συνέχεια από το 1ο μέρος
Της Κατερίνας Μπερλή
Ο
γνωστός Φορντ της αυτοκινητοβιομηχανίας θαύμαζε τον Χίτλερ και ο Χίτλερ
θαύμαζε τον αντισημίτη Φόρντ γι’ αυτό έφτιαξε το «σκαραβαίο»
εμπνευσμένος από το Ford Model T. Ο πατέρας της ατομικής βόμβας,
αμερικανός γερμανικής καταγωγής Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, είχε μαθητεύσει στην
κβαντική φυσική στο μεγάλο εβραιογερμανό φυσικό και μαθηματικό Max Born
στη πόλη Γκέτινγκεν της Γερμανίας, σημαντικό κέντρο έρευνας της εποχής.
Η κβαντομηχανική είναι καθαρά γερμανικό επίτευγμα και η εκμετάλλευση
του για στρατιωτικούς σκοπούς είχε ως αποτέλεσμα την ατομική βόμβα.
Παρά
τον αποτυχημένο διακανονισμό του 1919 οι γερμανοί κατάφεραν σύντομα να
υπερισχύσουν επιστημονικά (χημεία, μαθηματικά, φυσική) και τεχνολογικά
(βιοτεχνολογία, πληροφορική, αεροναυπηγική) των υπόλοιπων γερμανικών
φύλων – εθνικών κρατών της Αγγλίας, Γαλλίας και να ξεκινήσουν ένα
δεύτερο επεκτατικό πόλεμο.
Παρενθετικά,
οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι πόλεμοι, όπως και η ανάπτυξη, κρίνονται
στα εργαστήρια. Αν η τύχη και οι μυστικές υπηρεσίες των Βρετανών δεν
είχαν ευνοήσει τους Αμερικανούς, αφενός να ανακαλύψουν πρώτοι παρά τρίχα
την ατομική βόμβα- πρώτη δοκιμή Ιούλιο του 1945 και χρήση Αύγουστο του
1945, ενώ παράλληλα στα γερμανικά εργαστήρια δούλευαν πυρετωδώς πολύ
σημαντικοί Γερμανοί επιστήμονες (από το 1939 η ομάδα του Uranium Club/
Uranverein, ανάμεσά τους ο κορυφαίος Heisenberg) και αφετέρου να
συλλάβουν την ομάδα τον Μάιο του 1945 με τις επιχειρήσεις Alsos και
Epsilon (μετέφεραν στην Αγγλία 10 επιστήμονες συμπεριλαμβανομένου του
Heisenberg ), ο κόσμος μας σήμερα θα ήταν αλλιώς, πάλι βέβαια
γερμανικός.
Οι
Αμερικανοί μετά τον πόλεμο μετέφεραν ολόκληρη την ομάδα του Βέρνερ φον
Μπράουν που διεύθυνε το γερμανικό πυραυλικό πρόγραμμα στις ΗΠΑ και καθώς
η ομάδα αυτή ήταν κορυφαία στους βαλλιστικούς πυραύλους, έτσι φτιάχτηκε
η NASA το 1958 και οι ΗΠΑ μπήκαν στην κούρσα του διαστήματος. Σήμερα
θεωρείται ως ο πατέρας του διαστημικού προγράμματος των ΗΠΑ.
Σκοτεινή
παραμένει η πιθανή εκμετάλλευση των βιοτεχνολογικών πορισμάτων του
αποτρόπαιου Μέγκελε μέχρι την κλωνοποίηση- είναι γνωστό ότι οι ερευνητές
παθιάζονται από το καθήκον και τα ευρήματα τους, η επιστήμη γίνεται
αυτοσκοπός και η ηθική αποκτά δευτερεύουσα ή καμία σημασία- ο Οπενχάιμερ
έδωσε συγκατάθεση για τη χρήση της ατομικής βόμβας και ποτέ δεν
μετανόησε μολονότι σε μια κρίση συνείδησης, κατά τη βράβευση του από τον
Πρόεδρο Τρούμαν είπε «κύριε Πρόεδρε έχω αίμα στα χέρια μου».
