Σελίδες

17 Φεβρουαρίου 2019

Πόσο ελληνική ήταν η βυζαντινή Μικρά Ασία; Εθνογραφική ανάλυση (μέρος Β)

συνέχεια από το Α μέρος

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*  

Ο χριστιανισμός και η είσοδος στην βυζαντινή εποχή 

Όταν οι Απόστολοι του Χριστού σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να κηρύξουν το ευαγγέλιο, η Μικρά Ασία αποδείχθηκε εξαιρετικά ωφέλιμο έδαφος. Ο αγαπημένος μαθητής, ο Ιωάννης, απεβίωσε την Έφεσο, ενώ γνωστά είναι τα ταξίδια του υπερδραστηρίου Παύλου και οι επιστολές του προς Κολοσσαείς, Εφεσίους και Γαλάτες.

Προς μικρασιατικές χριστιανικές κοινότητες απευθύνθηκε και η Α’ επιστολή του Πέτρου. Το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, η Αποκάλυψη του Ιωάννη, αρχίζει με τον Κύριο να υπαγορεύει στον μαθητή του επτά επιστολές προς τις ισάριθμες εκκλησίες της (ρωμαϊκής επαρχίας της) Ασίας: Έφεσος, Σμύρνη, Πέργαμος, Θυάτειρα, Σάρδεις, Φιλαδέλφεια και Λαοδίκεια. Η νέα πίστη ρίζωσε βαθιά στην χερσόνησο, λαμπρυνόμενη από το κήρυγμα αλλά και το αίμα πλήθους αγίων. Ανάμεσα στους πιο επιφανείς υπήρξε ο επίσκοπος Σμύρνης, Πολύκαρπος, ο οποίος και μαρτύρησε στους διωγμούς. 

Κατά την μεταβατική περίοδο μεταξύ 3ου και 6ου αιώνος, ο Ρωμαϊκός κόσμος δεν άλλαξε μόνο από την άνοδο του χριστιανισμού και τις γερμανικές εισβολές-μεταναστεύσεις, αλλά και από την μετατόπιση του πολιτικού βάρους από την ίδια την Ρώμη στην Ανατολή.

Προτού ο Μέγας Κωνσταντίνος ιδρύσει την Βασιλεύουσα στην θρακική ακτή του Βοσπόρου (330), ο Διοκλητιανός επέλεξε για πρωτεύουσα του τη Νικομήδεια όσο εφήρμοσε το σύστημα της τετραρχίας. Μετά δε την απώλεια των δυτικών επαρχιών, η επιβιώσασα Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εισήλθε σε μία γοργή διαδικασία εξελληνισμού. Η καταστροφή ή αφομοίωση των λατινοφώνων πληθυσμών στα βόρεια Βαλκάνια από την σλαβική κάθοδο επιτάχυνε την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στον στρατό, ο οποίος αντλούσε από αυτούς μεγάλες δυνάμεις. Ήδη πριν τον Ιουστινιανό η διπλωματία με την Περσία διεξαγόταν στην ελληνική, ενώ ο ίδιος ο αυτοκράτορας έμεινε στην ιστορία συντάσσοντας τους νέους νόμους του (Νεαραί) στα ελληνικά. Η μετάφραση του λατινικού τίτλου imperator στο ελληνικό βασιλεύς επισφράγισε την γλωσσική μετάβαση, αν και σε μεταγενέστερα νομίσματα βλέπουμε να επιβιώνει το λατινικό αλφάβητο (χρησιμοποιούμενο όμως για την ελληνική). 

Η Ανατολή έγινε και το κέντρο της Εκκλησίας. Παρ’ ότι δεν έλειψαν οι αιρέσεις, η ελληνόφωνη Ανατολή υπήρξε ο πυρήνας του πρωίμου Χριστιανισμού, αναθρέφοντας πατέρες, θεολόγους και ασκητές. Οι Καππαδόκες πατέρες Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Γρηγόριος Νύσσης, Βασίλειος ο Μέγας και Αμφιλόχιος Ικονίου υπήρξαν πρωτοπόροι στη σύνθεση της χριστιανικής πίστεως και της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Στην Μικρά Ασία έλαβαν χώρα η Α’ (Νικαίας), η Γ’ (Εφέσου) και η Δ’ (Χαλκηδών) Οικουμενικές Σύνοδοι. Με την πάροδο του χρόνου ο θρησκευτικός χάρτης της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αποκρυσταλλώθηκε με αιρετικά δόγματα όπως ο Νεστοριανισμός και ο Μονοφυσιτισμός/Μιαφυσιτισμός να πλειοψηφούν στην Συρία, την Αρμενία και την Αίγυπτο. 

