Γράφουν οι Γεώργιος Χ. Μπάλτος και Ιωάννης Βιδάκης
Περί το 1912 δεν υπήρχε πολεμικό πλοίο στο οθωμανικό ναυτικό ικανό να αντιμετωπίσει το θωρηκτό «Αβέρωφ», και ως εκ τούτου η Τουρκία ήταν αποφασισμένη να αγοράσει σκάφη τύπου dreadnoughts. Τα τελευταία ονομάστηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν σε συνέχεια του Royal Navy HMS Dreadnought που πρώτο κινήθηκε με ατμοστροβίλους, σημαίνοντας μια νέα εποχή για τις ναυτικές επιχειρήσεις και την ενεργειακή υποστήριξή τους. Το Οθωμανικό Υπουργείο Ναυτικού παρέδωσε σχετική παραγγελία στο βρετανικό ναυπηγείο Vickers Ltd. Το πλοίο των 27.500 τόνων «ανέβηκε στα σκαριά», επρόκειτο δε να ονομαστεί «Ρεσαντιγιέ», η τιμή του ήταν 2,3 εκατομμύρια λίρες και επικεφαλής της επιτροπής παραλαβής στα ναυπηγεία απεστάλη ο αξιωματικός Βασίφ Αχμέτ Μπέης.
Το 1913, ένα δεύτερο πλοίο, που αρχικά προοριζόταν για την Βραζιλία, συμφωνήθηκε με το βρετανικό ναυπηγείο Armstrong Whitworth να παραληφθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κι από «Ρίο ντε Τζανέιρο» μετονομάστηκε σε «Σουλτάνος Οσμάν». Και τα δύο dreadnoughts έπρεπε να παραδοθούν στα μέσα του 1914, ενώ ένα τρίτο πολεμικό πλοίο, που ονομάστηκε Φατίχ, παραγγέλθηκε από την Vickers Ltd. το 1914 (Fotakis, 2005).
Υπήρξε βέβαια ένας λόγος για τον οποίο τα βρετανικά ναυπηγεία αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αργά στις εν λόγω κατασκευές. Καθώς πλησίαζε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η βρετανική κυβέρνηση δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει τέτοια ισχυρά πλοία να εγκαταλείψουν τα βρετανικά ύδατα, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία «φλέρταρε» με την Γερμανία προς μια συμμαχία. Ο πρώτος άρχοντας του ναυαρχείου, Ουίνστον Τσόρτσιλ, γνώριζε ότι ένας επιλεκτικός αποκλεισμός πελατών-χωρών θα σήμαινε μια διπλωματική κρίση, αλλά συγχρόνως δεν θα μπορούσε να αναλάβει τον κίνδυνο να προσληφθούν αυτά τα πολεμικά πλοία εναντίον του Βασιλικού Ναυτικού.
Το πρωινό της 1ης Αυγούστου 1914, μόλις είκοσι ώρες πριν να ανυψωθεί η οθωμανική σημαία επί του «Σουλτάνος Οσμάν», το πλοίο κατασχέθηκε και το πλήρωμα αναγκάστηκε να το εκκενώσει. Στις 3 Αυγούστου 1914, ο Τσόρτσιλ δήλωσε ότι η βρετανική κυβέρνηση είχε επιβάλει εμπάργκο στα δύο πολεμικά πλοία. Όταν η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο την επόμενη μέρα, τα δύο πλοία ύψωσαν βρετανική σημαία, ονομαζόμενα Έριν και Άτζινκερτ, χωρίς αποζημίωση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς η τελευταία συμμάχησε με την Γερμανία. Το οθωμανικό πλήρωμα αναχώρησε από την Βρετανία με «άδεια χέρια» και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις 22 Αυγούστου 1914. Η κατάληψη των δύο dreadnoughts από την Βρετανία προκάλεσε δέος στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ενβέρ Πασά χαρακτήρισε αυτή την πράξη ως σαφή απόδειξη της «βρετανικής προδοσίας» (Vidakis, 2015).
Το πρωινό της 1ης Αυγούστου 1914, μόλις είκοσι ώρες πριν να ανυψωθεί η οθωμανική σημαία επί του «Σουλτάνος Οσμάν», το πλοίο κατασχέθηκε και το πλήρωμα αναγκάστηκε να το εκκενώσει. Μήπως μια παρόμοια εξέλιξη, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει έναν αιώνα αργότερα σε σχέση με την τουρκική προμήθεια των αεροσκαφών F-35 (Atlı, 2016; Shiner, 2019).
