Σελίδες

11 Απριλίου 2026

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

[Υπομνηματισμός στα εδάφια Ματθ.27, 45-56]

«Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ ᾿Ιησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ἠλὶ ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί; τοῦτ᾿ ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες; τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι ᾿Ηλίαν φωνεῖ οὗτος. καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτόν. οἱ δὲ λοιποὶ ἔλεγον· ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται ᾿Ηλίας σώσων αὐτόν (:και από τις δώδεκα το μεσημέρι έγινε σκοτάδι σ’ όλη τη γη έως τις τρεις το απόγευμα. Και στις τρεις το απόγευμα φώναξε ο Ιησούς με φωνή μεγάλη και είπε: “Ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί;”. Η φράση αυτή σημαίνει: “Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;” Μερικοί μάλιστα από εκείνους που στέκονταν εκεί και δεν γνώριζαν την αραμαϊκή γλώσσα, όταν το άκουσαν αυτό έλεγαν ότι αυτός φωνάζει τον Ηλία. Κι αμέσως ένας απ’ αυτούς έτρεξε και πήρε ένα σφουγγάρι, κι αφού το βούτηξε στο ξίδι, το τύλιξε σ’ ένα καλάμι και προσπαθούσε να του δώσει να πιει. Οι υπόλοιποι όμως έλεγαν: Άφησε να δούμε εάν θα έλθει ο Ηλίας να τον σώσει.)» [Ματθ.27,45-49].

Αυτό είναι το σημείο, το οποίο όταν στο παρελθόν ζητούσαν υποσχέθηκε να τους δώσει λέγοντας: «Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰμὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου (:Γενιά πονηρή και μοιχαλίδα, που πρόδωσε την πίστη της προς τον ουράνιο Νυμφίο, επιμένει να ζητά θαύμα που να δείχνει ξεκάθαρα την αποστολή μου. Αλλά τέτοιο θαύμα δεν θα της δοθεί, παρά το θαύμα που προτυπωνόταν και προεικονιζόταν από το θαύμα του Ιωνά του προφήτη)»[Ματθ.12,39], εννοώντας τη σταύρωση και τον θάνατο και την ταφή και την ανάσταση.

Άλλος πάλι φανερώνοντας τη δύναμη του σταυρού έλεγε: «ὅταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέ με ὁ πατήρ μου, ταῦτα λαλῶ (:όταν υψώσετε πάνω στον σταυρό τον υιό του ανθρώπου, τότε θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο μόνος Σωτήρας, και ότι τίποτε απολύτως δεν κάνω από τον εαυτό μου, αλλά συμφωνώ απολύτως με τον Πατέρα μου. Και για να σας μιλήσω σύμφωνα με όσα συμβαίνουν μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να με καταλάβετε καλύτερα, σας προσθέτω: Όπως με δίδαξε ο Πατέρας μου, έτσι μιλάω και αυτά ακριβώς λέω)» [Ιω.8,28]. Αυτό λοιπόν που εννοεί είναι το εξής: «όταν με σταυρώσετε και νομίσετε ότι μου έχετε επιβληθεί, τότε ακριβώς θα γνωρίσετε τη δύναμή μου»· διότι μετά τη σταύρωση καταστράφηκε η πόλη, καταργήθηκαν τα ιουδαϊκά ήθη και έθιμα, έχασαν τη ζωή και την ελευθερία τους, το κήρυγμα ήκμασε, στα πέρατα της οικουμένης εξαπλώθηκε ο λόγος του σταυρού. Η ξηρά και η θάλασσα, τόσο η κατοικούμενη όσο και η ακατοίκητη, διακηρύσσουν διαρκώς τη δύναμή Του.

Και αυτά λοιπόν εννοεί και εκείνα που συνέβησαν κατά τη στιγμή της σταυρώσεως· διότι πράγματι αυτά έγιναν κατά πολύ πιο θαυμαστό τρόπο όταν καρφωνόταν επάνω στον σταυρό παρά όταν βάδιζε στη γη. Και δεν ήταν μόνο γι΄αυτό το παράδοξο, αλλά και διότι έγινε από τον ουρανό, αυτό το οποίο ζητούσαν, και μάλιστα σε ολόκληρη την οικουμένη, πράγμα το οποίο ουδέποτε άλλοτε στο παρελθόν είχε συμβεί, παρά μόνο στην Αίγυπτο, όταν επρόκειτο να τελεστεί το Πάσχα. Και τούτο διότι και εκείνα ήσαν προτύπωση αυτών. Και πρόσεξε πότε γίνεται. Στο μέσο της ημέρας, για να το μάθουν όλοι όσοι κατοικούν στη γη· όταν σε ολόκληρη την οικουμένη ήταν μέρα, πράγμα το οποίο ήταν αρκετό να τους επιστρέψει, όχι μόνο με το μέγεθος του θαύματος, αλλά και διότι συνέβη στην κατάλληλη στιγμή.

