Σελίδες

7 Φεβρουαρίου 2019

Ο Οικουμενισμός (Β μέρος)

συνέχεια από το Α μέρος 

Τά κυριότερα σημεῖα τῆς παθολογίας τῶν σημερινῶν διαλόγων εἶναι τά ἑξῆς: 

Α'. Ἔλλειψη ὀρθόδοξης ὁμολογίας. 

Στούς διαλόγους ὁρισμένοι Ὀρθόδοξοι δέν ἐκφράζουν τήν ἀκράδαντη πεποίθηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὅτι αὐτή ἀποτελεῖ τή μία καί μοναδική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Δέν προβάλλουν, ἐπίσης, τήν ἁγιασμένη παράδοση καί τήν πνευματική ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδοξίας, πού διαφέρουν ἀπό τίς παραδόσεις καί τίς ἐμπειρίες τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Μόνο μιά τέτοια ὁμολογιακή στάση θά μποροῦσε νά καταξιώσει καί νά κάνει γόνιμη τήν ὀρθόδοξη παρουσία στούς διάλογους.

Β'. Ἔλλειψη εἰλικρίνειας. 

Τό ἔλλειμμα τῆς ὀρθόδοξης μαρτυρίας, σέ συνδυασμό μέ τήν ἀποδεδειγμένη ἀνειλικρίνεια τῶν ἑτεροδόξων, δυσχεραίνει περισσότερο τόν διαχριστιανικό διάλογο καί τόν καθιστᾶ ἀναποτελεσματικό. Γι' αὐτό πολλές φορές εἴτε παρατηροῦνται ἀμοιβαῖες ἐπιφανειακές ὑποχωρήσεις εἴτε χρησιμοποιεῖται διφορούμενη γλώσσα καί ὁρολογία, προκειμένου νά συγκαλύπτονται οἱ διαφορές.

Ἄν πρῶτα-πρῶτα οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἦταν εἰλικρινεῖς, θά ἔπρεπε νά δηλώσουν μέ σαφήνεια στούς οἰκουμενιστικούς κύκλους αὐτό πού τονίζουν στούς δικούς τούς πιστούς∙ τήν ἀδιάλλακτη δηλαδή προσήλωση τούς στό παπικό πρωτεῖο καί ἀλάθητο. Ἔτσι, βέβαια, θά φαινόταν ξεκάθαρα καί τό πώς ὁραματίζονται τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν: ὄχι ὡς ἑνότητα πίστεως ἀλλά ὡς ὑποταγή ὅλων κάτω ἀπό τήν παπική ἐξουσία. Ἐπιπλέον θά ἐπιβεβαιωνόταν ή διαπίστωση ὅτι ό παπικός θεσμός ἀφενός ἀποτελεῖ τήν τραγικότερη ἀλλοίωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί ἀφετέρου χρησιμοποιεῖ τούς διαλόγους γιά τήν ἐξυπηρέτηση καί μόνο τῆς ἐπεκτατικῆς του πολιτικῆς.

Κύρια ἔκφραση τῆς ἀνειλικρίνειας τῶν Παπικῶν ἀποτελεῖ ή διατήρηση καί ή ἐνίσχυση τῆς Οὐνίας. Πρόκειται γιά ἕναν ὕπουλο θεσμό, τόν ὁποῖο ὁ Παπισμός χρησιμοποίησε καί ἐξακολουθεῖ νά χρησιμοποιεῖ ὡς ἑνωτικό μοντέλο, παρ' ὅλες τίς ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων καί παρά τό ὅτι αὐτός σήμερα ἀποτελεῖ τό βασικότερο ἐμπόδιο στούς διμερεῖς διάλογους. 

Ἄν πάλι οἱ ποικιλώνυμοι Διαμαρτυρόμενοι ἦταν εἰλικρινεῖς, θά ἔπρεπε νά δηλώσουν μέ εὐθύτητα ὅτι δέν εἶναι καθόλου διατεθειμένοι νά ὑποχωρήσουν ἀπό τίς βασικές προτεσταντικές τούς ἀρχές καί ὅτι ἄλλες, τελικά, εἶναι οἱ αἰτίες πού τούς ἀναγκάζουν νά ἔρχονται σέ διάλογο. Αὐτό, ἄλλωστε, φανερώνει καί ὁ κατήφορος πού ἔχουν πάρει οἱ «Ἐκκλησίες» τους (ἱερωσύνη γυναικῶν, γάμοι ὁμοφυλοφίλων κ.ἄ.). 