---------------------------------------------------------
Προφανώς, ετούτη η σύντομη ιστορική αναφορά δεν σημειώθηκε χωρίς λόγο. Μας θύμισε την σύγχρονη εξέλιξη με τον προσωρινό προς το παρόν αποκλεισμό της Τουρκίας από τα προγράμματα συμπαραγωγής και απόκτησης των αεροσκαφών F-35 σε αντίποινα για την αγορά των πυραυλικών συστημάτων S-400 από την Ρωσία. Όσο απλουστευτικό και να ακούγεται, αν κατά το λαϊκώς λεγόμενο ο «Θεός της Ελλάδας» χάρισε μια ευκαιρία υπεροπλίας και επακόλουθης ασφάλειας τότε στην χώρα μας, μήπως η τρέχουσα κατάσταση γύρω από τους συγκεκριμένους εξοπλισμούς αποτελεί μια παρόμοιας εμβέλειας και σημασίας ευκαιρία που η πατρίδα μας δεν πρέπει να απωλέσει; Η υπόθεση είναι βάσιμη αν συλλογιστούμε τι θα συνέβαινε εάν η Τουρκία είχε ήδη, όπως αρχικά προγραμματίστηκε, στην διάθεσή της τα πρώτα F-35, για τα οποία προ μηνών Τούρκοι πιλότοι ταξίδεψαν στις ΗΠΑ προκειμένου να τα οδηγήσουν προς το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ή τι θα σήμαινε εάν η Ελλάδα είχε ήδη διασφαλίσει και επιταχύνει την είσοδό της στο ίδιο πρόγραμμα αντί να αναβάλλει μια ασύγκριτη δυναμική πολλαπλασιασμού της αποτρεπτικής ισχύος της.
Οι προηγηθείσες σκέψεις μοιάζουν να είναι σε απόσταση από τον τίτλο περί εκφοβισμού στις διεθνείς σχέσεις, αλλά δεν είναι ... Θα συγκεράσουμε παρακάτω bullying και anti-bullying, εκ των προτέρων, ωστόσο, ας προϊδεάσουμε ότι το δεύτερο επιτυγχάνεται με πολλά ημίμετρα αλλά πρώτιστα με ένα μέτρο, την πολύπλευρη επίρρωση της ισχύος και την αριστεία εκ μέρους του απειλούμενου. Κι αν επιχειρήσουμε έναν ακόμη απλοϊκό μα όχι τόσο απλό ορισμό του «ποιος είναι ο άριστος μαθητής, αυτός δεν είναι άλλος από εκείνον που προνοεί και μελετά τα αυριανά μαθήματα, σήμερα», μην αναβάλλοντας τις μελέτες (βλέπε προετοιμασία, άσκηση και εξοπλισμό) που αναπόφευκτα θα συμβούν στο μέλλον.
BULLYING KAI ANTI-BULYING MANAGEMENT
Με αφορμή τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ή ακριβέστερα τις επίμονες όσο και πολύτροπες μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας, ευάριθμοι αναλυτές πράγματι απέδωσαν συνολικά την εν λόγω συμπεριφορά ως «bullying». Σε μια πρώτη εντύπωση μοιάζει παράταιρο να μεταφέρεται ένας όρος από τον χώρο της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας στις διεθνείς σχέσεις. Πολύ περισσότερο που οι πρώτες πραγματεύονται ανθρώπινες σχέσεις, συνηθέστερα ατομικές ή αφηρημένα συλλογικές συμπεριφορές. Από την άλλη πλευρά, στο πεδίο των διεθνών σχέσεων είναι τα κράτη που πρωταγωνιστούν και εύλογα ακολουθούν λόγω της πολυπλοκότητάς τους διαφορετικές νόρμες και συμπεριφορές από εκείνες των ατόμων, ανήλικων αλλά και ενήλικων, που ασκούν ή υφίστανται bullying αντίστοιχα.
