Ἔχουμε λοιπόν νά κάνουμε μέ μιά αὐθαίρετη κατασκευή περίπου σάν τίς
αὐθαίρετες, ἐκτός σχεδίου, οἰκοδομές. Μέ τή διαφορά ὅτι οἱ αὐθαίρετες
οἰκοδομές ἀνατρέπουν τήν περιβαλλοντική καί οἰκιστική ἰσορροπία, ἐνῷ τά
ψυχαναλυτικά κατασκευάσματα ὄχι μόνο δέν βοηθοῦν τήν ἀνθρώπινη ψυχή,
ἀλλά κατακερματίζουν τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί ἀνατρέπουν τήν ἤδη
εὔθραυστη ἰσορροπία της. «Μισή ὥρα τήν ἑβδομάδα πήγαινα γιά ψυχανάλυση
καί τίς ὑπόλοιπες μέρες προσπαθοῦσα νά μαζέψω τά κομμάτια μου»,
ἐξομολογήθηκε μιά «ἀναλυομένη». Ὑποτίθεται ὅτι μέ τή συνειδητοποίηση
τῶν δυσκολιῶν τῆς ψυχῆς πού προέρχονται ἀπό τά βάθη τῆς ὑπάρξεως καί τίς
κατάλληλες συμβουλές θά βοηθηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἤ καί θά θεραπευθεῖ. Αὐτό
ὅμως, ὅπως ἤδη ἔγινε φανερό ἀπό τά λεγόμενα τῶν ψυχοθεραπευτῶν, εἶναι
ἀδύνατον διότι «ἄνθρωπος ὄψεται εἰς πρόσωπον, ὁ δέ Θεός εἰς
καρδίαν»(Α΄Βας. 16, 7). Ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά δεῖ τήν καρδιά, πολλῷ μᾶλλον
δέν μπορεῖ νά τήν θεραπεύσει ἤ ἔστω νά τήν βοηθήσει. Εἶναι ἐπίσης
ἐνδιαφέρον νά δεῖ κανείς μέ βάση ποιά ἰδεολογία γίνεται ἡ «διάγνωση»
τῶν διαφόρων διαταραχῶν.
Ὡς παράδειγμα παρουσιάζουμε τά ψυχαναλυτικά
«ἐργαλεῖα» πού χρησιμοποιεῖ ὁ ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής Δ. Κυριαζῆς στά
«ψυχαναλυτικά του σχόλια» στή «Γένεση» καί τήν «Παραβολή τοῦ Ἀσώτου»,
πού δημοσιεύθηκαν στό ὑπό τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἐκδοθέν βιβλίο
«Θεολογία καί Ψυχιατρική σέ διάλογο». Στή μέν «ἐκμυθευμένη βιβλική
διήγηση τῆς Γένεσης» ἀνακαλύπτει «μητρική ἐξάρτηση (sic) τοῦ Ἀδάμ ἀπό τήν Εὔα»[13].
Λέει ὅτι «ὁ Ὄφις μπορεῖ νά κατανοηθεῖ ἐδῶ ὄχι ἁπλᾶ σάν σύμβολο τοῦ φαλλοῦ[!], σύμβολο τῆς ἐπιθυμίας...»[14]
, στή δέ παραβολή τοῦ Ἀσώτου ἀνακαλύπτει ὅτι «τά δύο ἀδέλφια... εἶναι
μπλεγμένα στό δίχτυ ἑνός οἰδιποδείου συμπλέγματος μέ τό πατέρα καί
μεταξύ τους»[15]
καταλήγοντας ὅτι «οἱ ἄνθρωποι, ἄνδρες καί γυναῖκες, πατέρες, μητέρες
καί παιδιά εἴμεθα μπλεγμένοι...στή δυαδική ναρκισσιστική –φαλλική
προβληματική ἤ καί στήν κατάσταση τοῦ οἰδιποδείου συμπλέγματος καί ὄχι
μόνο, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ ψυχανάλυση»[16].