Ο
στόχος λοιπόν των Αμερικανών μετά τον πόλεμο ήταν αφενός να
επικυριαρχήσουν οικονομικά και ολοκληρωτικά της Ευρώπης για να
χρησιμοποιήσουν τους πόρους της, μετά την αναστήλωση της- να υποτάξουν
την ηττημένη Ιαπωνία για τους ίδιους λόγους, ώστε να επεκταθούν σε άλλες
περιοχές του πλανήτη, δηλαδή την εξουθενωμένη από το βάρος του πολέμου
Ρωσία (τότε ΕΣΣΔ), όπως ήθελε και ο Χίτλερ και την Κίνα. Μια ματιά στο
χάρτη αρκεί για να καταλάβει κανείς τους λόγους επεκτατισμού σε αυτές
τις κολοσσιαίες και πλούσιες χώρες. Κι όπως λέει η παροιμία, το σίδερο
στη βράση κολλάει.
Έτσι,
πριν ακόμα κλείσουν οι πληγές του πολέμου, 5 μόλις χρόνια μετά την ήττα
του Χίτλερ, το Σεπτέμβριο του 1950, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντην
Άτσεσον άρχισε τις συζητήσεις με τη Βρετανία και τη Γαλλία για τον
επανεξοπλισμό της Γερμανίας (ο Στάλιν αρχικά ήθελε ουδέτερη, ενωμένη και
αφοπλισμένη τη Γερμανία, όπως και οι Γερμανοί). Ο επανεξοπλισμός
συνδέονταν με τις εξελίξεις στην Κορέα, όπου κλιμακώνονταν ο πόλεμος (θα
αναφερθούμε παρακάτω). Για να εγκρίνει το Κογκρέσο στρατιωτική βοήθεια
έπρεπε οι σύμμαχοι της Αμερικής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι
Γερμανοί από το 1948, να συνεισφέρουν και αυτοί στην άμυνα της Ευρώπης.
Ο
επανεξοπλισμός της Γερμανίας ολοκληρώθηκε με την ένταξη της Δυτικής
Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1956 υπό την μεγάλη πίεση των Αμερικανών, καθώς
όλες οι δυνάμεις ήταν απρόθυμες και αντιστάθηκαν, συμπεριλαμβανομένης
της Γερμανίας. Η δημιουργία της Βundeswehr δεν προκάλεσε γενικό
ενθουσιασμό και ο καγκελάριος Αντενάουερ ομολόγησε ότι συμφώνησε υπό την
«διεθνή» πίεση. Ο μοναδικός ρητός περιορισμός που τέθηκε ήταν η απόλυτη
απαγόρευση γερμανικού προγράμματος πυρηνικών όπλων δια παντός. Από το
1953 το ΝΑΤΟ απέκτησε πυρηνικά όπλα μάχης και άρχισε να τα εγκαθιστά στη
Δυτική Γερμανία.
Τα δύο στρατόπεδα είχαν διαφορετική στρατηγική και διαφορετικά οπλικά συστήματα.
Βασικές
προτεραιότητες της στρατηγικής των σοβιετικών-σλάβων, υπήρξαν η
διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και της συνοχής της ΕΣΣΔ, δηλαδή η
επιβίωση και η ασφάλεια, η εδαφική επέκταση και η ενίσχυση της
σοβιετικής επιρροής σε διάφορες γεωγραφικές περιφέρειες, η αύξηση των
υλικών συντελεστών ισχύος της ΕΣΣΔ, η αποφυγή περικύκλωσης από έναν
καπιταλιστικό συνασπισμό, η μεταφορά βαρών, η κατατριβή πραγματικών ή
δυνητικών ανταγωνιστών της ΕΣΣΔ (καπιταλιστών και μη) και η ανάσχεση της
γερμανικής ισχύος.
Προς
επίρρωση του ισχυρισμού ότι η σοβιετική στρατηγική δεν ήταν επιθετική
αναφέρουμε ότι ο αμερικανός διπλωμάτης Κένναν το 1946 απέστειλε από τη
Μόσχα το «μακρύ τηλεγράφημα» προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών,
στο οποίο διατύπωνε ρητώς τη θέση ότι η Σοβιετική Ένωση αντιπροσώπευε
για τις ΗΠΑ μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική πρόκληση αλλά όχι
στρατιωτική απειλή.