Αν λάβουμε, ωστόσο, υπόψη μας ότι πληθώρα ερευνητών κατά τις τελευταίες δεκαετίες ακολουθούν κονστρουκτιβιστικές αναλύσεις που διαπερνούν τις απρόσωπες κρατικές δομές, διαβλέποντας τους κύριους συντελεστές στα ανθρωπολογικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά παρασκήνια μιας κρατικής πολιτικής και πρακτικής, κρίνουμε εύλογη την υπόθεση εργασίας που θα εξετάσει χαρακτήρες και χαρακτηριστικά bullying για λογαριασμό μιας χώρας όπως η Τουρκία. Περισσότερο δε που η εξουσία εκεί εξελίσσεται σε προσωποπαγής, ορίζεται εν πολλοίς από το θυμικό ενός ηγέτη και λιγότερο από τους απρόσωπους και τεχνοκρατικούς θεσμούς μιας αστικής δημοκρατίας. Ακόμη περισσότερο που, καθώς όλοι οι διεθνολόγοι υποστηρίζουν, το διεθνές πολιτικό σύστημα δεν είναι ακόμη τόσο στιβαρά και συνεκτικά δικαιικά οργανωμένο και ρυθμισμένο όσο είναι μια κρατική πολιτεία με κυριαρχία, αστυνομία, νόμους και απόλυτη εξουσία στην επικράτειά της. Δηλαδή, μεταξύ κρατών οι σχέσεις πιθανόν προσομοιάζουν στις ανθρώπινες σχέσεις με τα «πάθη» και τις αδυναμίες τους, «σαν σε ζούγκλα» κατά την λαϊκή ρήση, ανεξέλεγκτες από αστυνόμευση και κυρίαρχη επιβολή του νόμου. Εντέλει, αξίζει μια διάγνωση bullying, αλλά, γιατί όχι, μια πρόνοια και προετοιμασία για antibullying!
Δεν είναι προφανώς για τα μέτρα του παρόντος άρθρου μια πλήρης ανάλυση κι επαλήθευση της προαναφερθείσας υπόθεσης εργασίας. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον να σταχυολογηθούν κομβικές συμπεριφορές εκφοβισμού και να αντιστοιχηθούν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Για παράδειγμα, χαρακτηριστικά, το υποκείμενο του εκφοβισμού έχει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, καθώς εκτελεί πρώτο την προσβολή. Η Τουρκία πράγματι σύρει τον χορό των διεκδικήσεων, έχοντας πρωτοβουλία κινήσεων. Το υποψήφιο «θύμα», από την άλλη, προβλέπει, προνοεί και προετοιμάζεται για να διαχειριστεί τον αιφνιδιασμό με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες, αυξάνοντας δυνατότητες, μειώνοντας αδυναμίες ή τουλάχιστον αποφεύγοντας την έκθεσή τους.
Το υποκείμενο του εκφοβισμού είναι θρασύδειλο με την έννοια ότι επιτίθεται στον πιο αδύνατο και κολακεύει τον πιο ισχυρό. Για την ακρίβεια, επιτίθεται σε αυτόν που δεν αντιστέκεται, ακόμη κι αν είναι δυνατός, ενώ διστάζει εμπρός σε αυτόν που είναι αποφασιστικός και αδίστακτος, ακόμη κι αν είναι ασθενέστερος. Ο αμυνόμενος, πρέπει να είναι σε εγρήγορση και δραστηριοποίηση. Να αμύνεται αποφασιστικά χωρίς ωστόσο να παρασύρεται. Να αντεπιτίθεται, αλλά όχι στο επεισόδιο και με τον ρυθμό που θέλει ο απειλών. Αντεπίθεση με άλλο χρονισμό και σε διάφορα άλλα επίπεδα, εναλλακτικά και ολιστικά, σαν τον πυγμάχο που ελίσσεται με γοργά και πλάγια βήματα, βλέποντας και προσβλέποντας περισσότερο τον κερδισμένο πόλεμο παρά τις χαμένες αψιμαχίες (Μπάλτος, 2019a). Ακριβέστερα, ο bully επιτίθεται πρώτα διά της ρητορικής απειλής γι’ αυτό και προκαλεί ακόμη και υπερκείμενες αυτού εξουσίες, διευθυντές σχολείων, κρατικές Αρχές και γεωπολιτικές υπερδυνάμεις, κι όλοι εντέλει το «συνηθίζουν» και ως έναν βαθμό, και σε ισορροπία με άλλα συμφέροντα, ανέχονται την «ψευτοπαλικαροσύνη» του.
