστο του 1939. 
 
Την εποχή εκείνη, κι ενώ πύκνωναν τα σύννεφα ενός γερμανοπολωνικού πολέμου που απειλούσε να φέρει την Ευρώπη σε μια νέα μεγάλη σύρραξη λόγω των εγγυήσεων που είχε δώσει η Βρετανία στην Πολωνία, ο Στάλιν αντελήφθη ότι οι Αγγλογάλλοι που μέχρι τότε είχαν περιφρονήσει τελείως τη Σοβιετική Ένωση στις διπλωματικές επαφές που είχαν με τη ναζιστική Γερμανία, επεδίωκαν να στρέψουν την τελευταία εναντίον της ΕΣΣΔ ώστε να βάλουν τα δύο ολοκληρωτικά καθεστώτα -που ήταν ορκισμένοι εχθροί μεταξύ τους- να αλληλοεξοντωθούν. Ο Στάλιν όμως ήταν αποφασισμένος να μην «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά» για λογαριασμό άλλων (όπως είχε κάνει η τσαρική Ρωσία στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), και επιπλέον διαπίστωσε ότι οι Αγγλογάλλοι δεν ήταν σε θέση να του δώσουν τα χαμένα ρωσικά εδάφη που επιθυμούσε να ανακτήσει. Έτσι έκανε έναν διπλωματικό ελιγμό απόλυτου γεωπολιτικού κυνισμού και υπέγραψε με τη ναζιστική Γερμανία το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ το οποίο συνοδευόταν από ένα μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ των δύο χωρών.
 
Με βάση αυτό το μυστικό πρωτόκολλο η χιτλερική Γερμανία και η σταλινική ΕΣΣΔ θα μοίραζαν μεταξύ τους την Πολωνία, στην οποία ήταν έτοιμος να επιτεθεί ο Χίτλερ για τους δικούς του λόγους. Επιπλέον, η Εσθονία και η Λετονία θα περιέρχονταν στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ, και το ίδιο θα συνέβαινε με τη ρουμανική επαρχία της Βεσσαραβίας. Όλα αυτά τα εδάφη που η ΕΣΣΔ συμφώνησε με τη Γερμανία να ανακτήσει (δηλαδή η Ανατολική Πολωνία όπου κατοικούσαν κατά κύριο λόγο άνθρωποι ουκρανικής και λευκορωσικής καταγωγής), η Εσθονία, η Λετονία και η Βεσσαραβία) είχαν αποσπαστεί από την τσαρική Ρωσία με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, επομένως ο Στάλιν επιχειρούσε να επαναφέρει τα δυτικά σύνορα της ΕΣΣΔ στα όρια που είχε παλαιότερα η Ρωσική Αυτοκρατορία, και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να ρίξει ούτε τουφεκιά όπως ήλπιζε. Ενώ αρχικά το μυστικό πρωτόκολλο του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ προέβλεπε ότι η Λιθουανία θα βρισκόταν υπό τη γερμανική επιρροή, μόλις ολοκληρώθηκαν οι γερμανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πολωνία, η Μόσχα πίεσε το Βερολίνο να δεχθεί μία τροποποίηση του πρωτοκόλλου και η Λιθουανία περιήλθε κι αυτή υπό τη σοβιετική σφαίρα επιρροής.  
 
Ενώ οι Γερμανοί και οι Αγγλογάλλοι ετοιμάζονταν να συγκρουστούν μεταξύ τους μετά την πτώση της Πολωνίας, ο Στάλιν απαίτησε εκβιαστικά από τις τρεις βαλτικές χώρες να δεχθούν στο έδαφός τους σοβιετικά στρατεύματα, όπως και έγινε. Υποχρέωσε επίσης έπειτα από πόλεμο 105 ημερών τη Φινλανδία να κάνει εδαφικές παραχωρήσεις στην ΕΣΣΔ για να διασφαλιστεί κυρίως η άμυνα του Λένινγκραντ. Τον Απρίλιο του 1940 ο Στάλιν διέταξε να εκτελεστούν με μία σφαίρα στον αυχένα 21.000 Πολωνοί αξιωματικοί που είχαν αιχμαλωτιστεί από τον Κόκκινο Στρατό την προηγούμενη χρονιά (το έγκλημα αυτό θα ερχόταν στο φως το 1943 όταν θα ανακαλύπτονταν τυχαία από τους Γερμανούς τα πτώματα 14.000 εκτελεσθέντων Πολωνών στο δάσος του Κατύν κοντά στο Σμολένσκ). 
 
