Σελίδες

5 Απριλίου 2016

Προσπάθεια θεσμικῆς εἰσβολῆς τῆς Ψυχοθεραπείας στήν ἐκκλησιαστική ζωή. (μέρος 1ο)

Πρόκειται γιά μιά κάπως παλιά ἱστορία ... 

Στίς 14 Ἀπριλίου 1999 ἐστάλη ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ἡ Ἐγκύκλιος 2677  τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πού ἔφερε ἡμερομηνία 26 Μαρτίου 1999 καί ἀπευθυνόταν στόν «Ἱερό Κλῆρον καί τόν εὐσεβή λαόν τοῦ Θεοῦ». Ἡ ἀνάγνωσή της ἔπρεπε νά γίνει τήν Κυριακή 6 Ἰουνίου 1999.  Πρίν φθάσει ἡ ἡμερομηνία αὐτή, ἐστάλη στίς 20 Μαΐου 1999 ἄλλη Ἐγκύκλιος μέ τόν  ἴ δ ι ο ἀριθμό (2677) καί τήν ἴ δ ι α  ἡμερομηνία ἐκδόσεώς της (26 Μαρτίου 1999) καί τή σημείωση «Ἀνακοινοποίησις εἰς τό ὀρθόν». Παράλληλα δόθηκε ἐντολή νά μή διαβασθεῖ ἡ προγενέστερη Ἐγκύκλιος, ἀλλά ἡ τελευταία.

Τό θέμα καί τῶν δύο Ἐγκυκλίων ἦταν τό ἴδιο: ἀφοροῦσε στά αὐξημένα ψυχικά νοσήματα καί προβλήματα πού μάστιζαν καί μαστίζουν τήν ἑλληνική κοινωνία. Ὅμως ἡ προβληματική, οἱ τοποθετήσεις, ἡ ὀπτική, οἱ ὑποδείξεις καί οἱ προτεινόμενες λύσεις τῆς μιᾶς, ἦσαν ριζικά διαφορετικές ἀπό τήν ἄλλη. Ἴσως κάποιος εἶχε παρέμβει στό μεσοδιάστημα τῶν δύο Ἐγκυκλίων καί ἔπεισε τόν ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο νά «διορθώσει» τό περιεχόμενο τῆς πρώτης Ἐγκυκλίου.

Μιά ὁμάδα κληρικῶν-πνευματικῶν θεωρώντας τό περιεχόμενο τῆς δεύτερης Ἐγκυκλίου ἀσύμβατο μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοση, ἀποφάσισε νά συντάξει καί νά ἀποστείλει στήν Ἱερά Σύνοδο ἕνα Ὑ π ό μ ν η μ α  μέ τίς παρατηρήσεις της πάνω στό περιεχόμενο τῆς Ἐγκυκλίου. Τελικῶς τό συνταχθέν Ὑπόμνημα δέν κατέστη δυνατό νά σταλεῖ στή Σύνοδο.

Τώρα τελευταῖα τό κείμενο τοῦ Ὑπομνήματος ἔπεσε στά χέρια μας.  Ἀναζητήσαμε καί βρήκαμε, σύμφωνα μέ ὅσα γράφονται σ΄ αὐτό,   τίς δύο Ἐγκυκλίους καί καταλάβαμε τί εἶχε συμβεῖ.  Ἐπειδή τό πρόβλημα τῆς ἐπέμβασης καί ἀνάμιξης τῶν ψυχιάτρων-ψυχοθεραπευτῶν στήν ἐκκλησιαστική ζωή διογκώνεται, ἀποφασίσαμε νά δημοσιεύσουμε τό κείμενο αὐτό. Ἄν καί μακροσκελές προσφέρει πολλά στοιχεῖα καί ἴσως φανεῖ χρήσιμο ἤ καί ὠφέλιμο στούς ἀναγνῶστες τοῦ ΟΡΘΡΟΥ.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καί τό ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ πού παρατίθεται στό τέλος τοῦ Ὑπομνήματος. 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ 
Πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰασίου 1  Ἀθήνας