Καί ὁ μέν κ. Κυριαζῆς εἶναι δέσμιος τῶν φροϋδικῶν του ἰδεολογημάτων,
ἀλλά ἐμεῖς, ὡς ὑπεύθυνοι ποιμένες, γιατί θά πρέπει νά στεγάζουμε σέ
χώρους ἐκκλησιαστικούς ἡμερίδες μέ τέτοιες εἰσηγήσεις καί νά ἐκδίδουμε
ἀπό τόν ἐπίσημο ἐκκλησιαστικό, ἐκδοτικό μας φορέα τέτοια βιβλία, πού
μᾶς ζημιώνουν πνευματικά;
ε) Στούς χριστιανούς καί
μάλιστα στούς ἀστηρίκτους, μέ τή διαρκῆ προπαγάνδα (ὄχι μόνο ἀπό τά
Μ.Μ.Ε., ἀλλά καί ἀπό τούς ἐκκλ. Σταθμούς, τά διάφορα βιβλία, πολλές
φορές καί ἀπό τίς Σχολές Γονέων) καλλιεργεῖται σύγχυση μεταξύ
ἐξομολογήσεως καί ψυχοθεραπείας. Ὁ προαναφερθείς ψυχίατρος γράφει ὅτι
«εἶναι δύσκολο νά ἔλθει κανείς στόν ἑαυτό του χωρίς ἐξωτερική βοήθεια».
Ἀπαιτεῖται ἡ συνεργασία μέ ἕναν «ὁδηγό», ἕναν ψυχοθεραπευτή, ἕναν
γέροντα»[17]. Τή σύγχυση ἐπιτείνουν οἱ ἱερεῖς – ψυχοθεραπευτές, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν
νά μεταφέρουν τά χαρακτηριστικά τῶν ψυχοθεραπευτῶν στούς ἱερεῖς: «Μέ τό
δεδομένο τῶν ὁμοιοτήτων τῆς ψυχοθεραπείας μέ τήν ποιμαντική πρακτική»
εἶναι «ἀνάγκη νά χαρακτηρίζονται οἱ κληρικοί καί ἀπό μητρικές[!]
ἰδιότητες (ἐκτός ἀπό τίς πατρικές) κυρίως νά ἐμπεριέχουν τόν ἄλλο
μέ τρόπο θεραπευτικό»[18].
Εἶναι, φρονοῦμε, σαφές
ὅτι μερικές λεκτικές καί ἐξωτερικές ὁμοιότητες δέν μποροῦν νά γεφυρώσουν
τό «μέγα χάσμα», τό ὁποῖο «ἐστήρικται» μεταξύ Ἐξομολογήσεως καί
ψυχοθεραπείας. Εἶναι ἀδιανόητο, ἡ ὑπό τῶν Ἁγίων Πατέρων πράξει καί
θεωρίᾳ δεδιδαγμένη καί ὑπό τῶν ἱερέων ἀσκουμένη «πνευματική πατρότης»
στά πλαίσια τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς ἐν γένει ποιμαντικῆς, νά χρήζει
συμπληρώσεως ἀπό μιά ἀκαθόριστη «μητρότητα», τήν ὁποία, κατά τούς
«Ἰσραηλινούς ψυχοθεραπευτές» ἔχουν ἀνάγκη οἱ «ἀναλυόμενοι»! Σύγκριση ἤ
συνεξέταση τῶν δύο μεγεθῶν εἶναι ἀνίερη καί ἀπαράδεκτη.
Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχουμε
τήν ὑπό τοῦ Χριστοῦ δωρηθεῖσα Χάρη καί ἐξουσία στούς ἱερεῖς νά
συγχωροῦν καί νά θεραπεύουν τίς ψυχές τῶν χριστιανῶν κι ἀπό τήν ἄλλη μιά
ἀνθρωποκεντρική συμβουλευτική-«ποιμαντική»(pastoral care) στηριγμένη σέ ποικίλα ἰδεολογικά πλαίσια μέ ἀσαφεῖς τοποθετήσεις, δυνατότητες, στόχους καί μεθόδους.
Εἶναι, Σεβαστοί μας
Πατέρες, λυπηρό, ἱερεῖς νά ἐξομοιώνουν τήν ἄκτιστη δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν
ἄνθρωπο μέ τά ἀνύπαρκτα ἀποτελέσματα τῆς ψυχοθεραπείας, ἡ ὁποία δῆθεν
ἀπαλλάσσει ἀπό τή φθορά τόν ἄνθρωπο, τοῦ προσφέρει ἐλευθερία καί
ἐπιφέρει ἀλλαγές ὀντολογικῆς τάξεως:
«Ἄν καί ὅταν τά ψήγματα
ἐλευθερίας τοῦ προσώπου ὁδηγήσουν τά βήματά του στήν ἐξομολόγηση ἤ στήν
ψυχοθεραπεία, καί ἄν τό πρόσωπο συνεργήσει στή θεραπεία του στά δύο αὐτά
πλαίσια (πράγμα καθόλου αὐτονόητο) ἡ ὕπαρξη ἐξέρχεται ἀπό τή νομοτέλεια
τῆς φθορᾶς καί ἀπολαμβάνει περισσσότερη ἐλευθερία. Ἄν θέλη, μπορεῖ νά
τήν στρέψει πρός τόν Θεό, ἐξ οὗ καί ὁ σωστικός χαρακτήρας τῆς
ἐξομολογήσεως. Ἄν δέν θέλη, μπορεῖ ἁπλῶς νά χαρῆ τήν ἐλευθερία της, τό
ὕψιστο στοιχεῖο τοῦ «κατ΄εἰκόνα», γεγονός ὄχι λιγότερο χαρμόσυνο. Νά
γιατί μέσα στούς χαμηλόφωνους ἤ ἀγωνιώδεις τόνους τῆς ψυχοθεραπευτικῆς
συνεδρίας συντελεῖται ὄχι ἄμεσα λυτρωτικοῦ χαρακτῆρα, ὅπως ἡ
ἐξομολόγηση, ἀλλά πάντως μέ συνέπειες ὀντολογικῆς τάξεως»[19].