Υποστήριζε
ότι η ΕΣΣΔ δεν αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για το δυτικό κόσμο καθώς,
για να ανταποκριθεί στα νέα διεθνή δεδομένα, είχε ήδη υπερεκτείνει
(overextend) τις δυνάμεις της σε τέτοιο βαθμό ώστε βρισκόταν σε
εσωτερική κρίση. Μάλιστα, κατά τον Κένναν, οι στόχοι των Σοβιετικών στην
ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν αμιγώς πολιτικοί και όχι στρατιωτικοί. Δεν
ενδιαφέρονταν, δηλαδή, για τη στρατιωτική κατάκτηση της Ευρώπης αλλά για
την εγκαθίδρυση μιας περιοχής έμμεσου ελέγχου που θα τους έδινε ισχύ,
αλλά όχι ευθύνες.
Στο
ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει το 1946 και ο Φρανκ Κ. Ρόμπερτς,
επιτετραμμένος στη βρετανική πρεσβεία της Μόσχας «Δεν ορμούν σε τοίχους,
ακόμη και όταν διαθέτουν την απαιτούμενη δύναμη για να τους γκρεμίσουν,
αλλά προτιμούν να περιμένουν και να βρουν κάποιον τρόπο είτε να τον
παρακάμψουν είτε να περάσουν πάνω από τον τοίχο».
Σύμφωνα
δε, με νεότερες έρευνες στα σοβιετικά αρχεία, ο Στάλιν είχε πλήρη
συνείδηση της αδυναμίας της χώρας του μετά τον πόλεμο και της ισχύος των
ΗΠΑ, που διέθεταν το ατομικό μονοπώλιο. Η χώρα είχε υποστεί τρομακτικές
απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό (τα θύματα υπολογίζονται σε είκοσι
εκατομμύρια) ενώ οι παραγωγικές της δομές είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά
καταστραφεί. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, από τους πιο φρικτούς πολέμους
κατάκτησης, υποδούλωσης και εξολόθρευσης στην ανθρώπινη ιστορία, άφησε
τη χώρα σε ερείπια. Το 1946 ο Στάλιν διακήρυξε ότι θα χρειάζονταν
τουλάχιστον έξι χρόνια για την αποκατάσταση των ζημιών και την
ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών της. Γι’ αυτό, η στάση του
απέναντι στη Δύση δεν μπορούσε παρά να είναι ενδοτική και συναινετική.
Επιθυμούσε
τη συνέχιση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ και την κοινή διαμόρφωση της
δομής του μεταπολεμικού κόσμου από τις Μεγάλες Δυνάμεις, όπως είχε
συμβεί μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Η συνεργασία αυτή θα βασιζόταν
στη de facto αναγνώριση της νέας ισορροπίας ισχύος, που είχε προκύψει
μετά τον πόλεμο. Ο Στάλιν θεωρούσε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε κάθε
δικαίωμα να έχει λόγο για τα μείζονα διεθνή προβλήματα και κυρίως να
έχει τον έλεγχο εδαφών, για την απελευθέρωση των οποίων ο Ερυθρός
Στρατός είχε χύσει πολύ αίμα.
Δεν
είχε ούτε τη θέληση ούτε τη δυνατότητα να επιτεθεί στη δυτική Ευρώπη.
Άλλωστε δεν θα είχε απαιτήσει από τους Συμμάχους να αποβιβαστούν στην
Ευρώπη, ώστε να σχηματιστεί ένα δεύτερο μέτωπο, αν σκόπευε να τους
διώξει. Ούτε θα αποστράτευε περίπου 10 εκατομμύρια Σοβιετικούς
στρατιώτες σε τρία χρόνια (1945-48). Επίσης η πολιτική της
ανασυγκρότησης στο εσωτερικό δεν απέβλεπε μόνο στην οικονομική ανάπτυξη
αλλά και στην ισχυροποίηση της χώρας στους τομείς της βιομηχανίας, της
τεχνολογίας και της επιστήμης, ώστε να καταστεί ικανή να ανταγωνιστεί
αποτελεσματικά και σε παγκόσμια κλίμακα τη Δύση, στόχος που τελικά
απέτυχε παταγωδώς.
