Σελίδες

15 Νοεμβρίου 2018

Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου (μέρος 2ο)

Γράφει ο Πρωτοπρ. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, 
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

συνέχεια από το 1ο μέρος

Με την πάροδο του χρόνου και με την αναγνώριση στις χριστιανικές κοινότητες, ακόμη και από ρωμαίους Αυτοκράτορες όπως ο Σεβήρος, να διαθέτουν συλλογική ιδιοκτησία για τις ανάγκες τους, θεμελιώθηκε η αντίληψη περί ιερών κτημάτων και πραγμάτων. Κύριος υπεύθυνος για τη διαχείρισή τους έγινε ο επίσκοπος, ο οποίος είχε ως βοηθό τον «οικονόμο», «ώστε μη αμάρτυρον είναι την οικονομίαν της εκκλησίας, και εκ τούτου σκορπίζεσθαι τα της εκκλησίας πράγματα, και λοιδορίαν τη ιερωσύνη προστρίβεσθαι» [2].

Ακόμη, στην πατερική παράδοση γίνεται έντονη κριτική του έντοκου δανεισμού, καταγγέλλεται ως αιτία οικονομικής εξαθλίωσης η βαριά φορολογία και η τοκογλυφία, και απαγορεύεται στους κληρικούς να αποδέχονται χορηγίες για τις ανάγκες της εκκλησίας, οι οποίες προέρχονται από εκμετάλλευση και αδικία.

Τρόποι απόκτησης της περιουσίας [3]. Η χρησικτησία, που αφορά την καλλιέργεια και χρήση κτημάτων πάνω από 40 χρόνια, αποτελεί πάγια πρακτική αναγνώρισης κυριότητας. Για τους ιδιώτες το διάστημα ήταν μικρότερο.

Τα μοναστήρια απέκτησαν περιουσία και από την εργασία των μοναχών, οι οποίοι εκτός από την καλλιέργεια της γης κατασκεύαζαν πλήθος εργοχείρων και τα πωλούσαν για τη συντήρησή τους. Επίσης σημαντικό μέρος της μοναστηριακής περιουσίας οφείλεται και σε δωρεές ακινήτων αλλά και χρημάτων, αφού με την ευθύνη των μοναστηριών συντηρούνταν σχολεία, συγκροτούνταν βιβλιοθήκες και φυλάσσονταν κειμήλια μεγάλης αξίας. Οι δωρητές προέρχονταν από όλες τις τάξεις της κοινωνικής ζωής [4]. Βυζαντινοί αυτοκράτορες και μέλη των οικογενειών τους, ηγεμόνες, κληρικοί όλων των βαθμών αλλά και απλοί χριστιανοί προσέφεραν διάφορες δωρεές.

Άλλη πηγή απόκτησης της μοναστηριακής περιουσίας ήταν και είναι η προσωπική ιδιοκτησία των μοναχών, την οποία μετά την κουρά τους συνήθως διαθέτουν στο μοναστήρι. Με τον ίδιο τρόπο τα μοναστήρια κληρονομούν την περιουσία πλήθους μοναχών που εγκαταβιώνουν σ’ αυτά. Μαρτυρούνται ακόμη αγοραπωλησίες για απόκτηση καλλιεργήσιμης γης, εργαστηρίων, μύλων κ.λπ. Να αναφερθεί ακόμη, ότι πολλοί υπόδουλοι κατά την Τουρκοκρατία αφιέρωναν εθελουσίως τις περιουσίες τους σε εκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς και μοναστήρια και αντίστοιχα οι Οθωμανικές αρχές τα αναγνώριζαν ως βακούφια [5], δηλαδή ως Κοινωφελή Ιδρύματα. Άραγε αυτό αποτελεί λόγο αφαίρεσής τους από την Εκκλησία κατά την Απελευθέρωση; Ποιος θα μπορούσε να διερμηνεύσει την επιθυμία των δωρητών; Αλλά και η Εκκλησία για ποιόν αξιοποιεί την περιουσία, για τον εαυτό της ή για το κοινωνικό σύνολο, το λαό του Θεού;

3. Εκκλησιαστική περιουσία και Ελληνική Πολιτεία. 

Υπάρχουν πολλοί σταθμοί στην πορεία του νέου ελληνικού κράτους, κατά τους οποίους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η ελληνική πολιτεία απαλλοτρίωσε, οικειοποιήθηκε, δήμευσε, δέσμευσε, φορολόγησε, ή «αξιοποίησε» την εκκλησιαστική περιουσία. Θα αναφερθούν τρεις από αυτούς.

Από το 1917 μέχρι το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών για την αποκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής. Το κράτος κατέβαλε στο τότε Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, που είχε ιδρυθεί από το ίδιο για τη συντήρηση του κλήρου μόνο 40 εκατομμύρια. Τα υπόλοιπα 960. 000.000 οφείλονται ακόμη [6].