Γ'. Ὑπερτονισμός τῆς ἀγάπης.

Ἐπειδή ή ἀνειλικρίνεια καί οἱ ἰδιοτελεῖς σκοπιμότητες δηλητηρίασαν τούς διαλόγους, πού κατάντησαν σέ ἀτέρμονες καί ἄκαρπες θεολογικές συζητήσεις, ἐπιχειρήθηκε μιά στροφή. Οἱ διάλογοι τώρα ὀνομάστηκαν "διάλογοι ἀγάπης" τόσο γιά λόγους ἐντυπώσεων ὅσο καί γιά νά παρακαμφθεῖ ὁ σκόπελος τῶν δογματικῶν διενέξεων. «Ἡ ἀγάπη προέχει», τονίζουν. «Ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει νά ἑνωθοῦμε, ἔστω κι ἄν ὑπάρχουν δογματικές διαφορές».

Γι' αὐτό καί ἡ πρακτική στούς σημερινούς διαλόγους εἶναι νά μή συζητοῦνται αὐτά πού χωρίζουν, ἀλλά αὐτά πού ἑνώνουν, ὥστε νά δημιουργεῖται μιά ψευδαίσθηση ἑνότητας καί κοινῆς πίστεως. Στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ὅμως οἱ Πατέρες συζητοῦσαν πάντοτε αὐτά πού χώριζαν. Τό ἴδιο συμβαίνει καί σήμερα σέ ὁποιονδήποτε διάλογο μεταξύ πλευρῶν πού ἔχουν διαφορές: Συζητοῦνται αὐτά πού χωρίζουν- γι' αὐτό ἐξάλλου γίνεται ὁ διάλογος- καί ὄχι αὐτά πού ἑνώνουν.

Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους ἡ Ἀγάπη καί ή Ἀλήθεια εἶναι ἔννοιες ἀδιάσπαστες. Διάλογος ἀγάπης χωρίς τήν ἀλήθεια εἶναι ψεύτικος καί ἀφύσικος διάλογος. Ἐνῶ διάλογος ἀγάπης «ἐν ἀληθείᾳ» σημαίνει: Διαλέγομαι μέ τούς ἑτεροδόξους ἀπό ἀγάπη, γιά νά τούς ἐπισημάνω πού βρίσκονται τά λάθη τους καί πώς θά ὁδηγηθοῦν στήν ἀλήθεια. Ἐάν πραγματικά τούς ἀγαπῶ, πρέπει νά τούς πῶ τήν ἀλήθεια, ὅσο κι ἄν αὐτό εἶναι δύσκολο ἤ ὀδυνηρό.

Δ'. Ἄμβλυνση ὀρθοδόξων κριτηρίων. 

Στήν παθολογία τῶν διαλόγων ἀνήκει καί ή ἄμβλυνση τῶν ὀρθοδόξων θεολογικῶν κριτηρίων, πού προκύπτει ἀπό τήν καλλιέργεια μιᾶς "οἰκουμενικῆς ἁβροφροσύνης", προσωπικῶν σχέσεων καί φιλίας ἀνάμεσα στούς ἑτερόδοξους θεολόγους. Ἡ πίστη θεωρεῖται ὄχι ἡ ἀλήθεια, πού σώζει, ἀλλά ἕνα σύνολο θεωρητικῶν ἀληθειῶν, πού ἐπιδέχονται συμβιβασμούς.

Ἰσχυρίζονται οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές: "Διάλογο κάνουμε, δέν ἀλλάζουμε τήν πίστη μας!". Καί ἀσφαλῶς ὁ διάλογος, ὡς "ἀγαπητική ἔξοδος" πρός τόν ἄλλον, εἶναι θεάρεστος. Ὁ οἰκουμενιστικός ὅμως διάλογος, ὅπως διεξάγεται σήμερα, δέν εἶναι συνάντηση στήν ἀλήθεια, ἀλλά εἶναι "ἀμοιβαία ἀναγνώριση". Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζουμε τίς ἑτερόδοξες Κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες, ὅτι ἀποδεχόμαστε πώς οἱ δογματικές διαφορές τους ἀποτελοῦν "νόμιμες ἐκφράσεις" τῆς ἴδιας πίστεως. "Ἔτσι ὅμως πέφτουμε στήν παγίδα τοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ: Τοποθετοῦμε στό ἴδιο ἐπίπεδο τήν ἀλήθεια μέ τήν πλάνη, ἐξισώνουμε τό φῶς μέ τό σκοτάδι.