Η φαινομενική ταύτιση του χαλκηδονίου δόγματος με τους ελληνικούς – εξελληνισμένους πληθυσμούς έκανε πολλούς ιστορικούς να ανιχνεύσουν τις θεολογικές διαμάχες στους εθνοτικούς ανταγωνισμούς και τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις μεταξύ Ελλήνων, Σύρων, Κοπτών κ.α. Παρ’ ότι ο εθνοπολιτισμικός παράγων δεν πρέπει να απορρίπτεται (έχει αξιοποιηθεί με σχετική επιτυχία στην ερμηνεία του σχίσματος Ανατολής – Δύσεως αλλά και στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση αργότερα), η αναγόρευση του σε πρωτεύουσα αιτία των αιρέσεων και σχισμάτων έχει δεχθεί κριτική. 

Συγκεκριμένα για την περίπτωση της Μικράς Ασίας, ο Σπύρος Βρυώνης επισημαίνει πως με εξαίρεση τον Μοντανισμό, όστις άνθισε για ένα διάστημα στην Φρυγία, οι άλλες αιρέσεις εισήχθησαν από την Δύση ή την απώτερη Ανατολή. Όλοι οι τάφοι των Μικρασιατών αιρετικών που έχει βγάλει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη έχουν ελληνικές επιγραφές. Ακόμη και ο Παυλικιανισμός (θα εξεταστεί παρακάτω), τον οποίο πρέσβευαν σε μεγάλο βαθμό Αρμένιοι, δέχθηκε σφοδρούς διωγμούς όχι μόνο από την ορθόδοξη Ρωμαϊκή κυβέρνηση αλλά και την (μιαφυσιτική) Αρμενική Εκκλησία. 

Ο Σκαλιέρης χαρακτηρίζει τις περισσότερες αιρετικές ομάδες της Μικράς Ασίας ως ελληνικές (Καθαροί, Αθίγγανοι, Άστατοι, Παυλικιανοί, Υψιστάριοι) και σημειώνει πως η ορθόδοξη Εκκλησία συντέλεσε στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και την προαγωγή του μεσαιωνικού Ελληνισμού, αλλά δημιούργησε οξύ ρήγμα μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων και Ελλήνων αιρετικών. Οι Έλληνες αιρετικοί παρουσιάζονται ως βασική γραμμή ανασχέσεως της ασιατικής επιβουλής, μέσω των ακριτικών και απελατικών ταγμάτων, και πότε ως αδύναμο σημείο λόγω μη ταυτίσεως με το κράτος και ευκολότερης ενσωμάτωσης με τον εχθρό. Στερούμενοι εκκλησίας και σχολείων, συνεχίζει ο Σκαλιέρης, οι Έλληνες αιρετικοί «αποκτηνώθηκαν» και απορροφήθηκαν πολύ πιο εύκολα στο Ισλάμ, κυρίως στις μη-σουνιτικές, ετερόδοξες μορφές του (δερβίσηδες). 

Η μεσαιωνική Μικρά Ασία ήταν γεμάτη από σημαντικά προσκυνήματα αγίων (του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χώνες, του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα κ.α.), ιερά λείψανα και μοναστήρια. Τα τελευταία, κέντρα όχι μόνο περισυλλογής αλλά και καλλιτεχνικής, εκπαιδευτικής και οικονομικής σημασίας, ήταν ιδιαίτερα πολυάριθμα. Συγκεκριμένες περιοχές, όπως το όρος Όλυμπος, η Προύσα και η Νίκαια στην Βιθυνία, η Καππαδοκία και το Ικόνιο, η Τραπεζούντα, το Γαλέσιον στην Έφεσο και το όρος Λάτμος στην Μίλητο ήταν ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένες από μοναχούς και ασκητές. Το όρος Λάτμος είχε τόσες μονές που αποκαλείτο Λάτρος (=λατρεία). Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τις αρχές οργανώσεως του ανατολικού κοινοβιακού μοναχισμού έθεσε ο Άγιος Βασίλειος της Καισαρείας. 