Το ψευδεπίγραφο των λεονταρισμών συνοδεύεται όχι μόνο από προκλητικές δηλώσεις αλλά και από αντιδεοντολογικές ως και για το δίκαιο του πολέμου πρακτικές. Εξ αυτού και η ευκολία με την οποία η Τουρκία μετέρχεται ασύμμετρες απειλές και υβριδικές παραστρατιωτικές επιχειρήσεις, εργαλειοποιώντας το μεταναστευτικό, προκαλώντας το με ευρείες εκστρατείες εθνοκάθαρσης, μισθοδοτώντας ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, σκηνοθετώντας θερμά επεισόδια, προσβάλλοντας αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών για εμπάργκο όπλων ή/και εισβάλλοντας σε χερσαίες και θαλάσσιες περιοχές γειτονικών χωρών. Για αυτόν τον λόγο, ενδείκνυται στο πλαίσιο διαχείρισης ενός τέτοιας μορφής και κλίμακας bullying, η ελληνική πολιτεία:
- Να προετοιμάζεται αδιάκοπα από τον καιρό της ειρήνης (Peacetime Prevention & Preparation (3Ps),
- Να συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει σε ετούτη την γεωπολιτική γωνιά της γης άλλο περιθώριο από το να είναι ένας «σοφός αστακός», σε κατάσταση επαγρύπνησης και πολυεπίπεδης προόδου,
- Να καλλιεργεί και να εμβαθύνει τις συμμαχίες της, διατηρώντας κανάλια επιρροής κι επικοινωνίας. Η πρώτη συμβουλή που προσφέρεται στα θύματα bullying είναι «μοιράσου το πρόβλημά σου …»
- Να διατηρεί οξεία, βαθιά και πλατιά την ιστορική μνήμη. Η ιστορία έχει δείξει κατ’ επανάληψη ποιοι είναι οι κίνδυνοι και ποιες οι συνέπειες της λήθης.
- Να εξελίσσει μηχανισμούς τεκμηρίωσης με την βοήθεια επιστημονικών ομάδων (ερευνητών, νομικών, διεθνολόγων, επικοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων, κ.λπ.). Οι bullies κινούνται στα όρια της νομιμότητας και συνηθέστερα με επίφαση νομιμότητας που απαιτεί επιστημονική αποκάλυψη και συγκροτημένη προσπάθεια για διαχείριση κρίσεων και ανασκευή της βλαπτικής και χειριστικής προπαγάνδας.
- Να αποκτά πλεονεκτήματα πολύτροπης ισχύος, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής, όπως προείπαμε στην εισαγωγή με την επισήμανση της ανάγκης για επιτάχυνση προμηθειών που ούτως ή άλλως θα λάβουν χώρα στο μέλλον.
- Και τέλος, να μην απεμπολεί νόμιμα δικαιώματα, αντίθετα να τα ασκεί στο ακέραιο.
Απέναντι στους bullies απαγορεύεται η παραχώρηση δικαιωμάτων. Οι bullies καλύπτουν όσον χώρο τους διατίθεται, μόνο οι νόμοι της φυσικής (ισχύος) τους αποτρέπουν. Οι νομικές συνέπειες δεν εξαιρούνται γιατί, μακροπρόθεσμα μεν αλλά συχνά, μεταφράζονται σε φυσικές κι επίπονες συνέπειες.