Μακαριώτατε,
Σεβαστοί Πατέρες καί Ποιμενάρχες μας
Μέ τόν προσήκοντα σεβασμό καί μέ υἱϊκή ἐμπιστοσύνη, ἀλλά καί μέ αἴσθηση τῆς ποιμαντικῆς μας εὐθύνης ἀπευθυνόμεθα πρός Ὑμᾶς γιά νά ἐκθέσουμε τόν προβληματισμό μας σχετικά μέ τήν ὑπ’ ἀριθ. 2677 Ἐγκύκλιό Σας τῆς 26-3-99, ἡ ὁποία ἀφοροῦσε στήν πρόνοια καί τή μεταχείριση τῶν «ψυχικῶς πασχόντων» ἀδελφῶν μας.  Πράγματι, ὅπως διαπιστώνουμε κι ἐμεῖς στήν καθημερινή μας διακονία, εἶναι ἰδιαιτέρως αὐξημένα τά λεγόμενα ψυχικά νοσήματα.  Ὡς ἐκ τούτου πολλές ἀπό τίς προτάσεις καί ἐπισημάνσεις τῆς Ἐγκυκλίου Σας εἶναι σημαντικές καί ἀξιοπρόσεκτες ὅπως π.χ. ἡ προτροπή Σας πρός τούς χριστιανούς «νά περιβάλλουν» τούς  ψυχικῶς πάσχοντας «μέ πολλή ἀγάπη καί νά τούς ἀντιμετωπίζουν, ὅπως κάθε ἄλλο συνάνθρωπο πού φέρει κάποια φυσική ἀδυναμία, χωρίς διάκριση ἤ προκατάληψη».

Ὅμως διαπιστώσαμε ὅτι ὁρισμένες θέσεις τῆς Ἐγκυκλίου, κατά τήν προσπάθειά Σας νά ἀνταποκριθεῖτε στίς σύγχρονες προκλήσεις, δημιουργοῦν κάποια σοβαρά ἐρωτηματικά καί προβλήματα, ἀφ’ἑνός μέν ὁριοθετήσεως τῆς παρεχομένης ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πνευματικῆς ἰάσεως καί θεραπείας, ἀφ’ἑτέρου δέ ἀναφορικά μέ τά ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου νηπτικῆς Παραδόσεως τεθέντα ὅρια τῆς ἐξομολογητικῆς καί λοιπῆς ἱερατικῆς διακονίας.

Ἐτσι ὑπό τό στοιχεῖο γ) ἡ Ἐγκύκλιος παραινεῖ «τούς πνευματικούς τῆς Ἐκκλησίας νά παραπέμπουν ἐγκαίρως στούς εἰδικούς τούς ἀδελφούς μας πού χρειάζονται ψυχιατρική βοήθεια κάι νά συνεργάζονται μαζί τους, τούς δέ ἐπιστήμονες (ψυχιάτρους, ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές, κοινωνικούς λειτουργούς) νά συνεργάζωνται μέ τούς κληρικούς».  Αὐτή τήν παραίνεση ἡ Ἐγκύκλιος τήν στηρίζει σέ ἄλλο σημεῖο της, στό ὁποῖο γράφει ὅτι «οἱ ἀνά τόν κόσμον ἐπιστήμονες... ἔχουν πραγματοποιήσει μεγάλες προόδους στή θεραπεία» τῶν ψυχικῶν νόσων. 

Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι καμμιά τέτοια προτροπή δέν καταγραφόταν στήν προγενεστέρα μορφή τῆς Ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία ὅμως κατόπιν ἐντολῆς Σας δέν ἀνεγνώσθη στούς πιστούς.  Ἀντιθέτως ὑπό τό στοιχεῖο γ) ἐκρίνετο αὐστηρά «ἡ ἄκριτη ἐφαρμογή τῶν ψυχαναλυτικῶν ἐκείνων συστημάτων» τά ὁποῖα μέ τίς πρακτικές τους «πού ἐμφανίζονται ὡς θεραπευτικές ἀλλά ἀπέχουν  πολύ ἀπό τίς ἀληθινές προϋποθέσεις γιά τήν οἰκοδόμηση τῆς ψυχικῆς ὑγείας... ἐξομοιώνουν» τόν ἄνθρωπο «μέ τά κτήνη».

Ἐπανερχόμενοι στήν ἰσχύουσα Ἐγκύκλιο διερωτώμεθα ἄν ἡ Ἐκκλησία δικαιοῦται νά ρίχνει γέφυρες τέτοιας συνεργασίας μέ τή χοάνη τόσων ψυχο-επαγελμάτων.  Ἔχουμε εὐθύνη γιά τούς ἀνθρώπους πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστός, καί γιά τῶν ὁποίων τίς ψυχές θά μᾶς ζητηθεῖ λόγος («τό αἷμα αὐτῶν ἐκ τῶν χειρῶν σου ἐκζητήσω» Ἰεζ. 3, 18-21).