Τον 10 αιώνα η Μικρά Ασία είχε 371 επισκοπές, αριθμός που αυξήθηκε από τις ανακτήσεις της Μακεδονικής δυναστείας εις βάρος των Αράβων. Τον 11ο μαρτυρούνται στην χερσόνησο 10 αρχιεπισκοπές και 45 μητροπόλεις. Ο τοπικός επίσκοπος είχε σημαντικό ρόλο, πέρα από ποιμήν ψυχών, ως αξιωματούχος της πόλεως με έργο επικουρικό της κοσμικής διοικήσεως, ιδίως στην μόρφωση και την πρόνοια. 

Η εξάπλωση αυτού του δικτύου επισκοπών και μοναστηρίων είχε σημαίνοντα ρόλο στην ολοκλήρωση και εμβάθυνση του εξελληνισμού της Μικράς Ασίας. Και πριν, βεβαίως, η ελληνική ήταν η γλώσσα του εμπορίου και της διοικήσεως. Όμως αυτά είναι υποθέσεις κυρίως των αστικών κέντρων. Οι αγροτικοί πληθυσμοί φυσικά δεν ζούσαν απομονωμένοι από τις πόλεις, τις οποίες επισκέπτονταν συχνά για να πουλήσουν την παραγωγή τους και να προμηθευτούν προϊόντα βιοτεχνίας. 

Αυτή η τριβή όμως, όσο και εάν ενθάρρυνε την μάθηση της ελληνικής, δεν αρκούσε για να διεισδύσει η γλώσσα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, πολλώ δε όσων ζούσαν σε πιο απομονωμένες, απομακρυσμένες και άγονες περιοχές του εσωτερικού, όπου λίγη επαφή είχαν με τον έξω κόσμο και ακόμη λιγότερο ελκυστικές ήταν για την ίδρυση ελληνικών ή ρωμαϊκών αποικιών. Με την εκκλησία όμως η γλώσσα μπήκε στην θρησκευτική λατρεία. Η θεία λειτουργία και οι λοιπές ακολουθίες, οι προσευχές, η εικονογραφία των αγίων και το κήρυγμα του ιερέως, όλα μιλούσαν ελληνικά. Με τον τρόπο αυτό η θέση της ελληνικής παγιώθηκε. 

Όπως όμως είπαμε πιο πάνω, ο εξελληνισμός δεν φέρνει εξομοίωση. Την περίοδο της Εικονομαχίας οι Ίσαυροι αυτοκράτορες στηρίχθηκαν στα στρατεύματα και τους αγροτικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, που είχαν μεγαλύτερη έκθεση στις ανεικονικές αντιλήψεις του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού. Αντιθέτως η κυρίως Ελλάς εξεγέρθηκε, ενώ οι εικονόφιλοι μοναχοί βρήκαν καταφύγιο στην Ιταλία. Και εδώ ορισμένοι ιστορικοί διείδαν την σύγκρουση της ελληνορωμαϊκής Ορθοδοξίας από την μία, και των αιρετικών, πλημμελώς ή μη εξελληνισμένων λαών της Ανατολής από την άλλη. Παρά ταύτα, ύστερα από την αναστήλωση των εικόνων το 843 η ορθόδοξη κανονικότητα επέστρεψε σε μεγάλο βαθμό στην περιοχή. Την παραμονή της εισβολής των Σελτζούκων ο μοναχισμός ανθούσε σε ολόκληρη την Μικρά Ασία. Πυρήνες αιρέσεων όμως παρέμειναν, ιδίως προς τα ανατολικά. 

Τα θέματα (στρατιωτικές περιφέρειες) της Ρωμανίας τον 7-9ο αιώνα 

Οι διάφορες εθνότητες 

Όπως εκθέσαμε ανωτέρω, σχεδόν σε ολόκληρη την Μικρά Ασία ο εξελληνισμός των εντοπίων πληθυσμών ήταν εκτεταμένος, με το βάθος και την ολοκλήρωση του να κυμαίνεται κατά περιοχάς. Παρ’ όλα αυτά, διακριτές, ακόμη και συμπαγείς «μειονότητες» διατηρήθηκαν ολόκληρη την μεσαιωνική περίοδο, με πολύ διαφορετικά μεγέθη και ιστορία η κάθε μία από αυτές. 