Ὑπάρχουν ὅμως καί
χειρότερα. Στήν ἡμερίδα «Θεολογία καί Ψυχιατρική σέ διάλογο», πού
πραγματοποιήθηκε στό πνευματικό κέντρο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Λειβαδιᾶς
ἔγινε μιά ἀνεπίτρεπτη προσπάθεια διαχωρισμοῦ, διασπάσεως τοῦ Ἱεροῦ
Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως σέ διαδικασία ἐξαγορεύσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί
ἀφέσεως ἀπό τή μιά καί σέ διαδικασία ἐξαγορεύσεως λογισμῶν καί
ποιμαντικῆς συμβουλευτικῆς ἀπό τήν ἄλλη. Κατά τήν ἄποψη τῶν ὁμιλητῶν «ἡ
ἐξομολόγηση δέν εἶναι κατ’ἀνάγκην θεραπευτική διαδικασία. Ὅταν (ἡ
ἐξομολόγηση) διεκδικήσει αὐτό τό ρόλο τότε μπορεῖ ἀκριβῶς νά κάνει αὐτή
τή ζημιά. Ὅταν ἕνας πνευματικός θελήσει νά κάνει τόν θεραπευτή, μπορεῖ
νά κάνει ζημιά!...Δουλεύει σέ φαρμακεῖο χωρίς νά εἶναι φαρμακοποιός».
Πρέπει νά ἔχει τό «χάρισμα τοῦ ποιμαντικοῦ συμβούλου» ἀλλιῶς «τά
πράγματα δυσχεραίνονται»[20].
Εἶναι βέβαια αὐτές οἱ
θεωρητικές κατασκευές σαφῶς ἀντίθετες μέ τήν ἀποκρυσταλλωμένη ἐμπειρία
καί πρακτική τῆς Ἐξομολογήσεως, ἡ ὁποία ἐπιπόλαια κατηγορεῖται ὡς
«ἀνελεύθερη» καί «δικανική», χρήζουσα τάχα «θεολογικῆς διερευνήσεως» καί
ἀποκαταστάσεως τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ της χαρακτῆρα[21].(Μήπως
καί ἐδῶ εἶναι πρόθυμη νά «βοηθήσει» ἡ ψυχανάλυση;). Εἶναι ἀσφαλῶς
γνωστά εἰς Ὑμᾶς ὅσα θά παραθέσουμε, ἀλλά νοιώθουμε τήν ἀνάγκη νά
καταθέσουμε τήν ἱερατική μας μαρτυρία διά τῶν λόγων τῶν ἁγίων Πατέρων:
«Σπεύσεις δέ διά παντός
τοῦ βίου πνευματικόν πατέρα ἔχειν καί ἐξαγγέλλειν αὐτῷ π ᾶ ν ἁ μ ά ρ τ
η μ α καί π ά ν τ α λ ο γ ι σ μ ό ν καί λαμβάνειν παρ’αὐτοῦ τήν ἰ α τ
ρ ε ί α ν καί τήν ἄ φ ε σ ι ν. Αὐτῷ γάρ ἐδόθη λύειν καί δεσμεῖν
ψυχάς...Διά τοῦτο καί σ υ μ β ο ύ λ ε υ σ α ι καί ὑπάκουσον διά
τέλους τοῖς ἐν πνεύματι πατράσιν»[22].