Τον Ιούνιο του 1940, κι ενώ το σύνολο σχεδόν της Βέρμαχτ βρισκόταν στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες έχοντας πετύχει μία απίστευτη νίκη σε βάρος των Αγγλογάλλων, ο Στάλιν βρήκε την ευκαιρία να απαιτήσει με τελεσίγραφο από τη Ρουμανία να του παραχωρηθούν οι επαρχίες της Βεσσαραβίας και της Βόρειας Βουκοβίνας (δηλαδή η σημερινή Μολδαβία). Οι Ρουμάνοι ρώτησαν τον Χίτλερ τι έπρεπε να κάνουν, κι εκείνος τους είπε ότι αδυνατούσε προς το παρόν να τους βοηθήσει στρατιωτικά και επομένως έπρεπε να συμμορφωθούν με το σοβιετικό τελεσίγραφο – έτσι τα σοβιετικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Βουκοβίνα χωρίς να πέσει ούτε τουφεκιά. 
 
Παρ’ ότι η Βεσσαραβία είχε όντως παραχωρηθεί από τους Γερμανούς στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ, δεν ίσχυε το ίδιο για τη Βόρεια Βουκοβίνα, και επιπλέον η είσοδος των σοβιετικών στρατευμάτων σ’ αυτές τις δύο ρουμανικές επαρχίες τα έφερε σε απόσταση λίγων δεκάδων χιλιομέτρων από τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές του Πλοέστι από τις οποίες η Γερμανία έπαιρνε μεγάλη ποσότητα του πετρελαίου που χρειαζόταν. Έτσι ο Χίτλερ πήρε μία μοιραία απόφαση. Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα από την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων στη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Βουκοβίνα, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αφήσει την ΕΣΣΔ ελεύθερη να τον μαχαιρώσει πισώπλατα όποτε θα έβρισκε την ευκαιρία, και έδωσε εντολή στη γερμανική ανώτατη στρατιωτική ηγεσία να ετοιμάσει μία επίθεση κατά της ΕΣΣΔ εντός του 1941, την περίφημη επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Παρεμπιπτόντως, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ο Χίτλερ θορυβήθηκε με την είσοδο των Σοβιετικών στη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Βουκοβίνα, δηλαδή την απειλή κατά των ρουμανικών πετρελαιοπηγών, αποφάσισε να καταλάβει και την Ελλάδα την άνοιξη του 1941 ώστε να απομακρύνει τη βρετανική αεροπορία από το Πλοέστι.  
 
Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941, η κίνηση αυτή αντιπροσώπευε ένα γενικότερο ξεκαθάρισμα λογαριασμών στην Ανατολική Ευρώπη. Ο πιο έμπιστος σύμμαχος του Χίτλερ ήταν ο Ρουμάνος δικτάτορας, στρατηγός Ίων Αντωνέσκου. Δύο ρουμανικές στρατιές με 300.000 άνδρες ανέλαβαν την αποστολή να περάσουν τον ποταμό Προύθο, να ανακαταλάβουν τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Βουκοβίνα από τους Σοβιετικούς και να κυριεύσουν την Οδησσό, ενώ στον βορρά ο φινλανδικός στρατός με 470.000 άνδρες επιχείρησε να πάρει πίσω τα εδάφη που είχε αποσπάσει δια της βίας ο Στάλιν το 1940. Τα γερμανικά στρατεύματα (λίγο παραπάνω από 3 εκατομμύρια άνδρες) έγιναν δεκτά στις βαλτικές χώρες και στην Ουκρανία με ξέφρενο ενθουσιασμό από τους ντόπιους. Κοπέλες έραιναν με λουλούδια τις γερμανικές φάλαγγες, χωρικοί προσέφεραν στους Γερμανούς ψωμί και αλάτι -την παραδοσιακή σλαβική χειρονομία της φιλοξενίας προς τους οδοιπόρους- και γυναίκες έβγαιναν στους δρόμους κρατώντας σταυρούς ζητώντας να ευλογεί ο Θεός τους Γερμανούς στρατιώτες που τους απάλλαξαν από τους άθεους κομμουνιστές. 
 