Η συχνή πρόσληψη μισθοφόρων από την αυτοκρατορία, ιδιαίτερα από την Μακεδονική δυναστεία και εξής, οδηγούσε στη δημιουργία διασπάρτων κοινοτήτων από όλες τις εθνότητες του Βορρά και της Δύσεως, καθώς οι πολεμιστές έφερναν μαζί τις οικογένειες τους ή παντρεύονταν με Ρωμιές. Στις ακτές του Πόντου, για παράδειγμα, είχαν εγκατασταθεί τάγματα Βαράγγων (Ρως) και Φράγκων. Σε αστικά κέντρα, ιδίως την Κωνσταντινούπολη και τα διεθνούς σημασίας λιμάνια, συνωστίζονταν έμποροι από όλη την Οικουμένη, Ιταλοί, Άραβες, Πέρσες, Σλάβοι, Φράγκοι, Άγγλοι κ.α.

Ιδιαίτερα σε τέτοια περιβάλλοντα δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι πανταχού παρόντες Εβραίοι. Εβραϊκές κοινότητες και συναγωγές μαρτυρούνται από την αρχαιότητα σε ολόκληρη την Μικρά Ασία, πριν και μετά την μεγάλη φυγή που προκάλεσε η άλωση της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο (70 μ.Χ.). Τον 11ο αιώνα υπήρξε κύμα Εβραίων προσφύγων από τα αραβικά εδάφη, όπου είχαν ξεσπάσει διωγμοί. 

Στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία επικρατούσε γενικά ένα ανεκτικό προς τους Εβραίους καθεστώς, σίγουρα πολύ ελαστικότερο από ότι στην δυτική Ευρώπη. Περιστασιακά ελήφθησαν μέτρα εις βάρος των από κάποιους αυτοκράτορες (π.χ. από τον Ηράκλειο, επειδή συνέπραξαν με τους Πέρσες στην κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 614), όμως ποτέ δεν έλαβαν μαζική μορφή και έμεναν περισσότερο στο επίπεδο διακηρύξεων.
Ιστορίες σαν του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα, θρυλικού υιού εκχριστιανισμένου Άραβα εμίρη και Ρωμιάς αρχοντοπούλας, δείχνουν πως στα σύνορα μεταξύ Ρωμανίας και Χαλιφάτου δεν έλειπαν οι αναμείξεις των πληθυσμών και οι μεταστροφές από την μία θρησκεία στην άλλη, αν και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την έκταση τέτοιων φαινομένων. Η αυτοκρατορία πάντως ενθάρρυνε την προσχώρηση των Αράβων αιχμαλώτων στο χριστιανισμό, υποσχόμενη γη και φορολογικές ελαφρύνσεις για όσους το επέλεγαν. Αντίστοιχα κίνητρα δίνονταν και σε όσες οικογένειες δέχονταν να παντρέψουν τις κόρες τους με τέτοιους προσηλύτους. Το 834 ένα μεγάλο στρατιωτικό σώμα Περσών αυτομόλησε στην ρωμαϊκή πλευρά, και ο αυτοκράτορας Θεόφιλος του κατένειμε στα μικρασιατικά θέματα. 


Η αυτοκρατορία έκανε εκτεταμένες μετακινήσεις πληθυσμών από την μία περιοχή στην άλλη, αλλάζοντας σημαντικά το εθνογραφικό τοπίο πολλών περιοχών. Αυτές οι μετακινήσεις μπορεί να γίνονταν τιμωρητικά έναντι ταραχοποιών κοινοτήτων, για να ενισχυθεί η ασφάλεια κάποιας συνοριακής περιοχής με νέους κατοίκους (και άρα φύλακες), για να αναζωογονηθεί μία επαρχία ερημωμένη από επιδημίες ή επιδρομές κ.α.

Οι πυκνοί μικρασιατικοί πληθυσμοί τροφοδότησαν τον αποικισμό της νοτίου Ελλάδος και της Κρήτης, ύστερα από την απομάκρυνση των Σλάβων και των Αράβων αντιστοίχως. Ύστερα από την ήττα τους τον 9ο αιώνα, οι Παυλικιανοί μεταφέρθηκαν μαζικά στη Θράκη, από όπου συνέχισαν να αποτελούν πονοκέφαλο και για το κράτος και την Εκκλησία. Αντιστρόφως υπήρξαν μετακινήσεις Ρωμιών της Κύπρου και Μαρδαϊτών του Λιβάνου στην Μικρά Ασία. 