Όλα τα ανωτέρω έχουν μια αξιοπρόσεκτη ομοιότητα είτε αναφερόμαστε στις διαπροσωπικές είτε στις διεθνείς σχέσεις. Δεδομένης της ροπής για σύγκρουση ή της προκλητικής συμπεριφοράς, μπορεί, εντούτοις, να παρατηρηθεί διαφοροποίηση μόνο στις αιτίες που ωθούν τους bullies στην επιθετικότητά τους. Αν για τους ιδιώτες είναι κάποια υποβόσκοντα ψυχικά τραύματα και λοιπές σχετικές διαταραχές, είναι εύκολο να ειπωθεί κάτι παρόμοιο για τις ηγετικές προσωπικότητες, αλλά ιδιαίτερα δύσκολο να ψυχογραφηθούν τοιουτοτρόπως ολόκληροι λαοί μαζί με την ιστορική διαδρομή και πολιτεία τους. Είναι μια άσκηση εξαιρετικά δύσκολη και εκτεθειμένη στον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης και των ρατσιστικών γενικεύσεων. Ο μόνος πόλος που παρέχει έναν βαθμό επιστημονικής εγκυρότητας για να ερμηνευτεί και να αξιολογηθεί η επιθετικότητα και ο ιμπεριαλισμός ενός έθνους κράτους είναι η διαχρονική εξέταση των απολυταρχικών φαινομένων που το ταλανίζουν και η προβολή αυτών αφενός στην εσωτερική πολιτική ωριμότητά του κι αφετέρου στις γεωστρατηγικές εκδηλώσεις του προς την διεθνή κοινότητα.
Η ευκολία με την οποία η Τουρκία μετέρχεται ασύμμετρες απειλές και υβριδικές παραστρατιωτικές επιχειρήσεις, εργαλειοποιώντας το μεταναστευτικό. Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
------------------------------------------------
ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΑΠΟΛΥΤΑΡΧΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ
Το βαθύ τραύμα που άφησε η απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ρ.Τ. Ερντογάν το 2016 διευκόλυνε και προώθησε μια μετατόπιση στις αντιλήψεις απειλής της Άγκυρας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Η επιβίωση του προσωποπαγούς –πλέον- καθεστώτος της Τουρκίας είναι συνυφασμένη, κατά παραβίαση της δημοκρατικής προτεραιότητας στην απρόσωπη λαϊκή κυριαρχία και συνταγματική τάξη, με την διαδρομή του απόλυτου ηγέτη, του οποίου η ηγεμονία διακυβεύεται και, ως εκ τούτου, η Τουρκία δεν μπορεί πλέον να υπολογίζει σε παραδοσιακούς συμμάχους, «ξένους Δυτικούς» και «εντόπιους γκιουλενιστές» που θεωρούνται συνεργοί, αν όχι αυτουργοί, της απόπειρας πραξικοπήματος (Fernandes & Carvalhais, 2018).
Ο Mustafa Akyol (Akyol, 2007) είχε σε ανύποπτο χρόνο σημειώσει ότι η αυξητικά απολυταρχική συμπεριφορά του Ρ.Τ. Ερντογάν μπορεί να φαντάζει παράλογη στους εξωτερικούς παρατηρητές, αλλά για το συγκεκριμένο χωροχρονικό περιβάλλον είναι σύμφωνη με την τουρκική νοοτροπία αναφορικά με την πολιτική αντιπαράθεση. Η νοοτροπία αυτή επιβεβαιώνει ότι ο οποιοσδήποτε θα έπρεπε να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε τέτοια αντιπαράθεση με έναν ισχυρό, επιθετικό και μαχητικό τρόπο.
Ουσιαστικά, υπονοεί ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις είναι μάχες και οι πολιτικοί αντίπαλοι είναι εχθροί (Karkazis, Baltos, & Vidakis, 2017). Δεδομένης μιας τέτοιας αντίληψης, η προληπτική επίθεση είναι η βέλτιστη πρακτική, διότι ο εχθρός θα προσπαθήσει επίσης να επιτεθεί το ίδιο αιφνιδιαστικά, όποτε είναι δυνατό. Άλλοι ισχυρίζονται ότι ο ατέρμων στιγματισμός των αντιπάλων ως προδοτών είναι η πλέον απολυταρχική πτυχή της συμπεριφοράς του κυβερνώντος επί μια 20ετία περίπου Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ).
«Κλασικές» απολυταρχικές και χειριστικές μεθοδεύσεις: Κοινωνική πόλωση - Εξουδετέρωση αντιπάλων, αλλά και συντρόφων, Νοοτροπία πολιορκίας, Προσωποπαγής εξουσία - Ιεροποίηση του κράτους κ.λπ.