Στη Λιθουανία οι ντόπιοι έδιναν τους Γερμανούς καταλόγους με ονόματα στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος ζητώντας την εξόντωσή τους, και άρχισαν να προβαίνουν και οι ίδιοι σε αιματηρά πογκρόμ κατά των Εβραίων, με εκτελέσεις που γίνονταν μερικές φορές σε κεντρικές πλατείες ενώπιον κοινού. Στην Ουκρανία, όπου οι μνήμες από τον φοβερό λιμό του 1932-33 (που στοίχισε τη ζωή σε 5-7 εκατομμύρια ανθρώπους) ήταν ακόμα νωπές, υπήρξε η αίσθηση ότι οι Γερμανοί είχαν έρθει για να απαλλάξουν οριστικά τους Ουκρανούς από το σταλινικό καθεστώς. Συγκροτήθηκαν αμέσως ομάδες αντικομμουνιστών παρτιζάνων, ο λεγόμενος Ουκρανικός Ανταρτικός Στρατός (UPA) -ο πρόγονος του σημερινού ναζιστικού Τάγματος Αζόφ- που επιτίθονταν στον σοβιετικό στρατό και έκαναν δολιοφθορές σε βάρος του εμποδίζοντάς τον να πολεμήσει τους Γερμανούς εισβολείς.  
 
Στόχος του UPA ήταν να σχηματιστεί ένα ανεξάρτητο ουκρανικό κράτος, σύμμαχος των ναζί, το οποίο θα περιελάμβανε όχι μόνο ουκρανικά αλλά και παλιά πολωνικά και λευκορωσικά εδάφη. Η πολεμική σημαία του είχε κόκκινο και μαύρο χρώμα που συμβόλιζαν το αίμα των Ουκρανών ανταρτών που χυνόταν στην ουκρανική μαύρη γη. Τα μέλη του χαιρετιούνταν μεταξύ τους με τις φράσεις «Δόξα στην Ουκρανία! Δόξα στους ήρωες!» («Slava Ukrayini! Heroyam slava!»). Σας θυμίζει κάτι αυτό από όσα βλέπουμε να συμβαίνουν σήμερα στην Ουκρανία; Φυσικά οι Πολωνοί αντέδρασαν δυναμικά στα σχέδια των Ουκρανών φασιστών. Για όσο διάστημα οι Γερμανοί κατείχαν την Ουκρανία, διεξήχθη ένας πόλεμος απίστευτης αγριότητας μεταξύ των Πολωνών και των Ουκρανών ανταρτών για το ποιος θα ελέγχει την παλιά Ανατολική Πολωνία που είχε προσαρτήσει ο Στάλιν το 1939 με βάση το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ. Πολωνοί αντάρτες έμπαιναν στο έδαφος της Ουκρανίας, στη Βολύνια και την Ανατολική Γαλικία, έκαιγαν ολόκληρα χωριά και σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, ενώ σε ανταπόδοση Ουκρανοί αντάρτες έμπαιναν στα κατεχόμενα πολωνικά εδάφη ρήμαζαν και σκότωναν ακόμη και παιδιά και έγκυες γυναίκες – υπολογίζεται ότι συνολικά εξοντώθηκαν περισσότεροι από 100.000 Πολωνοί. Το 2016 μάλιστα η Πολωνία ανακήρυξε τις σφαγές εκείνης της περιόδου ως γενοκτονία σε βάρος του πολωνικού έθνους. Αυτά για να γνωρίζουμε πόσο πολύ αγαπούν διαχρονικά οι Πολωνοί τους Ουκρανούς. 
 