Το 1952 το κράτος με την απειλή της διακοπής μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου και ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέγραψε με την Εκκλησία «Σύμβασιν περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων…. της Εκκλησίας… προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων κτηνοτρόφων». Έτσι παραχωρήθηκαν στο κράτος τα 4/5 της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας και τα 2/3 των βοσκοτόπων με αντάλλαγμα να λάβει η Εκκλησία το 1/3 της πραγματικής αξίας κάποια αστικά ακίνητα αμφίβολης αξίας και 45.000.000 προπολεμικές δραχμές [7].

Μόνο η Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, όπως γράφει ο Μητροπολίτης της κ. Αλέξανδρος με τη σύμβαση του 1952 «παρεχώρησε στο Κράτος κτήματα, που συνολικά ανέρχονται σε 30.549 στρέμματα, τα οποία δόθηκαν τυπικά μεν εις τους δήθεν ακτήμονες γεωργοκτηνοτρόφους, … με την πάροδον ολίγου χρόνου τα επώλησαν και αυτοί μεν φαινομενικά έμειναν πάλιν ακτήμονες, η Εκκλησία όμως αποστερήθηκε τα 4/5 της περιουσίας της με την οποίαν ευεργετούσε τον πτωχό Λαό μας».

Στη σύμβαση αυτή (1952) αναφέρεται ρητά, πρώτον ότι, «η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία, δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον», και δεύτερον το κράτος δεσμεύεται να παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της [8].

Και οι δύο όροι της σύμβασης δεν τηρήθηκαν ποτέ. Αντίθετα οι Υπηρεσίες του κράτους άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, άλλοτε χαρακτηρίζοντας ως δασικές ή «διακατεχόμενες» τις μοναστηριακές εκτάσεις και άλλοτε κωλυσιεργώντας την έκδοση σχετικών αποφάσεων εμπόδισαν την αξιοποίησή της σε βάρος του λαού.

Ο τρίτος σταθμός της πορείας αυτής ήταν το 1987 με το Νόμο 1700, το γνωστό ως «Νόμο Τρίτση». Με τις διατάξεις του Νόμου 1700 έγινε απόπειρα αλλαγής των κανόνων διαχείρισης και διοίκησης του ΟΔΕΠ. Στον ΟΔΕΠ τα μέλη, του οποίου θα διορίζονταν από το κράτος, «περιέρχεται αυτοδικαίως η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση ολόκληρής της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών». Στο Νόμο αυτό προβλέπονταν ότι: «Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών ο ΟΔΕΠ και οι ΟΔΜΠ (Κρήτης) μπορούν να μεταβιβάσουν προς το ελληνικό δημόσιο… την κυριότητα της εν λόγω περιουσίας…». [9] 

Το 1988 η διοίκηση της Εκκλησίας υποχώρησε και -παρά τους ιερούς κανόνες- δέχθηκε να υπογραφεί σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τη σύμβαση υποχρεώθηκαν και υπέγραψαν 149 μονές, ενώ άλλες αρνήθηκαν να την υπογράψουν. Εννέα από αυτές προσέφυγαν στο Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και δικαιώθηκαν. 

Η ιστορία δείχνει ότι το Κράτος μέχρι τώρα δεν τήρησε τις δεσμεύσεις του. Απλώς απογύμνωνε σταδιακά την Εκκλησία, από τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία «χάνονταν» μέσα στη γενικότερη σπατάλη. Το μέλλον θα δείξει, εάν θα σεβασθεί τους όρους της συμφωνίας που ανακοινώθηκε μόλις χθες στις 6.11.2018. 

2. Κανών 26, Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Βλ. περισσότερα, Θ. Παπαθανασίου, «Λόγος περί- ουσίας, Σημειώσεις για την Εκκλησιαστική Περιουσία», περ. Σύναξη, τεύχ. 23, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1987, σ. 51 κ.ε. 
3. Βλ. περισσότερα Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου, Αθήναι 2012, σ. 28 κ.ε. 
4. Οπ.π., σ. 29. 
5. Βλ. «Χριστιανικά βακούφια της Κωνσταντινούπολης», Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, στο διαδικτυακό τόπο constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBo¬dy.aspx? lemmaid=10983‎ 
6. Ευάγγελος Λέκκος, Εκκλησιαστική περιουσία. Οι προκαταλήψεις, οι μύθοι, η αλήθεια, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2001, σ. 27. 
7. Ευάγγελος Λέκκος, οπ. π. σ. 28. 
8. Ευάγγελος Λέκκος, ο.π., σ. 28-29. 
9. Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο.π., σ. 113. 

συνεχίζεται

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.