Μέ ποιά λογική λοιπόν θά τούς παραπέμπουμε στούς «εἰδικούς», οἱ πιό πολλοί ἀπό τούς ὁποίους, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐν Χριστῷ πίστη καί ζωή «οὐκ ἔγνωσαν δεξιάν αὐτῶν ἤ ἀριστεράν αὐτῶν» (Ἰωνᾶς 4, 11) ἤ ἔχουν ἀναμείξει τόν Χριστό μέ τόν Φρόϋντ καί μεταφέρουν τίς συγκεχυμένες ἰδεοληψίες τους στούς πελάτες τους;  Δέν ἀρνούμεθα τή βοήθεια τῆς νευρο-ψυχιατρικῆς ἐπιστήμης στή διάγνωση τῶν λεγομένων βαρέων ψυχικῶν νοσημάτων, στή διά φαρμάκων παρεχομένη βοήθεια πρός τούς ταλαιπωρουμένους ἀδελφούς μας ὥστε νά ἀνακουφίζονται, νά εἶναι «σέ κάποιο λογαριασμό», νά μποροῦν ἐνδεχομένως νά ἐργασθοῦν.

Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως στή λεγομένη «ψυχοθεραπεία» καί στήν ποικίλη συμβουλευτική τῶν εἰδικῶν ψυχολόγων, οἱ ἐκ τῆς ποιμαντικῆς μας ἐμπειρίας καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων ἐπιφυλάξεις μας φθάνουν μέχρι πλήρους ἀμφισβητήσεώς της. Καί αὐτό γιά τούς κάτωθι λόγους:

α ) Τό «μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος», ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἰάθη διά τοῦ Χριστοῦ ( «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν». Ἡσ. 53, 5).  Μ ό ν ο  διά τῆς μετ΄Αὐτοῦ κοινωνίας, διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος προσφερομένης ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, συνεργούσης τῆς προαιρέσεώς μας, μποροῦμε νά θεραπεύσουμε τήν ψυχή μας, νά τήν ἀπαλλάξουμε ἀπό τό σκότος τῶν παθῶν καί νά τήν ἀποκαταστήσουμε στό «ἀρχαῖο κάλλος», στήν ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 8, 11).  Αὐτό κατόρθωσαν μέ τελειότητα οἱ Ἅγιοι, πρός αὐτό τείνουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί.  Ἐδῶ ὁ «ἐπιστημονικός μόχθος» τῆς Ψυχιατρικῆς καί τῶν συναφῶν κλάδων ἀποκαλύπτεται ἀνίσχυρος.

Στήν ἔνσταση ὅτι ἡ Ψυχιατρική καί ἡ Ψυχανάλυση-Ψυχοθεραπεία δέν ἀσχολοῦνται μέ τήν ψυχή ὑπό τήν χριστιανική ἔννοια, ἀλλά μέ τόν «ψυχισμό» καί τίς διαταραχές του, φρονοῦμε ὅτι ἡ Ψυχιατρική, φ α ρ μ α κ ε υ τ ι κ ά  μπορεῖ νά παρεμβαίνει διακριτικά καί μέ ἀκριβῆ γνώση τῶν ἐπιστημονικῶν της ὁρίων γιά νά βοηθήσει στήν ἀποκατάσταση ἐμφανῶν καί ἐπικινδύνων διαταραχῶν λειτουργίας τῆς σκέψεως, τῆς βουλήσεως καί τοῦ συναισθήματος κ.λ.π. , πού σχετίζονται μέ τόν ἐγκέφαλο καί τό νευρικό σύστημα.

Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως στήν ἀπόπειρα παροχῆς βοηθείας-θεραπείας διά τῆς «ψυχοθεραπευτικῆς» ὁδοῦ  ἐγείρονται τά ἑξῆς σοβαρά ἐρωτήματα : Πῶς μποροῦν νά βοηθήσουν τόν ἄρρωστο ψυχισμό - ἄρρωστο πάντα κατά τή γνώμη τους- τῶν «ψυχοθεραπευομένων»,  πολλῷ μᾶλλον νά τόν θεραπεύσουν, ἐφ’ὅσον οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δέν δέχονται τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία;  Ὡς γνωστόν δέν δέχονται ὅτι ἡ ψυχή εἶναι «οὐσία ζῶσα, ἁπλῆ, ἀσώματος...λογική καί νοερά» καί ὅτι αὐτήν κατ΄ἐξοχήν ὀνομάζουν οἱ Πατέρες «θείαν εἰκόνα» διότι τό «κατ΄ εἰκόνα τό νοερόν δηλοῖ καί αὐτεξούσιον»[1]. Δέν δέχονται ὅτι χωρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα μέ τόν θάνατο, ὅτι ζεῖ καί κοινωνεῖ μετά τοῦ Θεοῦ προγευομένη τῶν ἀνεκλαλήτων δωρεῶν Του ἤ ὅτι χωρισμένη ἀπό Αὐτόν δοκιμάζει τήν κόλαση. 

Οἱ ἐν λόγῳ «ψυχοθεραπευτές» ἀγνοοῦν τήν μεταπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν διά τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀναγέννησή του, τήν ὕπαρξη καί τίς ἐνέργειες τοῦ Διαβόλου, καθώς καί τό μερίδιο εὐθύνης τῆς δαιμονικῆς ἐπηρείας στήν ταλαιπωρία τῶν ψυχικῶς πασχόντων. Ἀντιθέτως ἐκλαμβάνουν τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο «σύν τοῖς πάθεσι αὐτοῦ καί ταῖς ἐπιθυμίαις»(Γαλ. 5, 24) ὡς πρότυπο τοῦ καθ’ αὐτό ὑγιοῦς καί λόγῳ τῶν φροϋδικῶν τους προκαταλήψεων σπεύδουν νά ὠθήσουν τούς «ἀναλυομένους» στἠν ἱκανοποίηση τῶν οἱωνδήποτε ἐπιθυμιῶν τους, ἀθετώντας τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί «ἐξομοιώνοντας τους μέ τά κτήνη», στερώντας τους τήν εὐκαιρία τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως καί ὑπομονῆς. Οἱ συμβουλές αὐτές τῶν ψυχοθεραπευτῶν, ἀντί νά ὁδηγήσουν σέ ψυχική ἰσορροπία ὁδηγοῦν, ὅπως τό γνωρίζουμε ἀπό τήν ἐξομολογητική μας ἐμπειρία, στήν πλήρη ἀποδιοργάνωση τοῦ ψυχικοῦ τους κόσμου.

Ὅσον ἀφορᾶ στούς χριστιανούς ψυχοθεραπευτές οἱ περισσότεροι αὐτῶν πιστεύουν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία εἶναι ἐλλιπής, ὅτι δέν ὑπάρχει «ἐπεξεργασμένη διδασκαλία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», ὅτι «πολλά σημεῖα ἀπομένουν γιά ἐπεξεργασία στό ἀνθρωπολογικό, ψυχολογικό καί βιωματικό ἐπίπεδο», «ὅτι μπορεῖ νά ἀναπτυχθεῖ ἕνας πολύ δημιουργικός διάλογος... μεταξύ ὀρθόδοξης χριστιανικῆς θεολογίας καί ψυχανάλυσης»[2] καί ὅτι ὑπάρχει «ἀναγκαιότητα... συνθέσεως» Ψυχοθεραπευτικῆς-Θεολογίας «στό θεωρητικό-ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο»[3].

Πῶς λοιπόν θά δεχθοῦμε νά παραπέμψουμε τούς χριστιανούς γιά νά θεραπεύσουν ψυχικές διαταραχές πού ἔχουν «ὡς αἰτία τραυματικά γεγονότα τῆς ζωῆς» ἤ «ἐμπειρίες νοσηρῶν σχέσεων στά πλαίσια τῆς οἰκογένειας καί τῆς κοινωνίας», ὅπως προτρέπει ἡ Ἐγκύκλιος, σέ τέτοιους ψυχοθεραπευτές πού ἀρνοῦνται ἤ καί χλευάζουν τήν περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου θεανθρώπινη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἤ τεχνηέντως τήν ἀναμειγνύουν μέ τίς ἰδεοληψίες τοῦ ἀθέου Φρόϋντ ἤ τῆς ψυχικά διαταραγμένης Klein, ἐπιδιώκοντας τήν «πρόσληψη» καί ἐνσωμάτωση ὅρων καί ἰδεῶν τῆς Ψυχαναλύσεως στήν ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση;