Η περιοχή όπου σήμερα μαίνονται οι μάχες στην Ουκρανία γνώρισε τρομερές μάχες και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Μάιο του 1942 οι Σοβιετικοί που είχαν ένα μεγάλο προγεφύρωμα επί του ποταμού Ντόνετς στο Ιζιούμ προσπάθησαν να απελευθερώσουν το Χάρκοβο αλλά έπεσαν σε παγίδα των Γερμανών και υπέστησαν πανωλεθρία αφού αιχμαλωτίστηκαν 241.000 στρατιώτες τους. Έτσι άνοιξε ο δρόμος στη Βέρμαχτ για να φτάσει μετά από μερικούς μήνες μέχρι τον Καύκασο και τον ποταμό Βόλγα. Έπειτα από τη νίκη στο Στάλινγκραντ και καθώς προήλαυναν ασταμάτητοι προς δυσμάς, οι Σοβιετικοί πίστεψαν τον Φεβρουάριο του 1943 ότι είχαν μία σπάνια ευκαιρία να διαλύσουν τον γερμανικό στρατό στην Ανατολική Ουκρανία και να φθάσουν στον Δνείπερο. Όντως κατέλαβαν το Χάρκοβο (η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της ΕΣΣΔ εκείνη την εποχή με 833.000 κατοίκους), το Μπιέλγκοροντ, το Στάλινο (σημερινό Ντονέτσκ), το Σλαβιάνσκ, το Κραματόρσκ, το Κρασνοαρμέισκ (σημερινό Ποκρόφσκ) και το Βοροσίλοφγκραντ (σημερινό Λουγκάνσκ) αλλά δεν υπολόγισαν την εκπληκτική ικανότητα ανασύνταξης που είχαν οι Γερμανοί και την επιχειρησιακή ιδιοφυΐα του στρατάρχη φον Μανστάιν. Καθώς πλησίαζαν στη Ζαπορίζια δέχθηκαν σφοδρή πλευρική γερμανική αντεπίθεση (στην οποία τον κύριο ρόλο έπαιξαν οι 3 πιο επίλεκτες μεραρχίες των Waffen SS, «Σωματοφυλακή Αδόλφου Χίτλερ», «Ράιχ» και «Νεκροκεφαλή», που είχαν μεταφερθεί εσπευσμένα σιδηροδρομικώς στο Ανατολικό Μέτωπο από την κατεχόμενη Γαλλία) και έχασαν το Χάρκοβο για δεύτερη φορά, για να το απελευθερώσουν οριστικά τον Αύγουστο του 1943. 
 
Στο μεταξύ οι Γερμανοί λόγω των φυλετικών αντιλήψεών τους που υποβίβαζαν όλους τους Σλάβους στο επίπεδο του «υπανθρώπου», αντί να εκμεταλλευτούν τη φιλική διάθεση των Ουκρανών εθνικιστών, τους έκαναν εχθρούς τους, και το 1943 υπήρξαν αρκετές αψιμαχίες μεταξύ τους με χιλιάδες θύματα και από τις δύο πλευρές. Αυτό όμως δεν ελάττωσε καθόλου τον φανατικό αντιρωσισμό των Ουκρανών ναζί. Την ίδια χρονιά συγκροτήθηκε από τους Γερμανούς η 14η Μεραρχία Γρεναδιέρων SS «Γαλικία» στελεχωμένη αποκλειστικά από Ουκρανούς ναζί, η οποία πολέμησε μέχρι το 1945 στο πλευρό των χιτλερικών. Στη Λετονία συγκροτήθηκαν η 15η και η 19η Μεραρχία Γρεναδιέρων SS στελεχωμένες με Λετονούς εθελοντές, και στην Εσθονία η 20ή Μεραρχία Γρεναδιέρων SS στελεχωμένη με Εσθονούς ναζί. (Μας λέει άραγε κάτι αυτό για τα όρια όπου έχει φθάσει το ΝΑΤΟ σήμερα; ). 
 
