Γράφει ο Δημήτρης Μάρτος
Το γερμανικό περιοδικό Spiegel, προσεγγίζοντας τη Συμφωνία των Πρεσπών υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών και γεωπολιτισμικών αντιπαραθέσεων, τη χαρακτήρισε «νίκη για τη Δύση, καταστροφή για τη Ρωσία… η Μόσχα θα πρέπει να φοβάται για την επιρροή της στην περιοχή». Οι New York Times θεώρησαν ότι η μάχη για το ονοματολογικό «εξελίχθηκε σε μια δοκιμασία γεωπολιτικής εξουσίας μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ από τη μία και της Ρωσίας από την άλλη στα αιωνίως ασταθή Βαλκάνια». Ο ρόλος του πολιτισμού αυξάνεται θεαματικά στις γεωπολιτικές συγκρούσεις. Στα Βαλκάνια βέβαια οι συγκρούσεις των ισχυρών γεωπολιτικών συνασπισμών πάντοτε ενδύονταν με πολιτισμικές αναφορές. Τα έθνη -κράτη και τα σύνορα τους διαμορφώθηκαν ως παρεπόμενο της σύγκρουσης μεταξύ δυτικού κόσμου-πολιτισμού και ανατολικού ρώσικου-σλαβικού.
Τα Βαλκάνια και ιδιαίτερα η Μακεδονία, αποτέλεσαν το έδαφος του καθορισμού του ορίου των δύο ισχυρών κόσμων-πολιτισμών. Ο φιλελληνισμός και των δύο αναπτύχθηκε σε συνάρτηση με την αμφισβήτηση μιας εμβόλιμης εξουσίας (τουρκικής -ισλαμικής) στον ιστορικό χώρο από τον οποίον αντλούσαν τα πρότυπα και τις επίκτητες παραδόσεις τους.
Το Βυζάντιο – Ορθοδοξία ενσωμάτωνε την Ελλάδα στον πολιτιστικό χώρο της Ρωσίας, όπως αντίστοιχα η αρχαιοελληνική παράδοση την ενσωμάτωνε, μέσω του νεοκλασικισμού-αθηναϊσμού, στη Δύση. Το πολιτισμικό όριο ανάμεσα στη δυτική και ανατολική Ευρώπη οριζόταν από την πρόσληψη και τη διχοτόμηση της ελληνικής συνέχειας και του ιστορικού χώρου του ελληνισμού. Ακόμη και σήμερα η πολιτισμική και ακαδημαϊκή σύγκρουση αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου προέρχεται από τη μετάθεση της αξιολόγησης του ιστορικού δρομολογίου του ελληνισμού στο έδαφος της αντιπαράθεσης δυτικής Ευρώπης και Ρωσίας. Γι’ αυτό το ‘’μακεδονικό’’ θα πρέπει αρχικά να εξετάζεται ως συνέπεια αυτής της γεωπολιτισμικής σύγκρουσης.
Το ‘’μακεδονικό’’ ως υπόλειμμα του Ανατολικού Ζητήματος.
Ο Ντανιλέφσκι(1), ο θεωρητικός του επιθετικού πανσλαβισμού, που επεξεργάστηκε τη σύγκρουση μεταξύ δύο διαφορετικών ιστορικών τύπων, του υπερώριμου ευρωπαϊκού και του νεαρού σλαβικού, θεωρούσε ότι το Ανατολικό Ζήτημα είχε μεγαλύτερο ιστορικό βάθος και πλανητικό εύρος απ’ αυτό που συνήθως του αποδιδόταν, ως ζήτημα διευθέτησης της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κατ’ αυτόν οι ρίζες του βρίσκονταν στην αρχαιότητα, στην αντίθεση του ρωμαϊκού και του ελληνικού πολιτισμικού τύπου και των κληρονομιών τους, δηλαδή, τη γερμανική αυτοκρατορία και τη βυζαντινή αντίστοιχα και ότι απ’ αυτήν την αντίθεση προέκυψε η σύγχρονη μεταξύ δυτικής Ευρώπης (λατινικοί, καθολικοί και προτεσταντικοί κόσμοι) και ανατολικής (Ορθόδοξοι, σλαβικοί και ελληνικοί κόσμοι). Πίστευε ότι οι Σλάβοι, ως νεότερος πολιτισμικά τύπος, θα επικρατούσαν των Δυτικοευρωπαίων.