« ... ὀφείλεις
ἀναδέχεσθαι τούς λ ο γ ι σ μ ο ύ ς πάντων τῶν ἐπί ἐξομολογήσει τῶν
ἰδίων ἁμαρτημάτων προσερχομένων σοι, καί ἀνακρίνειν αὐτούς καί τά βάθη
τῶν καρδιῶν αὐτῶν, ἐρευνᾶν τά διανοήματα καί τά πράξεις καταμανθάνειν.
ἐφ ᾦ, τάς μέν ἀρχάς καί αἰτίας ὡς οἷον τε ἀναστέλλειν καί ἀνασπᾶν, τά δέ
τέλη καί ἐνεργήματα τούτων εὐθύνειν κανονικῶς καί πρός τάς ἕξεις καί
διαθέσεις τῶν προσερχομένων καί τά φάρμακα τούτοις ἐπιτιθέναι καί
γίνεσθαι τοῖς πᾶσι τά πάντα, ἵνα πάντας κερδήσῃς, νῦν μέν ἐλέγχων, νῦν
δέ ἐπιτιμῶν καί παρακαλῶν καί παντί τρόπῳ τήν σωτηρίαν τούτων
πραγματευόμενος[23].
Ἡ καταλυτική αὐτή
μαρτυρία τῶν Ἁγίων Πατέρων νομίζουμε φιμώνει τά «ἀπύλωτα στόματα» τῶν
ἐναντία φρονούντων, ἀποδεικνύει περίτρανα τίς, Χάριτι Χριστοῦ, ἀπέραντες
ἀληθεῖς δυνατότητες θεραπείας τῆς ψυχῆς πού ἔχει τό Μυστήριο τῆς
Ἐξομολογήσεως, τήν τελειότητα καί πληρότητα τῶν θεανθρωπίνων μεθόδων της
καί τό ἀδιάσπαστο ἐξαγορεύσεως ἁμαρτιῶν καί λογισμῶν, συμβουλευτικῆς,
ἀφέσεως καί θεραπείας.
Ἐπεκτείνοντας, ἁγιώτατοι
Πατέρες, τόν προβληματισμό μας ἐπί τῶν ἐνδεχομένων συνεπειῶν τῆς ὑπ’
ἀριθ. 2677 Ἐγκυκλίου, παρατηρήσαμε ὅτι μαζί μέ τόν τεχνητό διαχωρισμό
Πνευματικοῦ-Ποιμαντικοῦ συμβούλου ἐκ μέρους τῶν ἱερέων-ψυχοθεραπευτῶν,
καλλιεργεῖται διαρκῶς ἡ ἐντύπωση τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἱερέων-ἐφημερίων,
ὑποτιμᾶται ἡ διακονία τους, ἡ πολλές φορές ἀθόρυβη πλήν αἱμάσσουσα
ἐργατικότητά τους, ἡ ὁποία ἐκτείνεται ἀπό τήν ἔκδοση ἀδείας Γάμων καί
πιστοποιητικῶν, «βαρετῶν»μέν ἀλλά ἀπαραιτήτων, μέχρι τῆς ἀνεγέρσεως Ναῶν
καί ἀπό τήν ἀναγνωση εὐχῶν καί τρισαγίων μέχρι τήν τέλεση τῶν
Μυστηρίων, τῆς Θείας Λειτουργίας καί τήν διακονία τοῦ λόγου. Παντοῦ
γράφουν οἱ ἐν λόγῳ ἱερεῖς-ψυχίατροι γιά τόν ἐπαγγελματισμό τῶν
ἐφημερίων, τήν ἀγνωσία τους, τήν τυπολατρεία τους, τήν ἔλλειψη
ποιμαντικοῦ ἐνδιαφέροντος, τήν κενοδοξία, τή φιλοχρηματία καί τόν συχνά
νοσηρό ψυχισμό τους.
Παραθέτουμε σχετικά ἀποσπάσματα:
«Οἱ πιό ἐργατικοί κληρικοί...κάθονται πίσω ἀπό γραφεῖα, διαβάζουν ὑπηρεσιακή ἀλληλογραφία, συντάσσουν ἔγγραφα...»[24]. «Ὁ
κληρικός συνήθως κατέχεται ἀπό ἕνα σύμπλεγμα κατωτερότητας, θεωρεῖ τόν
ἑαυτό του σάν κάποιο πού βρίσκεται στό χαμηλώτερο σκαλοπάτι τῆς
καθιερωμένης ἐπαγγελματικῆς ἱεραρχίας»[25].