Όταν στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1944 ο Κόκκινος Στρατός έδινε αιματηρές μάχες με τους Γερμανούς στη δυτική όχθη του Δνείπερου για να απελευθερώσει τη δυτική Ουκρανία, οι φασίστες Ουκρανοί αντάρτες του UPA στράφηκαν και πάλι εναντίον του. Κατάφεραν μάλιστα να σκοτώσουν σε ενέδρα έναν από τους διασημότερους και πιο ταλαντούχους Σοβιετικούς ανώτατους αξιωματικούς, τον ρωσικής καταγωγής διοικητή του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, στρατηγό Νικολάι Βατούτιν. Ποιος ήταν ο Βατούτιν; Ήταν αυτός που είχε πετύχει την πρώτη κύκλωση μεγάλου γερμανικού σχηματισμού στο ρωσικό μέτωπο το 1942 στο Ντεμιάνσκ, είχε καταστρέψει την ιταλική 8η Στρατιά μεταξύ των ποταμών Ντόνετς και Ντον τον Δεκέμβριο του 1942, είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη νίκη επί των Γερμανών στη μάχη του Κουρσκ τον Ιούλιο του 1943, και είχε απελευθερώσει το Κίεβο τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Μέσα σε δύο μήνες από τη δολοφονία του Βατούτιν, σκοτώθηκαν επί ουκρανικού εδάφους πολεμώντας κατά των Γερμανών και οι δύο αδελφοί του που υπηρετούσαν κι αυτοί στον Κόκκινο Στρατό.  
 
Η εκδίωξη των Γερμανών από τη σοβιετική επικράτεια δεν σήμανε και το τέλος της δράσης των ανταρτικών ομάδων στις βαλτικές χώρες και στην Ουκρανία. Στη Λιθουανία οι λεγόμενοι «Αδελφοί του Δάσους» συνέχισαν το αντάρτικο κατά των σοβιετικών δυνάμεων μέχρι που ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη του Κάλνισκε στις 16 Μαΐου 1945. Στην Ουκρανία ένα παρακλάδι του UPA, η ακροδεξιά Οργάνωση Ουκρανών Εθνικιστών (OUN-B) υπό τον διαβόητο φασίστα Στεπάν Μπαντέρα, συνέχισε το αντάρτικο κατά της ΕΣΣΔ μέχρι το 1955 (!) οπότε έγινε πλέον σαφές ότι οι Ουκρανοί εθνικιστές δεν μπορούσαν να περιμένουν καμία βοήθεια από το εξωτερικό. Η OUN-B αυτοδιαλύθηκε και ο Μπαντέρα κατέφυγε μαζί με την οικογένειά του στο Μόναχο της Δυτικής Γερμανίας όπου τον δολοφόνησαν πράκτορες της KGB το 1959. 
 
Στο μεταξύ, οι Δυτικοί Σύμμαχοι παρέδωσαν στην ΕΣΣΔ του Στάλιν όλα τα εδάφη που αυτή είχε αποκτήσει μέσω του μυστικού πρωτοκόλλου του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ. Η επιμονή του Στάλιν ότι δεν επρόκειτο να δεχθεί τίποτα λιγότερο από εδαφική άποψη από ό,τι είχε αρπάξει πριν την επίθεση των Γερμανών το 1941, έφερε αποτέλεσμα. Στη Διάσκεψη της Τεχεράνης τον Νοέμβριο του 1943 ο Τσώρτσιλ πρότεινε την περίφημη μετατόπιση της Πολωνίας προς δυσμάς, δηλαδή να κρατήσει οριστικά η ΕΣΣΔ την παλιά Ανατολική Πολωνία που της παραχώρησαν οι ναζί το 1939, και σε αντάλλαγμα να λάβει η Πολωνία γερμανικά εδάφη στα δυτικά της τα οποία δεν είχαν υπάρξει ποτέ μέχρι τότε πολωνικά, όπως η Πομερανία, η Σιλεσία και ένα τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Στάλιν ικανοποιήθηκε με τη βρετανική πρόταση η οποία συζητήθηκε πάλι στη Διάσκεψη της Γιάλτας, συμφωνήθηκε επισήμως στη Διάσκεψη του Πότσδαμ και υλοποιήθηκε από το 1945.  
 