Ο δυτικός οικονομισμός, αστικός και μαρξιστικός, θα μεταθέσει το ζήτημα της παγκόσμιας υπεροχής από τις έννοιες της ζωτικότητας των πολιτισμικών χαρακτηριστικών στις έννοιες της παραγωγικής απόδοσης και τα οικονομικά μεγέθη, προδιαγράφοντας έτσι την υπεροχή των δυτικοευρωπαίων. Στη συνέχεια, ο ρώσικος μαρξισμός (λενινισμός-σταλινισμός) ‘’σήκωσε το γάντι’’ του Δυτικού μαρξισμού, προσπαθώντας να ταυτιστεί με το πρόκριμά του, ότι η πολιτιστική ηγεμονία θα κρινόταν στο επίπεδο της οικονομίας και όχι της ζωτικότητας των πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Γι’ αυτό και έχασε, επειδή έθεσε το θέμα της ηγεμονίας σ’ ένα πεδίο που πλεονεκτούσε η Δύση.
Υπό τη δυναμική αυτών των συγκρούσεων το Ανατολικό Ζήτημα μεταλλάχθηκε από ζήτημα των δικαιωμάτων των λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε πρόβλημα ασφάλειας των Δυτικών και των Ρώσων και καθορισμού των ορίων ανάμεσά τους. Και οι δύο κατασκεύαζαν, για να προωθήσουν την επιρροή τους στους λαούς, διάφορες φοβίες, αδυναμίες και ανικανότητες, που υπονοούσαν ακριβώς την ανάγκη επιτήρησής τους από τους Δυτικούς ή τους Ρώσους. Στην πραγματικότητα, αμφισβητούσαν τη διατήρηση της «ισορροπίας δυνάμεων» και το «εθνικό συμφέρον» γινόταν μια δικαιολογία για να αναθεωρηθεί ο ευρωπαϊκός χάρτης. Η εχθρότητα και η αστάθεια στα Βαλκάνια δεν δημιουργήθηκαν ως εσωτερικό φαινόμενο αλλά ως εξωτερική απαίτηση.
Η σύγκρουση θα εκδηλωθεί εδαφικά κυρίως στη Μακεδονία, που αποτελεί τον ενδιάμεσο (γεωγραφικά και ιστορικά) χώρο ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και το Βυζάντιο και θα διαμελισθεί σε βόρεια και νότια Μακεδονία και κατ’ επέκταση σε βόρεια και νότια Ήπειρο, βόρεια και νότια Ρούμελη κλπ. Το εργαλείο των Ρώσων θα γίνει η Βουλγαρία ενώ των Δυτικών το ελληνικό κράτος. Ανάλογη θα είναι και η διαλεκτική των διχοτομήσεων και πολιτισμοκτονιών στη Μικρά Ασία, όπου εκεί οι γεωπολιτικές αντιθέσεις των αυτοκρατοριών (Δυτικών, Ρωσικής και Οθωμανικής) θα αμβλυνθούν και θα συγκλίνουν στην αντιμετώπιση μιας επιστρέφουσας γεωπολιτικής και γεωπολιτισμικής δυναμικής, αυτήν της Μεγάλης Ιδέας του ελληνισμού. Στην πραγματικότητα, ο ελληνισμός θα “τελειώσει” όταν θα διεκδικήσει την επιστροφή του στην ιστορία της ανθρωπότητας, ως αυτόνομου γεωπολιτικού παίχτη. Τότε θα συντριβεί από τη “συνεννόηση” Δυτικών, Ρώσων και Τούρκων γιατί απορρύθμιζε την ιμπεριαλιστικότητα του γεωπολιτισμού τους.