--------------------------------------------
Άλλοι πάλι θεωρούν τις προσπάθειες του ΑΚΡ να ελέγξει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την εκπαίδευση ως πλέον ενοχλητικά, καθώς τα πρώτα έχουν λογοκριθεί και η δεύτερη χειραγωγείται σε σημείο που διακόπτονται προπαρασκευαστικά μαθήματα κολλεγίων επειδή δεν εναρμονίζονται με την κομματική ατζέντα. Η διεθνής κοινότητα είναι κυρίως συγκλονισμένη από τις παράνομες συναλλαγές με το Ιράν και τις, σύμφωνα με επίσημες ρωσικές καταγγελίες, σποραδικές συναλλαγές λαθρεμπορίας πετρελαίου και συνεργασίας με ένοπλες τζιχαντιστικές ομάδες στην Συρία και την Λιβύη (Botelho, 2015).
Η εν λόγω κατάσταση δεν είναι αποκλειστικά συνυφασμένη με τις εξελίξεις στο μέτωπο του νεο-οθωμανισμού. Ο καθηγητής Juan Linz (Linz, 2000), κατά την περίοδο ακριβώς που η διαδρομή του κεμαλισμού έμελε να διακοπεί λόγω της ανόδου του AKP στην εξουσία, σκιαγράφησε χαρακτηριστικά τις εκφάνσεις του απολυταρχισμού και τις διαφορές του από τον ολοκληρωτισμό, αφιερώνοντας ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον κεμαλισμό. Σημείωσε ότι ο κεμαλισμός αρχικά πρόσφερε μια διέξοδο στις ζυμώσεις εντός της οθωμανικής κοινωνίας, καθώς κι ένα όραμα για τις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεκαετίες. Τις πρώτες ελπίδες για εκσυγχρονισμό, εκδυτικισμό και σεκιουλαρισμό διαδέχθηκε η βίαιη πολιτισμική αφομοίωση, η κοινωνική μηχανική και η τακτική διαχείριση του πολιτεύματος από την στρατο-γραφειοκρατία. Το φαινόμενο συνολικά το ονόμασε «μετα-δημοκρατική απολυταρχική κινητοποίηση», για να αποδώσει τον εκτροχιασμό των δημοκρατικών ελπίδων, μετά από μια κομβική ιστορική και εθνική τροπή κατά την δεκαετία του 1920, σε σταδιακή, μακροπρόθεσμη και συγκαλυμμένη απολυταρχικοποίηση της τουρκικής πολιτείας και ευρύτερα της κοινωνίας.
Σε αντίστοιχες ερμηνείες προβαίνουν οι πολιτικοί επιστήμονες και για την διάδοχη περίοδο του νεο-οθωμανισμού και την εν γένει εξέλιξη της διακυβέρνησης από το ΑΚΡ, ιδιαίτερα μετά το 2010. Η Jenny White (J. White, 2017; J. B. White, 2011), για παράδειγμα, παρατηρεί ότι στην σύγχρονη Τουρκία οι πολιτειακοί και κυβερνητικοί θεσμοί έχουν χρησιμοποιηθεί για να διεισδύσουν σε όλες τις πτυχές της ζωής και να εμποδίσουν τον πολιτικό πλουραλισμό, ενώ ο μονισμός είναι εμφανής σε προσπάθειες διατήρησης των προνομίων ενός και μόνον κόμματος.
Το κοινό του ΑΚΡ είναι μίξη δημογραφικών ομάδων που έτρεφε ποικίλες στην ερμηνεία τους ελπίδες κάθαρσης, δικαιοσύνης και ανάπτυξης, αλλά στην πορεία σύρθηκε υπό τον έλεγχο μιας μονολιθικής και συγκεντρωτικής κυβερνητικής/κομματικής δομής. Επαναλήφθηκε ο προαναφερθείς εκτροχιασμός των δημοκρατικών και φιλελεύθερων προσδοκιών, μετά από μια κομβική ιστορική τροπή κατά την πρώτη δεκαετία του 2000, σε τμηματική αλλά αποφασιστική απολυταρχικοποίηση της τουρκικής πολιτείας και ευρύτερα της κοινωνίας. Τα απολυταρχικά καθεστωτικά χαρακτηριστικά επιβεβαιώνονται πλέον επίσημα από διεθνείς οργανισμούς, ως εμφαίνεται από τις πιο πρόσφατες εκθέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ ή των Ηνωμένων Εθνών, κατωτέρω (USΑ, 2019; Καθημερινή, 2018).
συνεχίζεται στο Β μέρος
πηγή




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).
Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.
Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.