Επειδή η εκδίωξη των ναζί από την Ανατολική Ευρώπη είχε στοιχίσει ποταμούς αίματος στους Σοβιετικούς (είχαν 600.000 νεκρούς στρατιώτες στην Πολωνία, 250.000 στη Ρουμανία και 150.000 στη Γιουγκοσλαβία), ο Στάλιν θεώρησε ότι η ΕΣΣΔ είχε το ηθικό δικαίωμα να ανταμειφθεί με την προσάρτηση και άλλων εδαφών. Έτσι, κράτησε μόνιμα τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Βουκοβίνα, τα εδάφη των οποίων απετέλεσαν την κατοπινή Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας. Κράτησε επίσης ως ρωσικό έδαφος ένα τμήμα της γερμανικής Ανατολικής Πρωσίας που περιείχε την πρωτεύουσα της επαρχίας αυτής, την παλιά Καινιξβέργη, τη θεωρούμενη ως λίκνο του πρωσικού μιλιταρισμού, την οποία και μετονόμασε το 1946 σε Καλίνινγκραντ προς τιμήν του αποβιώσαντος προέδρου του Ανωτάτου Σοβιέτ, Μιχαήλ Καλίνιν. (Το όνομα του Καλίνιν είχε πάρει προπολεμικά και η μεγάλη πόλη Τβερ βορειοδυτικά της Μόσχας, αλλά παρ’ ότι αυτή επανήλθε στην παλιά ονομασία της μετά την πτώση του κομμουνισμού το 1991 δεν συνέβη το ίδιο και με το Καλίνινγκραντ).  
 
Από τα παραπάνω καταλαβαίνει κανείς ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία απειλεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου στην Ανατολική Ευρώπη και να αναζωπυρώσει παλιά εθνικιστικά πάθη και μίση. Αυτή τη στιγμή η Ουκρανία δεν κινδυνεύει να χάσει εδάφη μόνο από τους Ρώσους, αλλά και από τους Πολωνούς που πιθανώς να θελήσουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για να ανακαταλάβουν τη Γαλικία (που ούτως ή άλλως είναι καθολική περιοχή και όχι ορθόδοξη) και το Λβιβ, το οποίο μέχρι το 1939 ήταν πολωνική πόλη και ονομαζόταν Λβοφ. Είναι επίσης πιθανό οι Ρουμάνοι να επιχειρήσουν να βάλουν πόδι και πάλι στη Μολδαβία με το σκεπτικό ότι αυτή η περιοχή αποσπάστηκε βίαια από τη χώρα τους από τον Στάλιν με τη συγκατάθεση του Χίτλερ. Αλλά και ο θύλακος του Καλίνινγκραντ που παραμένει ως σήμερα υπό ρωσικό έλεγχο αποτελεί άλλη μία πιθανή αφορμή διάχυσης του πολέμου που διεξάγεται στην Ουκρανία, διότι μόλις 60 χιλιόμετρα λιθουανικού και πολωνικού εδάφους τον χωρίζουν από τη Λευκορωσία. Βέβαια, αν η Ρωσία επιχειρήσει να τον ενσωματώσει στον εθνικό της κορμό, αυτό θα σημάνει παραβίαση του εδάφους χωρών του ΝΑΤΟ και πιθανώς τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  
 
Αναρωτιέμαι αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε πλήρη αντίληψη του κουτιού της Πανδώρας που άνοιξε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, και αν συναισθάνεται τις ολέθριες συνέπειες που μπορεί να έχει για την Ελλάδα η ενεργός ανάμιξή της σε μια σύρραξη η οποία μπορεί σύντομα να αποκτήσει διαστάσεις που ελάχιστοι είχαν φανταστεί πριν από δύο μήνες. 
 
το είδαμε ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.