Οι Σλάβοι, σοβαρή απειλή για την αυτοκρατορική εξουσία στα Βαλκάνια, συχνά μετακινούντο στην Μικρά Ασία, με την προοπτική πως η αποκοπή τους από τις εστίες τους και η ανάμιξη τους με ελληνορθοδόξους πληθυσμούς θα οδηγούσε στην αφομοίωση τους. Στρατιωτικά σώματα Σλάβων της Μικράς Ασίας χρησιμοποιήθηκαν σε αρκετές επιχειρήσεις, αν και συχνά ήταν πολύ αναξιόπιστα. Όταν το 960 ο Νικηφόρος Φωκάς εξεστράτευσε κατά των Αράβων πειρατών της Κρήτης, στα στρατεύματα του καταμετρήθηκε μονάδα Σλάβων από το θέμα Οψικίου (Βιθυνία), κάτι που σημαίνει ότι περίπου 200 χρόνια μετά του εκτεταμένους αποικισμούς του Κωνσταντίνου Ε¨, ορισμένοι τουλάχιστον διατηρούσαν την ταυτότητα τους. 

Στα όρια μεταξύ Πόντου και Καυκάσου κατοικούσαν κοινότητες Γεωργιανών και Λαζών, ενώ πληθυσμοί Κούρδων βρίσκονταν στα νοτιοανατολικά σύνορα. Οι Λαζοί, κατά τον Σκαλιέρη, «απαράμιλλοι εγένοντο συστρατιώται των άλλων Ελλήνων, μετάσχοντες των μεγάλων του Ελληνικού Έθνους αγώνων». Ο Σκαλιέρης επισημαίνει ακόμη την φυλή των Σάννων στον Πόντο-Παφλαγονία, μαζί με τους Χάλυβες και τους Μεσοχαλδηνούς. Οι Σάννοι, λέγει, ήσαν Έλληνες ορθόδοξοι και αυτόνομοι πολιτικά, μέχρι την ενσωμάτωση τους στην ρωμαϊκή διοίκηση το 523 από το Ιουστίνο Α’. 

Ίσως η επιφανέστερη μη ελληνική εθνοτική ομάδα της Μικράς Ασίας ήταν ο πολυάνθρωπος και αρχαίος λαός των Αρμενίων. Οι Αρμένιοι ήταν συγκεντρωμένοι στην ανατολική περιφέρεια της αυτοκρατορίας και έξω από αυτήν. Τα διάφορα αρμενικά πριγκιπάτα προσαρτήθηκαν στην Ρωμανία από τους στρατηλάτες βασιλείς της Μακεδονικής δυναστείας, όμως αρμενικοί πληθυσμοί υπήρχαν ήδη στα όρια του Πόντου, της Καππαδοκίας και στο εσωτερικό. Μέσω των εποικισμών και της στρατιωτικής υπηρεσίας Αρμένιοι εξαπλώθηκαν σε όλη τη χερσόνησο. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η μεγάλης κλίμακας μετανάστευση Αρμενίων ευγενών και των υποτελών τους τον 11ο αιώνα από τις περιοχές τους προς νοτιότερα ρωμαϊκά εδάφη, ιδίως την Κιλικία και την Καππαδοκία. Αυτή ήταν κι η σημαντικότερη δημογραφική αλλαγή στην Μικρά Ασία πριν την τουρκική εισβολή. Ο ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης διαμαρτύρεται πως οι αιρετικοί Αρμένιοι κατέκλυσαν την Ιβηρία, τη Μεσοποταμία, την Λυκανδό, την Μελιτηνή και τις γύρω περιοχές. 

Και εδώ τίθεται το μεγάλο σημείο τριβής Ρωμιών και Αρμενίων. Οι τελευταίοι ήταν διαιρεμένοι σε ορθοδόξους και μιαφυσίτες – αντιχαλκηδονίους της Αρμενικής Εκκλησίας, με την δεύτερη ομάδα να είναι και η πολυπληθέστερη. Από την μειονότητα των ελληνορθοδόξων Αρμενίων η αυτοκρατορία άντλησε πλήθος αξιωματούχων, στρατιωτικών, ακόμη και αυτοκρατόρων. Άνδρες όπως ο Ηράκλειος, ο Ρωμανός Λεκαπηνός και ο Ιωάννης Τσιμισκής άφησαν ισχυρό στίγμα στην ρωμαϊκή ιστορία. Από την άλλη οι αιρετικοί Αρμένιοι ζούσαν ανάμεσα σε περιόδους θρησκευτικών πιέσεων και αμήχανης ανοχής. 