Σκοπιανικός μακεδονισμός: μια μορφή αρχαιοκαπηλίας
Είναι γνωστό ότι η μορφοποίηση της Δυτικής κυριαρχίας στους κόσμους της ανατολικής Μεσογείου συνυφαινόταν με τον αρχαιολογικό και ιστορικό ιμπεριαλισμό. Ο τελευταίος διατεινόταν ότι ο ιστορικός χώρος του ελληνισμού ήταν διαχειρίσιμος μόνον από τους Δυτικούς γιατί αυτοί μόνον κατάλαβαν την αξία του και τον ενσωμάτωσαν στις εθνοποιητικές τους δομές. Αντίστοιχα, οι Ρώσοι θεωρούσαν ότι η βυζαντινορθόδοξη κληρονομιά ήταν διαχειρίσιμη μόνον από αυτούς, γι’ αυτό το 19ο αιώνα είχαν αναπτύξει θεαματικά μαζί με τις σλάβικες και τις βυζαντινές σπουδές. Και οι δύο αντλούσαν αυτήν τη βεβαιότητα επειδή νόμιζαν ότι οι φυσικοί κληρονόμοι του «υψηλού πολιτισμού» είτε είχαν εκφυλιστεί και έχασαν την ιστορική τους συνέχεια με τους αρχαίους (Δυτικοί) είτε ήταν αδύναμοι πολιτικοστρατιωτικά και ολιγάριθμοι για να διαχειριστούν την «υψηλή κληρονομιά» (Ρώσοι). Υπό αυτήν την οπτική οι μεν Δυτικοί διεκδίκησαν την ιδιοποίηση των ελληνικών κληρονομιών μέσα από την ιδανικοποίησή τους και τον έλεγχο του ελληνικού κράτους, οι δε Ρώσοι, εκμεταλλευόμενοι την κάθοδο των Σλάβων τον 6ο μΧ αιώνα, διεκδικήσαν, μέσω της φυλετικής συγγένειας (ελληνοσλαβισμού), την προσάρτηση τουλάχιστον της Μακεδονίας στο γεωπολιτισμικό τους χώρο. Το ‘’μακεδονικό’’ γεννιέται ως αμφισβήτηση στους ιθαγενείς της ικανότητάς τους να διαχειριστούν τη μεγάλη κληρονομιά τους.
Μια μορφή ιδιοποίησης από τους Δυτικούς ήταν η αρπαγή των αρχαιοτήτων. Η εμβληματικότερη ήταν αυτή των γλυπτών του Παρθενώνα από τον Άγγλο πρεσβευτή στην Κπολη Έλγιν. Η απόσπασή τους από τον τόπο που τα φιλοτέχνησε ο Φειδίας, δηλαδή από το φυσικό (κλίμα, φωτεινότητα, ανάγλυφο) και ανθρωπολογικό περιβάλλον, χαρακτηρίστηκε από έναν εμβληματικό τότε φιλέλληνα, τον Μπάιρον, πράξη βαρβάρων. Άλλοι πολιτισμένοι άνθρωποι θεωρούσαν ότι τα μνημεία μακριά από τον τόπο τους είναι ακατανόητα και προκαλούν σύγχυση. Ο Άγγλος αρχαιολόγος Leake σημείωνε στα 1806: «Τα μνημεία απεικονίζουν την ιστορία ενός συγκεκριμένου τόπου, οι αρχαιότητες χωρίς ταυτότητα καταντούν άχρηστες… το κάθε ελληνικό έργο τέχνης έχει άμεση σχέση με την τοπική ιστορία και μυθολογία». Η δικαιολογία που προβλήθηκε από την Αγγλική Βουλή ήταν ότι τ’ απέσπασαν «νόμιμα», με φιρμάνι του Σουλτάνου. Την ώρα που διαμέλιζαν το μνημείο ακόμη και ο Τούρκος καϊμακάμης της Αθήνας δάκρυσε μαζί με τους Αθηναίους, εκτός βέβαια από κάποιους καιροσκόπους και αφελείς, που νόμιζαν ότι θα ωφεληθούν από το διαμελισμό-φυγάδευση των μνημείων. Από τότε, για πολλούς, η επιστροφή των γλυπτών στον τόπο τους θα σηματοδοτήσει τη στιγμή που ο Δυτικός κόσμος θα περάσει από το στάδιο της βαρβαρότητας στον πολιτισμό.