Εἶναι ἕνας «ἐπαγγελματίας προσευχητής.... Ἐξυπακούεται ὅτι (οἱ κληρικοί)
δέν προσεύχονται ὅταν κάνουν τά πέντε εὐχέλαια, τούς δέκα γάμους, τίς
δέκα βαπτίσεις, τούς εἴκοσι ἁγιασμούς, τά πενήντα τρισάγια στό
νεκροταφεῖο πηδώντας ἀπό τάφο σέ τάφο.... Σ΄ αὐτή τήν περίπτωση ὁ
κληρικός κάνει τά ἐξωτερικά τῆς προσευχῆς, ὅπως οἱ ἱερόδουλες κάνουν τά
ἐξωτερικά τοῦ ἔρωτα...»[26]. «Ἡ
εἰκόνα πού διατηροῦν οἱ νέοι ἄνθρωποι γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι βασικά
μουσειακή ...οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται πρός τούς κληρικούς ὅ,τι καί πρός
τά νεκροταφεῖα. Εἶναι ἱερά, προκαλοῦν φόβο καί βρίσκονται ἔξω ἀπό τή
ζωή»[27]. «Χειροτονοῦμε περιφερόμενα ἀνέκδοτα γιά νά ποιμάνουν ψυχές»[28].
Στό βιβλίο «Ποιμένας καί
θεραπευτής», τό ὁποῖο δόθηκε πρός μελέτη καί ἐξέταση στούς σπουδαστές
τῆς Ἀνωτέρας Ἐκκλ. Σχολῆς γιά τό μάθημα τῆς Ποιμαντικῆς καί ὑπό τό
κεφάλαιο « Ἡ ἱερατική διακονία τοῦ ὀρθοδόξου κληρικοῦ», ἀναφέρονται ὡς
«εἴδη θρησκευτικῆς διακονίας» ὁ σαμάνος, ὁ μάγος, ὁ ἐξορκιστής, ὁ μάντης
μέ τήν παρατήρηση ὅτι αὐτά τά «εἴδη... ἀποτελοῦν γιά τόν κληρικό μιά
ἱστορική καί πολιτισμική κληρονομιά τῆς ἱερατικῆς του ταυτότητας.
Πρέπει ὅμως νά βροῦν τίς αὐθεντικές τους διαστάσεις μέσα στήν καινή
πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειας»[29].
Διερωτᾶται κανείς τί μπορεῖ νά ἀξιοποιήσει ὁ ὀρθόδοξος κληρικός ἀπό
αὐτήν τήν δυσώδη «κληρονομιά» τῶν μάγων κλπ. πού ὑπηρετοῦσαν τόν Σατανᾶ
καί κρατοῦσαν στό σκοτάδι τῆς δουλείας τούς ἀνθρώπους, ποιά σχέση, ἔστω
καί τήν παραμικρή, μπορεῖ νά ἔχει ἡ «τράπεζα τοῦ Κυρίου», τήν ὁποία
διακονεῖ ὁ ὀρθόδοξος ἱερεύς, μέ τήν «τράπεζα τῶν δαιμονίων» (Α΄Κορ. 10,
21) πού ὑπηρετοῦν οἱ μάγοι καί οἱ μάντεις;
Ἐννοεῖται ἐπίσης, κατά
τούς ἐν λόγῳ συγγραφεῖς, ὅτι οἱ περισσότεροι κληρικοί εἶναι ἀνεπαρκεῖς
ὡς πρός τήν ποιμαντική τους συμβουλευτική.
Στό βιβλίο «Ἀναζητώντας τό
πρόσωπο» παρουσιάζονται τέσσερα περιστατικά «ἀναλυομένων», τούς ὁποίους
οἱ πνευματικοί ἔβλαψαν ἀφάνταστα[30],
ἐνῷ στήν προαναφερθεῖσα ἡμερίδα μιά γυναῖκα ἀφήνεται σκόπιμα νά
φανερώσει τήν ἀνεπάρκεια τοῦ ἐξομολόγου καί τῆς ἐξομολογήσεως σέ
ἀντίθεση μέ τήν οὐσιαστική βοήθεια τῶν ψυχοθεραπευτῶν: « Ἔβγαινα ἀπό
τήν ἐξομολόγηση, ἀλλά συνέχιζα νά νιώθω τό ἴδιο ψυχοπλάκωμα, τήν ἴδια
δύσπνοια, τό ἴδιο ἄγχος.. .ὅσο νά περάσει ἡ ἑβδομάδα ἔπρεπε νά ξανατρέχω
στόν παπᾶ, νά ξαναπῶ τά ἴδια, ξανά πάρε ἄφεσι παιδί μου καί φύγε,
κ.ο.κ. Πολύ ἀργότερα, ὅταν πιά μπῆκα σέ ψυχοθεραπεῖες διαφόρων εἰδῶν
καί ἰδιοτήτων, ἔφτασα σ΄ ἕνα σημεῖο ἤ μέ φτάσανε, ὥστε ἄρχισα νά ψάχνω
μέσα μου, ὥσπου ἀνακάλυψα ὅτι στήν ψυχή μου ὑπῆρχε ἕνα μίσος ἀβυσσαλέο
ἐνάντια στή μάνα μου... Τό Θεό τόν ἔβλεπα σάν ἕνα σαδιστή, ὁ ὁποῖος,
ἀφοῦ ἔχει δώσει τίς μεγάλες ἐπιθυμίες γιά ἀγάπη, γιά ἔρωτα, γιά
σεξουαλικότητα, ἀπό τήν ἄλλη σοῦ ἔλεγε ὄχι, ἀπαγορεύεται, αὐτό δέν θά τό
κάνεις!.... Καταθέτω αὐτή τήν προσωπική ἐμπειρία, γιά νά πῶ ἐπίσης ὅτι
ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια θεραπείας ἀγαπῶ τή μάνα μου»[31].