Ε'. Συμπροσευχές.

Οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές, μέ τήν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν τους κριτηρίων, εἶναι πολύ φυσικό νά συμμετέχουν χωρίς ἀναστολές σέ κοινές μέ τούς ἑτερόδοξους λατρευτικές ἐκδηλώσεις καί συμπροσευχές, πού πραγματοποιοῦνται συχνά στά πλαίσια τῶν διαχριστιανικῶν συναντήσεων. Γνωρίζουν ὅτι μέ τόν οἰκουμενιστικό αὐτό συμπνευματισμό δημιουργεῖται τό κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, πού ἀπαιτεῖται γιά τήν προώθηση τῆς ἑνωτικῆς προσπάθειας. 

Οἱ ἱεροί Κανόνες ὅμως τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπαγορεύουν αὐστηρά τίς συμπροσευχές μέ τούς ἑτερόδοξους. Γιατί οἱ ἑτερόδοξοι δέν ἔχουν τήν ἴδια πίστη μ' ἐμᾶς. Πιστεύουν σ' ἕναν διαφορετικό, διαστρεβλωμένο Χριστό. Γι' αὐτό καί ό ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τούς ἀποκαλεῖ ἀπίστους: «Ὁ μή κατά τήν παράδοσιν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πιστεύων ἄπιστός ἐστιν».

Ἡ συμπροσευχή λοιπόν ἀπαγορεύεται, ἐπειδή δηλώνει συμμετοχή στήν πίστη τοῦ συμπροσευχομένου καί δίνει σ' αὐτόν τήν ψευδαίσθηση ὅτι δέν βρίσκεται στήν πλάνη, ὁπότε δέν χρειάζεται νά ἐπιστρέψει στήν ἀλήθεια. 

Στ'. Διακοινωνία (Intercommunio)

Ἄν οἱ ἱεροί Κανόνες ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς, πολύ περισσότερο ἀποκλείουν τή συμμετοχή μaς στά "Μυστήριά" τους. Καί στό σημεῖο αὐτό ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι δέν φανήκαμε συνεπεῖς.

Ἡ Β' Βατικανή Σύνοδος, μέσα στά πλαίσια τοῦ οἰκουμενιστικοῦ "ἀνοίγματος" πού ἔκανε, πρότεινε τή Διακοινωνία μέ τούς Ὀρθοδόξους: Παπικοί θά μποροῦν νά κοινωνοῦν σέ ὀρθόδοξους ναούς καί Ὀρθόδοξοι σέ παπικούς. Μέ τόν τρόπο αὐτό τόσο οἱ Παπικοί ὅσο καί οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές πιστεύουν ὅτι σταδιακά θά ἐπέλθει de facto ἡ ἕνωση Παπισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας, παρ' ὅλες τίς δογματικές τους διαφορές.

Ἄν γιά τούς Παπικούς μιά τέτοια θέση δικαιολογεῖται ἀπό τήν ἀντίληψη πού ἔχουν γιά τήν Ἐκκλησία καί τά Μυστήρια (κτιστή χάρη κ.λπ.), γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους εἶναι παράλογη καί ἀπαράδεκτη. Ἡ Ἐκκλησία μας ποτέ δέν θεώρησε τή θεία Εὐχαριστία ὡς μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητας, ἀλλά πάντοτε ὡς σφραγίδα καί ἐπιστέγασμά της.

Ἄλλωστε, τό κοινό Ποτήριο προϋποθέτει κοινή πίστη. Ἄν δηλαδή ἕνας Ὀρθόδοξος κοινωνεῖ σέ παπικό ναό, αὐτό σημαίνει ὅτι ἀποδέχεται καί τήν παπική πίστη. 

Συνεργασία σέ πρακτικά θέματα.

Ἄλλο μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀποτελεῖ ή διαχριστιανική συνεργασία σέ πρακτικούς τομεῖς. Οἱ οἰκουμενιστές διατείνονται ὅτι τά ποικίλα σύγχρονα προβλήματα (κοινωνικά, ἠθικά, περιβαλλοντικά κ. ἄ.) ὀφείλουν νά μᾶς ἑνώνουν.