Η γλώσσα και το πλέγμα των σημείων που εμπεριέχεται στην έννοια της Μακεδονίας συνιστούν πρωτίστως ένα ιστορικό μνημείο του κόσμου. Γιατί, το όνομα και η γλώσσα δεν είναι απλά μέσα επικοινωνίας αλλά αποδίδουν και εκφράζουν μια ιστορική περίοδο και έναν πολιτισμό και ως τέτοια είναι η ύψιστη μνημειακή του έκφραση. Η ‘’συμφωνία των Πρεσπών’’ συνιστά, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, μια πράξη ανάλογη της κλοπής των γλυπτών του Παρθενώνα, γιατί αποσυνδέει από τον ιστορικό χώρο και χρόνο τη γλωσσική και ονοματολογική του έκφραση-απόδοση. Με το να μετονομάζει κανείς με το όνομα και τη γλώσσα των Μακεδόνων αλλότριες ιστορικές πολιτιστικές δομές και εμπειρίες, αποτελεί μια μορφή ιστορικής παραχάραξης, ιστοριοκαπηλείας και ονοματοκαπηλείας και παραπέμπει σε καταστάσεις πολιτισμικής βαρβαρότητας(2).
Η ελληνική κυβέρνηση που είχε ως πρώτιστο καθήκον να φυλάει αυτές τις κληρονομιές, πάνω στις οποίες θεμελιώνεται και η ύπαρξη του ελληνικού έθνους, δεν στάθηκε καν στο ύψος του Τούρκου διοικητή. Περισσότερο λειτούργησε σαν εκείνους τους αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι εμπορεύονταν τα μνημεία του ελληνισμού για να ενισχύσουν την οικονομική ή πολιτική τους θέση. Τα Διευθυντήρια της Δύσης, που στόχος τους είναι ν’ αποσπάσουν τη γειτονική χώρα από την πολιτισμική και πολιτική επιρροή της Ρωσίας(3), διέκριναν στη σημερινή κυβερνητική ομάδα την κερκόπορτα, έναν αδύναμο και καιροσκοπικό πατριωτισμό-ελληνισμό. Τη γνώριζαν από τότε που κινούνταν ανάμεσα στο τριτοδιεθνιστικό «ενιαία, ανεξάρτητη Μακεδονία» και το κεμαλικό «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του».
Το ‘’μακεδονικό’’ στοιχειώνει την Αριστερά
Είναι ορατό πλέον ότι ιμπεριαλισμός της Δύσης, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, χρησιμοποιεί ως υποκείμενα εκφυλισμού των εθνικών παραδόσεων και δομών κάποιους «Αριστερούς» που έχουν θητεύσει σ’ ένα δυτικοκεντρικό μαρξισμό, του οποίου η στόχευση ήταν πάντοτε η αποεθνικοποίηση, δηλαδή, η προπέτεια στις παραδοσιακές αξίες και στις αρχεγονικές δομές. Η Αριστερά, στην τριτοδιεθνιστική της εκδοχή, στήριζε συνήθως, στην ψυχροπολεμική περίοδο και ανεξάρτητα από τα κίνητρά της, τα εθνικά κινήματα. Σήμερα όμως οι περισσότερες εκδοχές της έχουν γίνει τα τάγματα εφόδου του δυτικού ιμπεριαλισμού και οι διώκτες των εθνικών αντανακλαστικών. Με τη ρητορική των ‘’συνταγματικών τόξων’’ και του ‘’εθνικιστικού κινδύνου’’ προσπαθούν να τιθασεύσουν-εκφυλίσουν αυτό που ήταν πάντοτε οι αντίπαλοι του ιμπεριαλισμού: τα εθνικά κινήματα, τα πατριωτικά μέτωπα.