γ) Παρά ταῦτα οἱ παντός εἴδους ψυχοθεραπευτές καί οἱ ὑποστηρικτές τους ἰσχυρίζονται ὅτι ἀνεξαρτήτως κοσμοθεωριακῆς τοποθετήσεως τοῦ ψυχαναλυτοῦ ἤ τοῦ ἀναλυομένου «ὁ ἐπιστημονικός μόχθος» τῆς Ψυχολογίας μπορεῖ νά προσφέρει βοήθεια στούς ἀναλυομένους. Ἡ ψυχή ὅμως, ὅπως κι ἄν ἐννοηθεῖ, οὖσα «πολυδύναμον πρᾶγμα»[4] δέν εἶναι δυνατόν νά ἐξιχνιασθεῖ σέ βάθος μέ ἀνθρώπινα μέσα. Μόνον ὁ Θεός «ἄβυσσον καί καρδίαν ἐξίχνευσεν» (Σοφ. Σειράχ 42, 18). «Βαθεῖα ἡ καρδία παρά πάντα καί ἄνθρωπος ἐστίν καί τίς γνώσεται αὐτόν; (Ἰερ 17,9).  «Σύ ἐπίστασαι τάς καρδίας  μονώτατος» (Β΄Παραλειπ. 6, 30) μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή. Τό βάθος λοιπόν τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως μόνον ὁ Θεός γνωρίζει καί οἱ Ἅγιοι στό μέτρο πού τούς τό ἀποκαλύπτει ὁ Θεός, διότι ὄντες πνευματικοί πάντα ἀνακρίνουν ὑπ΄ οὐδενός δέ ἀνακρίνονται (Α΄ Κορ. 2, 15).

Τέτοιοι ἦσαν καί οἱ προσφάτως κοιμηθέντες πνευματικοί ἡμῶν Πατέρες καί διδάσκαλοι, δῶρα ὄντως Θεοῦ, Γέροντες Ἰάκωβος, Παΐσιος καί Πορφύριος. Ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἐξομολόγοι-πνευματικοί ἐξετάζουν τό βάθος τῆς ψυχῆς τῶν εἰς αὐτούς προσερχομένων σύμφωνα μέ τίς ὀρθόδοξε ςπροδιαγραφές, ἐπικαλούμενοι τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ΄ὅσον πρόκειται γιά Μυστήριο τῆς Ἒκκλησίας καί ὄχι γιά ἁπλό διάλογο καί μέ ἀπόλυτο σεβασμό στό ἀνθρώπινο πρόσωπο, μέ χριστοδιακριτικότητα καί ἐλευθερία.

Εἶναι χαρακτηριστικά ὅσα γράφει ἐπ΄αὐτοῦ ὁ Γέρων Σωφρόνιος: «Καί κατ΄ αὐτήν εἰσέτι τήν ὥραν τῆς συνομιλίας μετά τῶν ἀνθρώπων προσεπάθουν νά κρατῶ τήν «ἀκοήν» τοῦ νοός μου ἐν τῇ καρδίᾳ, ὅπως συλλάβω τό Θεῖον νεῦμα, πολλάκις δέ καί τούς λόγους τούς ὁποίους ὤφειλον νά εἴπω»[5].

Αὐτό λοιπόν τό μυστήριο τοῦ «ἔσω ἀνθρώπου» προσπαθοῦν νά ἐξιχνιάσουν καί νά θεραπεύσουν οἱ ψυχοθεραπευτές[6] χρησιμοποιώντας τό φροϋδικό μοντέλο ἤ τά παράγωγά του, δηλ. μιά ζοφώδη καί  συγκεχυμένη ἀντίληψη περί τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς. 

Ὁ «πατέρας» τῆς Ψυχανάλυσης S. FREUD γράφει: «ἐργάζομαι στήν ὑπόθεση ὅτι ὁ ψυχισμός μας θεμελιώθηκε διά στρωματοποιήσεως: τό ὑλικό πού ὑπάρχει μέ τή μορφή μνημονικῶν ἰχνῶν ὑφίσταται ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν κάτω ἀπό νέες συνθῆκες μιά ἀναδιοργάνωση, μιά ἐπανεγγραφή»[7]. Τί δηλοῦν οἱ ὅροι «στρωματοποίηση», «μνημονικά ἴχνη», «ἐπανεγγραφή», καθώς καί οἱ ὅροι «ἀσυνείδητο», «προσυνείδητο» καί «ὑποσυνείδητο», παρά τήν ἄβυσσο τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, τήν ὁποία ὁ Φρόϋντ καί οἱ σύν αὐτῷ ὡς «ψυχικοί ἄνθρωποι» «οὐ δύνανται γνῶναι»(Α΄ Κορ. 2,14). 