Ἡ Ἐκκλησία, ἀσφαλῶς, ἔδειχνε καί δείχνει πάντα μεγάλη εὐαισθησία σ' ὅλα τά ἀνθρώπινα προβλήματα, ὡστόσο ἡ ἀπό κοινοῦ μέ τούς αἱρετικούς ἀντιμετώπισή τούς παρουσιάζει τά ἑξῆς μειονεκτήματα:

α) Ἡ φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν συμφύρεται μέ τίς ἄλλες χριστιανικές φωνές, χάνει τή διαύγεια της καί ἀδυνατεῖ νά κοινοποιήσει στόν σημερινό ἄνθρωπο τόν δικό της μοναδικό τρόπο ζωῆς, πού εἶναι θεανθρωποκεντρικός, σέ ἀντίθεση μέ τόν ἀνθρωποκεντρικό τρόπο ζωῆς τῶν ἑτεροδόξων.

β) Ἡ Ἐκκλησία ὑποκύπτει στόν πειρασμό τῆς ἐκκοσμικεύσεως, χρησιμοποιώντας στό κοινωνικό της ἔργο κοσμικές πρακτικές τῶν ἄλλων Ὁμολογιῶν, σέ βάρος τοῦ σωτηριολογικοῦ της μηνύματος. Ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει ἀνάγκη ό σημερινός ἄνθρωπος, δέν εἶναι ή βελτίωση τῆς ζωῆς του μέσω ἑνός ἐκκοσμικευμένου Χριστιανισμοῦ, ἔστω κι ἄν αὐτός μπορέσει νά ἐξαλείψει ὅλες τίς κοινωνικές πληγές, ἀλλά ή ἀπελευθέρωση τοῦ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ θέωσή του μέσα στό ἀληθινό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

γ) Ὁ ὀρθόδοξος πιστός, βλέποντας τούς ἑτερόδοξους νά συνεργάζονται μέ τούς ἐκκλησιαστικούς του ποιμένες, ἀποκομίζει τήν ἐσφαλμένη ἐντύπωση ὅτι ἀνήκουν κι αὐτοί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, παρά τίς δογματικές διαφορές. 

Ἀνταλλαγή ἐπισκέψεων.

Τά τελευταία χρόνια ἡ οἰκουμενιστική πολιτική ἀσκεῖται καί μέ τίς ἀνταλλαγές ἐπισήμων ἐπισκέψεων μεταξύ τῶν Ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦνται ἀπό ὑψηλόβαθμους, κυρίως, κληρικούς. Αὐτές περιλαμβάνουν ἐγκωμιαστικές προσφωνήσεις, ἀσπασμούς, ἀνταλλαγές δώρων, κοινά γεύματα, συμπροσευχές, κοινές ἀνακοινώσεις καί ἄλλες χειρονομίες φιλοφροσύνης.

Εἰδικότερα, ἀπό τό 1969 ἔχει καθιερωθεῖ ή ἐτήσια ἀμοιβαία συμμετοχή, Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, στίς θρονικές ἑορτές Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως. 

Οἱ συναντήσεις αὐτές, δυστυχῶς, δέν εἶναι ἁπλές ἐθιμοτυπικές ἐπισκέψεις. Οἱ ἴδιοι, ἄλλωστε, οἱ οἰκουμενιστές ὁμολογοῦν ὅτι μέ τούς κοινούς ἑορτασμούς βιώνεται ἕνα εἶδος ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, μέ τήν ἀμοιβαία ἀναγνώρισή τους.

Ὁ πιστός λαός μας ὅμως, ὅταν παρακολουθεῖ τίς ἐπισκέψεις ἀπό τά ὀπτικοακουστικά μέσα ἐπικοινωνίας, δοκιμάζει δυσάρεστη ἔκπληξη∙ σκανδαλίζεται, πικραίνεται, ἀπορεῖ, ἀλλά καί προβληματίζεται, καθώς μάλιστα ἄλλοτε ἀκούει τούς ποιμένες του νά μιλοῦν μέ ὀρθοδοξότατη καί ἁγιοπατερική γλώσσα, καί ἄλλοτε τούς βλέπει ἀνάμεσα στούς ἑτερόδοξους νά συμπεριφέρονται διπλωματικά. Ἕνας τέτοιος ὅμως συμβιβασμός στό χῶρο τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμα καί γιά τήν ἱερώτερη σκοπιμότητα, δέν θά πληρωθεῖ, ἄραγε, μέ ἀκριβό καί ὀδυνηρό τίμημα; 