Η σχέση της Αριστεράς με το ‘’μακεδονικό’’ ήταν πάντοτε προβληματική, την στοίχειωνε. Η λανθάνουσα σχέση οφειλόταν στις εξαρτήσεις της από τη ρωσοκεντρική Γ’ Διεθνή (1920) της Μόσχας. Το ‘’μακεδονικό’’ ως ζήτημα εθνικής οντότητας το ανέδειξε η Ρωσία στα πλαίσια της θεμελιώδους σύγκρουσης της με τον δυτικό κόσμο(4). Οι τριτοδιεθνιστές, χρησιμοποιώντας Δυτικά εργαλεία, όπως την Αρχή των Εθνικοτήτων, κατασκεύαζαν έθνη για να μεταβάλλουν τις ισορροπίες δυνάμεων σε μια περιοχή που ήθελαν να ελέγξουν. Ήταν η εκ των έσω αποδυνάμωση των ιστορικών δικαιωμάτων του ελληνικού κράτους επειδή αυτό υπάκουε στα διευθυντήρια της Δύσης. Ήταν τότε που η απόσπαση του μακεδονικού ελληνισμού από τη ‘’δικαιοδοσία’’ της Δύσης, συνυφαίνονταν με την ανάγκη του σοβιετικού συστήματος για έξοδο στο Αιγαίο και τότε που τα συμφέροντα της ‘’πρωτοπορίας του προλεταριάτου’’ είχαν μεγαλύτερη ισχύ από τα εθνικά δικαιώματα.
Όταν αμέσως μετά τον πόλεμο οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές, που ήταν ακόμη υπό την επιρροή της Ρωσίας, διατύπωναν, στα πλαίσια των θέσεων της Γ΄ Διεθνούς, τη θεωρία της «Μακεδονίας του Αιγαίου», το ΚΚΕ συντάχθηκε στα πλαίσια της κομμουνιστικής αλληλεγγύης. Μετά το 1948, η Γιουγκοσλαβία αποδεσμεύτηκε από τον έλεγχο της Μόσχας- Κομιντέρν και ο Τίτο, για να αποβουλγαροποιήσει – σερβοποιήσει την εθνική ταυτότητα αυτών των πληθυσμών, τόνισε τη γεωγραφική διάσταση της εθνικής ταυτότητας, μετονομάζοντας την ιστορική Παιονία (σύγχρονη Vardaska) σε περιοχή της Μακεδονίας, γκριζάροντας έτσι και τη γεωγραφική ονοματολογία. Υποστήριζε δε ότι υπάρχει «μακεδονική εθνότητα» στα πλαίσια όμως της Γιουγκοσλαβίας, που ένα τμήμα της καταπιέζονταν από τους Έλληνες. Η ελληνική τριτοδιεθνιστική Αριστερά αντέδρασε στην γιουγκοσλαβοποίηση της Μακεδονίας, διατηρώντας όμως τη θέση της «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας» (5η Ολομέλεια του ΚΚΕ, 1949), παρ’ όλες τις αντιδράσεις μελών που γνώριζαν ιστορία.