Ἡ πότε εὐθέως καί πότε
πλαγίως, ἐντέχνως καλλιεργουμένη ἄποψη περί ἀνεπαρκείας τῶν
ἱερέων-πνευματικῶν καί τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως ὁδηγεῖ συνειδητά,
καμμιά φορά καί ἀνεπίγνωστα στίς ἑξῆς τοποθετήσεις καί τίς συνακόλουθες
τους μεθοδεύσεις:
1)Κρίνονται
ἀπαραίτητοι
γιά τή ζωή τῶν χριστιανῶν οἱ «εἰδικοί» ἐπί ὅλων τῶν θεμάτων σύμβουλοι.
Ἔτσι στόν κληρικό στόν ὁποῖο «ἐλλείπουν τά ἀπαραίτητα "ἐργαλεῖα",
ἄν δέν μπορεῖ νά ὑποβάλη τόν ἑαυτό του στήν ἀσκητική τοῦ συγκεκριμένου
προσώπου, ὀφείλει «τουλάχιστον νά ζητήση τή βοήθεια εἰδικοῦ»[32],
χωρίς παρά ταῦτα νά ὑπάρχει κάποια ἐμφανής διαταραχή. «Γιά τά συζυγικά
προβλήματα ἕνας καλλίτερος τρόπος εἶναι νά μιλήσει κανείς στό γιατρό
του ἤ σέ κάποιο πνευματικό. Ὡστόσο πολύ συχνά ὅλοι αὐτοί εἶναι
ἀπασχολημένοι καί τίς περισσότερες φορές δέν ἔχουν τίς ἀπαραίτητες
γνώσεις καί πεῖρα γιά νά ἀντιμετωπίσουν συζυγικά προβλήματα. Τό
καλλίτερο εἶναι νά μιλήσει γιά τίς συζυγικές του δυσκολίες σέ κάποιον
πού ἔχει ειδικευθεῖ γιά νά ἀντιμετωπίζει τέτοιου εἴδους δυσκολίες»[33].
«Ὅλοι σχεδόν οἱ γονεῖς θά μποροῦσαν νά χρησιμοποιήσουν τή βοήθεια
κάποιου ἔμπειρου εἰδικοῦ γιά νά ἀντιμετωπίσουν μέ περισσότερη ἐπιτυχία
τά παιδιά τους»[34].
Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, ὅλη ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις
καί δυσκολίες της βγαίνει ἔξω ἀπό τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας μας,
παραδίδεται στό γεῶδες φρόνημα καί στίς ποικίλες «τεχνικές» τῶν
ψυχολόγων-ψυχοθεραπευτῶν. Ὁ ἱερεύς γίνεται ἕνας βοηθός τῶν «ἔμπειρων»,
ἕνας διεκπεραιωτής πρός τούς σπουδασμένους «εἰδικούς».
Μπορεῖ ὅμως νά
ἀναβαθμισθεῖ ἄν δεχθεῖ ὅτι
2) πρέπει ὡς ἱερεύς νά
ὑποστεῖ ἐκπαίδευση ψυχολογικῆς τάξεως. Ἤδη καλοῦνται οἱ ἱερεῖς ἐπίμονα
νά συμμετάσχουν σέ σεμινάριο «Ψυχικῆς ὑγείας ὑπό τήν αἰγίδα τῆς
Ἑλληνικῆς Ψυχιατρικῆς Ἑταιρίας» στό Ἐνοριακό Κέντρο Ἁγίου Χαραλάμπους
Ἰλισίων. Αὐτό κυρίως ζητεῖται γιά «νά εἶναι σέ θέση νά ἐπιτύχουν τήν
εὐκταία συνεργασία μέ τούς εἰδικούς καί νά ἀποκτήσουν ψυχοθεραπευτικές
δεξιότητες»[35].