Ἡ διαθρησκειακή ἐξέλιξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ἡ βαθύτατη κρίση προσανατολισμοῦ, πού ἐμφανίστηκε πολύ νωρίς στήν Οἰκουμενική Κίνηση, τήν ἀνάγκασε πρῶτα νά στραφεῖ στήν ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικοπολιτικῶν προβλημάτων τῶν ἀνθρώπων, εγκαταλείποντας τή θεολογία ὡς δρόμο ἑνώσεως, καί ὕστερα νά πραγματοποιήσει ἕνα ἄνοιγμα πρός τίς μή χριστιανικές θρησκεῖες. Παραδέχεται ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν διαφορετικούς δρόμους σωτηρίας, παράλληλους μέ τό Χριστιανισμό, καί ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ καί σ' αὐτές. Σύνθημά της ἔχει τό ἀξίωμα τῆς "Νέας Ἐποχῆς": «Πίστευε ὅ,τι θέλεις, μόνο μή διεκδικεῖς τήν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀλήθειας καί τοῦ δρόμου τῆς σωτηρίας». 

Συγκαλεῖ λοιπόν διαθρησκειακές συναντήσεις, οἱ ὁποῖες δέν εἶναι ἁπλά ἐπιστημονικά συνέδρια, ὅπως διατείνονται οἱ διοργανωτές τους, ἀλλά συνάξεις ὁμολογίας τῆς ἑνότητας μέ βάση τήν πίστη στόν ἕνα Θεό. Γι' αὐτό συχνά περιλαμβάνουν καί κοινές λατρευτικές ἐκδηλώσεις, στίς ὁποῖες συμπροσεύχονται ὀρθόδοξοι, ἑτερόδοξοι καί ἀλλόθρησκοι. Ὁ Τριαδικός Θεός ὅμως τῶν Ὀρθοδόξων, ό ἀληθινός καί αὐτοαποκαλυπτόμενος Θεός, δέν εἶναι ὁ ἴδιος μέ τόν ὅποιο "Θεό" τῶν ἑτεροδόξων καί τῶν ἀλλοθρήσκων, μέ κάποιον φανταστικό δηλαδή "Θεό", πού δημιούργησε, καί συντηρεῖ ἡ θρησκευτική ἀνάγκη τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου.

Δυστυχῶς, τό διαθρησκειακό αὐτό ἄνοιγμα συμμερίζονται καί ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἐκφράζουν ἀπόψεις σάν τίς ἑπόμενες: 

«Ἡ Οἰκουμενική Κίνηση, ἄν καί ἔχει χριστιανική προέλευση, πρέπει νά γίνει κίνηση ὅλων τῶν θρησκειῶν... Ὅλες οἱ θρησκεῖες ὑπηρετούν τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Δέν ὑπάρχει παρά μόνο ἕνας Θεός...».

«Κατά βάθος, μία ἐκκλησία ἤ ἕνα τέμενος ἀποβλέπουν στήν ἴδια πνευματική καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου». 

«Τό Ἰσλάμ, στό Κοράνιο, μιλάει γιά Χριστό, γιά Παναγία, κι ἐμεῖς πρέπει νά μιλήσουμε γιά τόν Μωάμεθ μέ θάρρος καί τόλμη. Νά δοῦμε τήν ἱστορία του καί τήν προσφορά του, τό κήρυγμα τοῦ ἑνός Θεοῦ καί τή ζωή τῶν μαθητῶν του, πού εἶναι μαθητές τοῦ ἑνός Θεοῦ...».

«Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι, Προτεστάνται καί Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καί Ἰνδοί, Βουδισταί καί Κομφουκιανοί... θά πρέπει νά συντελέσωμε ὅλοι μας στήν προώθηση τῶν πνευματικῶν ἀρχῶν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς εἰρήνης. τοῦτο ὅμως θά μπόρεση νά γίνει μόνον ἐάν εἴμεθα ἡνωμένοι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἑνός Θεοῦ». 