Η Γιουγκοσλαβία δημιούργησε ένα νέο πολιτισμικό υβρίδιο που ανταποκρινόταν στη γεωπολιτική της θέση, αυτήν ανάμεσα στη δυτική Ευρώπη και τη Ρωσία. Η έννοια της Μακεδονίας εμπεριείχε τη σημειολογία που μπορούσε να δώσει το διαφορετικό στίγμα και όχι η σλαβικότητα ή η Ορθοδοξία που ήταν κοινές με τους Βουλγάρους και εχθρικές στη Δύση. Αυτό το υβρίδιο της επίκτητης μακεδονικότητας χρησιμοποιεί σήμερα η Δύση για να εξουδετερώσει τις επιρροές που ασκεί η Ρωσία μέσω του σλαβισμού και της Ορθοδοξίας και να δορυφοροποιήσει το κρατίδιο στη δική της αυτοκρατορία.
Αν σήμερα η τριτοδιεθνιστική Αριστερά (ΚΚΕ) αντιμετωπίζει το ‘’μακεδονικό’’ στα πλαίσια μιας αντίστασης στους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς της Δύσης (ΝΑΤΟ, ΕΕ) αλλά όχι ακόμη εθνικών δικαιωμάτων, η νατοϊκή Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ) δέχεται το ξαναγράψιμο της ιστορίας της Μακεδονίας με σλαβικό ειρμό, επειδή την πολιτική της ιδεολογία τη διαπερνάει ένας αχαλίνωτος καιροσκοπισμός.
Αλλά, όπως η Αριστερά ιεραρχούσε το εθνικό ζήτημα ως δευτερεύον σε σχέση με το ταξικό, σύμφωνα με τη μαρξιστική εμμονή ότι το εθνικό θα λυθεί όταν πάρει την εξουσία το προλεταριάτο της Δύσης, η Δεξιά ιεραρχούσε το εθνικό ζήτημα σύμφωνα με τον επαρχιώτικο εκδυτικισμό που διατύπωσε από το 1842 ο τραπεζίτης Μάρκος Ρενιέρης με τη φράση «Η Ελλάς είναι Δύση…γιατί έτσι μας συμφέρει να είμαστε», που ενέπνευσε και την ψυχροπολεμική εθνική στρατηγική του «Ανήκομεν εις την Δύσιν».
Η διαχειριστική απερισκεψία από τη συνθήκη Καφλώφ–Πολίτη (1924), με βάση την οποία η Ελλάδα αποδεχόταν ότι οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας συνιστούσαν βουλγαρική μειονότητα, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν επιλέξει οικειοθελώς την ελληνική εθνική ταυτότητα και είχαν συμμετάσχει στο μακεδονικό Αγώνα, έως την εθνική γραμμή της «σύνθετης ονομασίας», οφειλόταν στις εξαρτήσεις των κυβερνήσεων της Δεξιάς από τα δυτικοευρωπαϊκά διευθυντήρια. Η διαφορά με το μακεδονισμό της νατοϊκής Αριστεράς ήταν σ’ ένα… δάκρυ.
συνεχίζεται στο Β μέρος
Σημειώσεις (του Α μέρους)
1. Ντανιλέφσκι, Νικολάι, Γιακόβλεβιτς, (1822-1885). Το έργο του Η Ρωσία και η Ευρώπη είναι μια θεωρία της παγκόσμιας ιστορίας. Επηρέασε το Ντοστογιέφσκι και τον κύκλο της «Γενέθλιας Γης».
2. Στο άρθρο 7 της Συμφωνίας σημειώνεται το ανιστόρητο ότι «η Μακεδονική γλώσσα ανήκει στην ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών».
3. Αρχιτέκτονας της στρατηγικής της απόσπασης της δυτικής Βαλκανικής από την πολιτισμική εξάρτηση της Ρωσίας είναι η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ. Βλ. σχ. Βασιλειάδου, Μαρία, «Πως γεννήθηκε η Βόρεια Μακεδονία», εφ. Τα Νέα, 3-2-2019.
4. Η ιδέα της «μακεδονικής γλώσσας» ανήκει στον Kriste Miriskov από τον α’ππ και απέβλεπε να στοιχειοθετήσει μια «μακεδονική εθνική ταυτότητα».
Geopolitics

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).
Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.
Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.