3) Οἱ ἱερεῖς καθώς καί
θεολόγοι, παιδαγωγοί κ.λ.π. θά πρέπει νά ἐνταχθοῦν «σέ προγράμματα
ψυχαναλυτικοῦ τύπου θεραπείας (ἀτομικῆς, ὁμαδικῆς κ.λ.π.) ἀπό κατάλληλα
ἐκπαιδευμένους θεραπευτές...Αὐτό θά βοηθοῦσε τούς ἐνδιαφερομένους νά
ἐμβαθύνουν σέ θέματα προσωπικῆς ψυχολογικῆς αὐτογνωσίας καί θεραπείας,
ἐνῷ θά ἦταν δυνατόν ἀκόμη καί νά διευκολύνουν τόν πνευματικό τους ἀγῶνα
πρός τήν οἰκείωση τῶν δωρεῶν τοῦ πνεύματος, παράλληλα δέ θά τούς ὅπλιζε
ἐκπαιδευτικά γιά μιά περισσότερο ἀποτελεσματική δράση στό συμβουλευτικό
καί ποιμαντικό τους ἔργο»[36].
Σ΄αὐτό τό κείμενο εἶναι ἐμφανής ὁ βαρλααμικός πειρασμός.
Ἡ
«ψυχο-γνώση», ἡ ἐμπειρία τῆς ψυχαναλύσεως βοηθοῦν καί θεραπεύουν τήν
ψυχή, δίνουν αὐτογνωσία! Ὀρθά τονίζει ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης
Ναυπάκτου Ἱερόθεος ὅτι «οἱ ψυχοθεραπευτές εἶναι διάδοχοι τοῦ
Βαρλαάμ... ὅτι ἄν ζοῦσαν στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ...θά
θεωροῦσαν» τόν Ἅγιο «ἀνίκανο νά προσλάβει στή διδασκαλία του τήν
ἐπιστήμη τῆς ψυχαναλύσεως... ἀλλά καί ὁ Ἅγιος... χρησιμοποιώντας τήν
μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ
θέωση θά τούς θεωροῦσε αἱρετικούς»[37].
Χρήσιμη γιά τούς κληρικούς κρίνει καί ἄλλος κληρικός-ψυχοθεραπευτής τήν
ψυχανάλυση: «Διερωτᾶται κανείς μήπως θά ἦταν σκόπιμη ἡ ἐνθάρρυνση
κάποιων ὑποψηφίων ἤ κληρικῶν νά δεχθοῦν ψυχοθεραπεία, ἔστω καί ἐν
ἀπουσίᾳ συγκεκριμένου προβλήματος»(!)[38]
Σ΄αὐτή τή συνάφεια θά
θέλαμε νά Σᾶς ἐπισημάνουμε ὅτι στήν ἡμερίδα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου
Λειβαδιᾶς, ὅπως φαίνεται ἀπό τά ἐκδεδομένα Πρακτικά[39],
μιά ἀπό τίς «Ὁμάδες Ἐργασίας» μετετράπη σέ γκροῦπ ὁμαδικῆς
ψυχαναλύσεως, ὅπου καθένας τεχνηέντως παρωθεῖτο νά πεῖ δημοσίως ὅ,τι
εἶχε στήν καρδιά του, στό δέ τέλος ἔγινε ἀπό τόν ὑπέυθυνο μιά φροϋδική
ἀξιολόγηση τῆς ἀναλύσεως.
δ) Σύμφωνα μέ τούς σχεδιασμούς ὁρισμένων ἱερέων-ψυχοθεραπευτῶν «προκειμένου νά ἀπολαύσουμε ἐφαρμοσμένη θεολογία πρίν πεθάνουμε[40]
«θεσπίζεται ὑποχρεωτική γνωμοδότηση συμβουλίου ἀπό κληρικούς καί
ψυχολόγους-ψυχιάτρους γιά τήν καταλληλότητα ὑποψηφίου κληρικοῦ. Ἡ
γνωμοδότηση θά ἐκδίδεται 2 ξεχωριστές φορές πού θά ἀπέχουν μεταξύ τους 3
χρόνια καί δέν θά ἔχουν δεσμευτικό χαρακτήρα»[41].