Βασική ἐπιδίωξη τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων εἶναι ή δημιουργία σημείων ἐπαφῆς μεταξύ τῶν θρησκειῶν, ὥστε νά διευκολυνθεῖ ή κοινή ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν καί διεθνῶν προβλημάτων. Τήν ἐπιδίωξη αὐτή ἐκμεταλλεύονται κατά καιρούς καί ἰσχυροί κοσμικοί ἄρχοντες, ἐπιστρατεύοντας τίς θρησκεῖες στήν προώθηση ἀνόμων συμφερόντων τους. Αὐτό φάνηκε καθαρά μετά τήν 11η Σεπτεμβρίου 2001, ὅταν πραγματοποιήθηκαν «κατ' ἐπιταγήν» πλειάδα διαθρησκειακῶν συναντήσεων.

Ἔτσι ὅμως ή Ἐκκλησία μας, ἀντί νά εἶναι «κρίση» καί «ἔλεγχος» τῆς ἀνομίας, μεταβάλλεται σέ ὑποστηρικτή καί συντηρητή της. Ἐγκλωβίζεται στήν ἐγκόσμια προοπτική τῶν διαφόρων θρησκειῶν καί ὑποβιβάζεται στό ἐπίπεδο μιᾶς κοσμικῆς Θρησκείας μέ ὠφελιμιστικό καί χρησιμοθηρικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ἀναγκάζεται νά ἀθετήσει τό ἱεραποστολικό της χρέος, ἐφόσον γίνεται ἀποδεκτό, ἀπό ἐπίσημους μάλιστα ἐκπροσώπους της, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν «ἠθελημένας ἀπό Θεοῦ ὀδούς σωτηρίας»! 

Κάποιοι ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές, ἐξάλλου, φτάνουν στό σημεῖο νά μιλοῦν γιά τήν εἰρήνη, τή δικαιοσύνη, τήν ἐλευθερία, τήν ἀγάπη καί ἄλλα κατεξοχήν πνευματικά ἀγαθά μέ μιά ψυχρή κοσμική γλώσσα. Ἀποσιωποῦν ὅτι τά ἀγαθά αὐτά ἀποτελοῦν καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θεία δῶρα πού χορηγοῦνται μέ τήν πνευματική «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» ἄθληση κι ὄχι μέσα ἀπό διαθρησκειακές συναντήσεις.

Πρέπει, βέβαια, νά τονιστεῖ, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι θρησκεία, οὔτε ἔστω ἡ καλύτερη. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία: Ἡ αὐτοαποκάλυψη καί φανέρωση τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία. Ἔχει συνείδηση τῆς Οἰκουμενικότητας καί τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ πού κατέχει, γι' αὐτό καί δέν φοβᾶται τίς σχέσεις της μέ τούς μή Χριστιανούς. Γνωρίζει ὅμως τά ὅρια αὐτῶν τῶν σχέσεων, ὅπως τά ἔχει διαμορφώσει ἡ ἁγιοπατερική Παράδοση καί ἡ μυστηριακή τῆς ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα, ό ἅγιος Γρηγόριος ό Παλαμᾶς, κάτω ἀπό συνθῆκες σκληρῆς αἰχμαλωσίας, διαλέχτηκε μέ τούς Ὀθωμανούς Τούρκους. Δέν δίστασε, ὡστόσο, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, νά πεῖ τήν ἀλήθεια καί νά ἐλέγξει τήν πλάνη τους. Πώς ἀντιμετώπιζαν, ἄλλωστε, οἱ ἅγιοι Μάρτυρες τούς εἰδωλολάτρες καί οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες τούς Μωαμεθανούς; Δέν ὁμολογοῦσαν τήν ἀλήθεια; Θά μπορούσαμε νά τούς φανταστοῦμε νά προσεύχονται μαζί τους; Ἀλλά τότε δέν θά εἴχαμε Μάρτυρες!

Ἡ Ἐκκλησία μας λοιπόν ἀρνεῖται νά θυσιάσει στό βωμό ἄλλων σκοπιμοτήτων τή μοναδικότητά της καί νά ἀποδεχθεῖ τό οἰκουμενιστικό σύνθημα ὅτι «σέ ὅλες τίς θρησκεῖες, πίσω ἀπό διαφορετικά ὀνόματα, λατρεύεται ό ἴδιος Θεός». Πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι ό ἄνθρωπος σώζεται μόνο διά τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τό ἀποστολικό: «Οὐκ ἐστίν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία∙ οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4,12).

συνέχεια στο Γ μέρος

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2007 


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.