Αὐτή ἡ σύγχυση τῶν ψυχοθεραπευτῶν ἀπεικονίζεται πανοραμικά στίς πάνω ἀπό 300 σχολές ψυχοθεραπείας πού ἀντιστοιχοῦν στήν ἰδεολογία τῶν ἱδρυτῶν τους. Ὄχι μόνο, κατά δική τους ὁμολογία, δέν μποροῦν νά ὁρίσουν τίς ἔννοιες, τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦν κατά κόρον, ὅπως π.χ. τήν ἔννοια τῆς «ἐπιθετικότητας» ἤ τοῦ «ναρκισσισμοῦ»[8], ἀλλά οὔτε τί σημαίνει «ψυχή» καί «Ψυχολογία». «Τῆς Ψυχολογίας ὑπάρχουν τόσοι ὁρισμοί ὅσοι καί ψυχολόγοι...κάθε ψυχολογική θεωρία μᾶς δίνει μιά εἰκόνα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου πού ἐλάχιστα συγγενεύει μέ τήν εἰκόνα μιᾶς ἄλλης θεωρίας» μέ ἀποτέλεσμα οἱ ἀπολυτοποιήσεις τους «νά καταντοῦν παραμορφωτικά πρίσματα τῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου»[9].

δ) Ἡ ψυχοθεραπεία ἑδραζομένη στίς παραπάνω συγκεχυμένες ἀντιλήψεις περί ψυχισμοῦ εἶναι μιά αὐθαίρετη διαδικασία τάχα «βοηθείας» τοῦ ἀνθρώπου.  Συνήθως εἶναι μιά ἐξοντωτική μέθοδος διερευνήσεως τοῦ ψυχικοῦ βάθους.  Κατά τή διάρκεια τῆς ἡμίωρης συνήθως( μπορεῖ καί 45λεπτης) ψυχαναλυτικῆς-ψυχοθεραπευτικῆς διαδικασίας («ψυχαναλυτική –ψυχοθεραπευτική συνεδρία») γίνεται προσπάθεια μέ διάφορα τεχνάσματα νά ἀναδυθεῖ στήν ἐπιφάνεια ὅτι κρύβεται στόν «πυθμένα»τῆς ψυχῆς. 

Τέτοια τεχνάσματα εἶναι ἡ μέθοδος τὼν «ἐλεύθερων συνειρμῶν», τῆς ἑρμηνείας τῶν ὀνείρων, πράγμα ἀντίθετο πρός τή Γραφική καί Πατερική διδασκαλία[10], ἡ ἑρμηνεία ζωγραφικῶν σχεδίων τῶν «ἀναλυομένων», τά ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι προβάλλουν στοιχεῖα τοῦ ἀσυνειδήτου τους![11] Ὅλες οἱ τραυματικές ἐμπειρίες ἀπό τήν οἰκογενειακή ζωή, οἱ ποικίλες προσωπικές, συζυγικές ἐπαγγελματικές ἀποτυχίες κ.λ.π. ἀποκαλύπτονται στόν ψυχαναλυτή, ὁ ὁποῖος στό ἱστορικό τοῦ «ἀναλυομένου»ἐντάσσει τήν ἑρμηνεία του κι ἔτσι δημιουργεῖ τή λεγομένη «κατασκευή», τήν ὁποία προσπαθεῖ νά «περάσει» ὡς ἀλήθεια στόν «ἀναλυόμενο». Ὅμως ὁ ψυχαναλυτής δέν εἶναι καί τόσο βέβαιος γιά τήν «κατασκευή» αὐτή.  «Ἡ ψυχαναλυτική διαδικασία ἐνέχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἀνακατασκευῆς τῶν ἀρχικῶν ὑποθέσεων μέσω νέων στοιχείων πού προκύπτουν στήν ἀνάλυση»[12].

συνεχίζεται

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.