ε) Ἡ προπαγανδιζομένη
ἀνεπάρκεια τῶν ἱερέων, κατ΄οὐσίαν τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη τήν
ψυχολογία, τείνει νά περιλάβει καί τήν ἁγιωτάτη μας Ἐκκλησία. Σέ
ἱερατική σύναξη τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας, ὁ εἰσηγητής, ὁ
ὁποῖος στό βιογραφικό του καί συγκεκριμένα στά ἐπιστημονικά του
ἐνδιαφέροντα περιλαμβάνει «τό ἐνδιαφέρον του γιά τήν ψυχολογία τοῦ
κληρικοῦ καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ» (sic) [42], εἶπε ὅτι «δέν εἶναι ὑπερβολή ἄν ἰσχυριστοῦμε πώς ἡ Ἐκκλησία μας περνᾷ ἰσχυρή κρίση ταυτότητος»[43], ένῷ ἀλλοῦ ἔγραψε «ὅτι ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία παρέχει εἰκόνα καταθλίψεως μέ τήν αὐστηρά ψυχοδυναμική ἔννοια»[44], ὅτι πάσχει ἀπό «καταιγιστική ποιμαντική ἀνικανότητα»[45].
στ) Μετά ἀπό αὐτή τήν
ψυχαναλυτική μεταχείριση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δρόμος εἶναι ἀνοιχτός γιά μιά
μαζική ψυχολογοποίηση ὅλων τῶν μορφῶν ἐκφράσεως, μέσων καί δομῶν της.
Ἔτσι «ἡ πατερική πνευματική παρακαταθήκη πρέπει πρῶτα νά βιωθεῖ, νά
κατανοηθεῖ σωστά καί στή συνέχεια νά ἐπαναδιατυπωθεῖ μέ σύγχρονους
ὅρους»[46].
Μέ δεδομένο ὅτι οἱ κληρικοί τείνουν νά «πνευματικοποιοῦν τά ψυχολογικά
γεγονότα...χρησιμοποιώντας θεολογικές ἔννοιες» κρίνεται ἀναγκαῖο «τό
ζήτημα τῶν σχέσεων μεταξύ ψυχολογικῆς γλώσσας καί θεολογικῆς γλώσσας νά
τεθεῖ πρός διερεύνησιν»[47],
ἐνῷ ἀλλοῦ διατυπώνεται ὁ ἰσχυρισμός ὅτι «ἡ θετικότητα, ἡ ἀκριβολογία
καί ὁ ρεαλισμός τῆς ψυχιατρικῆς γλώσσας μποροῦν νά συμβάλουν στήν
ἀποκάθαρση τῶν ἀσαφειῶν πού μαστίζουν τό θεολογικό μας λόγο»[48]. Ἕνα τέτοιο δεῖγμα ψυχιατρο-θεολογικῆς γραφῆς μᾶς δόθηκε μέ τό κείμενο
«Ἡ ἐλπίδα τῆς χριστουγεννιάτικης ἀπελπισίας», δημοσιευμένο στό περιοδικό
ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ. Πανταχοῦ ἀποῦσα ἡ ὑπέροχη θεολογία καί ἡ ἀκριβολόγος ὅσο καί
εὐφρόσυνη γλῶσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλά πανταχοῦ παροῦσα ἡ νοσηρή
ψυχαναλυτική γλῶσσα, «ἡ ὑπομανιακή εὐθυμία», «κατάθλιψη», «τό
ψυχολογικό ὑπόβαθρο τῶν φαινομένων», «ἡ ἀμυντική βουλιμική διάθεση
τοῦ καταθλιπτικοῦ ἀτόμου», ἀκόμα καί τό «συλλογικό ἀσυνείδητο»[49]. Πρόκειται γιά μιά γλῶσσα, ἡ ὁποία ἤ ἀπευθύνεται σέ ψυχασθενεῖς ἤ ἑτοιμάζει ψυχασθενεῖς.
Ἀπό τήν ἀνατομική κλίνη
τῶν ψυχαναλυτῶν δέν ἐξαιρεῖται οὔτε ἡ λατρεία μας. Ἡ κατάνυξη, ὅπως
βιώνεται στή λατρεία, ἐξετάζεται καί ἀναλύεται ψυχολογικά, δεδομένου ὅτι
ὑπάρχει «μιά ποικιλία τοῦ σχετικοῦ βιώματος». Γι’ αὐτό οἱ «εἰδικοί»
ὁμιλοῦν γιά «ψυχολογία τῆς Λατρείας»[50].

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).
Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.
Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.