Τις παραμονές του Μαντζικέρτ η αυτοκρατορία υπήρξε ιδιαίτερα επιθετική απέναντι στην Αρμενική Εκκλησία, οδηγώντας στην αποξένωση των πιστών της από την Κωνσταντινούπολη και τη δημιουργία επαναστατικού αποσχιστικού αναβρασμού. Τα αρμενικά στρατεύματα, παλαιόθεν από τα καλύτερα της Ρωμανίας, λιποτακτούσαν και απέφευγαν την υπηρεσία. Όταν το 1059 η Σεβάστεια καταστράφηκε από τους Σελτζούκους, οι Ρωμιοί επιζώντες δέχθηκαν επίθεση και από τους Αρμενίους γείτονες τους.

Ο Ρωμανός Διογένης αντιμετώπισε τις αρμενικές περιοχές ως εχθρικές ή στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερο έδαφος, και λάμβανε ειδική πρόνοια για την προφύλαξη στρατιωτικών σωμάτων που είχαν μείνει πίσω στην πορεία, μήπως δεχθούν επίθεση από τους Αρμενίους. Είχε σκοπό να λάβει τιμωρητικά μέτρα εναντίον τους αλλά τον πρόλαβε η ήττα στα χέρια των Τούρκων. Μετά την κατάρρευση της ρωμαϊκής Μικράς Ασίας υπό τις τουρκικές επιδρομές, αρμενικές ηγεμονίες ξεπήδησαν στην Κιλικία, την Άνω Μεσοποταμία και την Συρία. Για τον επόμενο αιώνα θα αποτελούσαν διαρκές αγκάθι στο νότιο μέτωπο των Κομνηνών. Αυτή η αφύπνιση (εθνικιστική κατά τον Βρυώνη) και επιθετικότητα των Αρμενίων ξεπερνά την θρησκευτική καταπίεση τους από τους Ρωμιούς, καθώς θύματα της υπήρξαν και οι Σύριοι γείτονες τους, που είδαν τις ιερές μονές τους να λεηλατούνται. 

Οι Σύριοι ήταν άλλος ένας πληθυσμός των μικρασιατικών ορίων που ενσωματώθηκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία την εποχή της Μακεδονικής δυναστείας. Επίσης αρχαίος λαός με σημαντική συμβολή στην χριστιανική ιστορία, θεολογία και ασκητισμό, οι Σύριοι ήταν διάσημοι ως ιατροί και μεταφραστές αρχαιοελληνικών κειμένων. Ο Νικηφόρος Φωκάς ενθάρρυνε την μετανάστευση τους από τα αραβικά εδάφη στα ρωμαϊκά, κάτι που οδήγησε στην ίδρυση πολλών συριακών επισκοπών στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία. Παρ’ όλα αυτά δέχθηκαν και εκείνοι πιέσεις ως αιρετικοί τα τελευταία χρόνια πριν την σελτζουκική εισβολή. Το γεγονός πως τα πρώτα χρόνια οι τουρκικές επιδρομές αφορούσαν τις ανατολικότερες επαρχίες και κατοικημένες από Συρίους και Αρμενίους επαρχίες, ορισμένοι Ρωμιοί τις εξέλαβαν ως θεία τιμωρία επί των αιρετικών. Η αμείλικτη προέλαση των Σελτζούκων προς το ελληνορθόδοξο εσωτερικό (ειδικά η τραγική καταστροφή των Χωνών της Φρυγίας, ιεροτάτου προσκυνήματος του αρχαγγέλου Μιχαήλ) διέλυσε αυτές τις ερμηνείες. 

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΕΣ ΠΗΓΕΣ 

o Σπύρος Βρυώνης «Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού»
o Γεώργιος Σκαλιέρης «Λαοί και Φυλαί της Μικράς Ασίας»
o Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ «Γιατί το Βυζάντιο»
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: GEOPOLITICS AND DAILY NEWS 11-2-2019 

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.