Μετά
από λίγο, ο Κένναν διατύπωσε την πρόγνωση που θα είχε θέση σε
οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ρεαλιστικής σκέψης: «…η προσοχή μας θα πρέπει να
συγκεντρωθεί στους άμεσους εθνικούς μας στόχους. Δεν χρειάζεται να
τρέφουμε σήμερα αυταπάτες ότι μπορούμε να αντέξουμε την πολυτέλεια του
αλτρουισμού και της παγκόσμιας ευεργεσίας» και «δεν είναι μακριά η μέρα
που θα πρέπει να ενεργήσουμε με βάση καθαρούς όρους ισχύος. Όσο λιγότερο
τότε εμποδιζόμαστε από ιδεαλιστικά συνθήματα, τόσο το καλύτερο».
Η
αμερικανική στρατιωτική ηγεσία και ένα σημαντικό μέρος της αμερικανικής
γραφειοκρατίας από το Κογκρέσσο , προέβαλλε όχι μόνο τις αποτρεπτικές,
όπως επιθυμούσε ο Κένναν, αλλά και τις επιθετικές δυνατότητες που έδιναν
τα πυρηνικά όπλα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η στρατιωτική
ισχύς που θα αποκτούσαν οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη στην ιστορία της
ανθρωπότητας, ξεπερνούσε σε σπουδαιότητα οποιεσδήποτε πολιτικές,
κοινωνικές, οικονομικής, πολιτισμικές και οικονομικές ενστάσεις και
διαφωνίες.
Όπως
ευφυώς παρατηρούσε το 1953 η Τζάνετ Φλάνερ, ανταποκρίτρια του
περιοδικού The New Yorker στο Παρίσι, σχετικά με τις τότε συζητήσεις
εναλλακτικών προτάσεων που αφορούσαν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας
(δημιουργία Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας) «για τους Γάλλους συνολικά
το πρόβλημα της ΕΑΚ είναι η Γερμανία και όχι η Ρωσία όπως είναι για τους
Αμερικανούς».
Κατά
την άποψη μεγάλης μερίδας ιστορικών του κόσμου, ενώ οι Σοβιετικοί
ακολούθησαν μετά τον πόλεμο αμυντική εξωτερική πολιτική αποβλέποντας
στην κατοχύρωση της εθνικής τους ασφάλειας, οι Αμερικανοί επιδίωξαν την
επέκταση της οικονομικής τους ισχύος στην υφήλιο και τη δημιουργία
φιλικών προς αυτούς καθεστώτων, που θα εξυπηρετούσαν τα γεωπολιτικά τους
συμφέροντα.
Όσον
αφορά στα οπλικά συστήματα, το 1952 έγινε η πρώτη επιτυχής δοκιμή
θερμοπυρηνικής βόμβας υδρογόνου από τις ΗΠΑ, η πρώτη αντίστοιχη δοκιμή
των σοβιετικών έγινε δέκα μήνες μετά, το 1953 και από τη Γαλλία το 1968
(μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί). Για τη ρίψη των πυρηνικών
κεφαλών η αεροπορία των ΗΠΑ εστίαζε στο στόλο βομβαρδιστικών/
αερομεταφερόμενα πυρηνικά, ενώ οι σοβιετικοί εστίαζαν στην ανάπτυξη των
μέσων εκτόξευσης τους πέραν των ωκεανών/ διηπειρωτικός βαλλιστικός
πύραυλος και εκτόξευση του Σπούτνικ, το 1957.
Από
τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι ΗΠΑ πίεζαν για ευρωπαϊκή πυρηνική
αποτρεπτική δύναμη υπό συλλογική διοίκηση, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε
από την καχυποψία των άγγλων και γάλλων σχετικά με την πρόσβαση σε αυτά
της Γερμανίας. Αφετέρου, η Βρετανία χωρίς αμερικανικά δολάρια θα ήταν
αδύνατο να κρατήσει τα προπολεμικά της εδάφη, τις βάσεις και τα εδαφικά
δικαιώματα που είχε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, οι Βρετανοί που
χρειάζονταν τους Αμερικανούς για τη στήριξη της στερλίνας και δάνειο
(πήραν από το ΔΝΤ το 1956 δάνειο 561,47 εκ δολάρια και δέσμευση για άλλα
738 εκ. σε περίπτωση ανάγκης) δεν είχαν καμιά αντίρρηση να σταθμεύουν
σε βρετανικό έδαφος βομβαρδιστικά των ΗΠΑ ικανά να φέρουν πυρηνικά- η
πυροδότηση τους αναφερόταν θολά ότι θα ήταν θέμα συναπόφασης.
συνεχίζεται
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).
Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.
Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.