Διότι έγινε μετά από όλες τις πράξεις της μέθης και της παράνομης διακωμωδήσεως, όταν απέβαλαν τον θυμό, όταν έπαψαν να γελούν, όταν χόρτασαν να κοροϊδεύουν και είπαν όλα όσα ήθελαν να πουν. Παρουσιάζει το σκοτάδι τότε, μήπως έστω και έτσι, αφού άφησαν την οργή, ωφεληθούν από το θαύμα· διότι από το να κατεβεί από τον Σταυρό, αυτό ήταν περισσότερο άξιο θαυμασμού, το να κάνει αυτά ευρισκόμενος επάνω στον Σταυρό· διότι, είτε πίστευαν ότι τα έκανε Εκείνος, έπρεπε να πιστέψουν και να φοβηθούν, είτε πίστευαν ότι δεν τα έκανε Εκείνος, αλλά ο Πατήρ, και πάλι έπρεπε να συγκινηθούν βαθέως· διότι το σκοτάδι εκείνο ήταν ενέργεια οργής για όσα είχαν αποτολμηθεί.

Και το ότι δεν ήταν έκλειψη, αλλά οργή και αγανάκτηση, δεν φαίνεται μόνο από αυτά, αλλά και από τη διάρκεια· διότι παρέμεινε για τρεις ώρες, ενώ η έκλειψη γίνεται εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος· και τη γνωρίζουν εκείνοι που την είδαν, διότι συνέβη και στη δική μας γενεά. «Και πώς δεν θαύμασαν όλοι», θα ρωτήσει κανείς, «ούτε πίστεψαν ότι είναι Θεός;». Επειδή το γένος των ανθρώπων τότε διακατεχόταν από πολλή νωθρότητα και κακία. Και το θαύμα αυτό ένα ήταν και αφού έγινε, αμέσως πέρασε και κανείς δεν φρόντισε να ερευνήσει την αιτία, διότι είναι μεγάλη η πρόληψη στην ασέβεια και η συνήθεια. Έτσι, ούτε γνώριζαν ποια ήταν η αιτία του φαινομένου, ίσως μάλιστα και να νόμιζαν ότι τούτο είχε γίνει από έκλειψη ή από κάποια άλλη αιτία φυσική.

Και γιατί απορείς για τους εθνικούς οι οποίοι δεν γνώριζαν τίποτε, ούτε επιδίωξαν να μάθουν εξαιτίας της πολλής αδιαφορίας τους, τη στιγμή κατά την οποία εκείνοι που βρίσκονταν σε αυτήν την ίδια την Ιουδαία, ύστερα από τόσα θαύματα, εξακολουθούσαν να Τον υβρίζουν, μολονότι τους έδειχνε καθαρά ότι Εκείνος το είχε κάνει αυτό; Για τον λόγο αυτόν άλλωστε ομιλεί και μετά από αυτό, για να μάθουν ότι ακόμη ζει και ότι Αυτός το έκανε για να γίνουν και από αυτό επιεικέστεροι. Και λέγει: «Ἠλὶ ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί;», για να δουν ότι μέχρι την τελευταία πνοή Του τιμά τον Πατέρα και δεν είναι αντίθεος. Για τον λόγο αυτόν και έβγαλε αυτήν την προφητική φωνή, επιβεβαιώνοντας μέχρι την τελευταία ώρα την Παλαιά Διαθήκη. Μάλιστα όχι μόνο προφητική, αλλά και εβραϊκή φωνή, για να τους φανεί γνωστή και καταφανής. Και γενικά με όλα δείχνει τη συμφωνία Του προς Εκείνον που Τον γέννησε.

Αλλά κοίτα και από αυτό την ασέλγεια και την ακολασία και τη μωρία τους. Νόμισαν, λέγει ο ευαγγελιστής, ότι καλεί τον Ηλία και αμέσως Τον πότισαν ξύδι. Ενώ άλλος προσήλθε και τρύπησε την πλευρά Του με λόγχη. Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει περισσότερο παράνομο και θηριώδες, από αυτούς των οποίων η μανία έφτασε μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε να εξυβρίζουν ακόμη και νεκρό σώμα; Εσύ όμως κάνε μου τη χάρη να προσέξεις τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τις παρανομίες τους για τη δική μας σωτηρία· διότι μετά από την πληγή Εκείνου, ανέβλυσαν από εκεί οι πηγές της σωτηρίας μας.

«Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦμα (:και ο Ιησούς, αφού πάλι φώναξε με δυνατή φωνή, άφησε μόνος Του και θεληματικά την ψυχή Του να φύγει από το σώμα Του)» [Ματθ.27,50]. Αυτό είναι εκείνο που έλεγε ότι «οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου(:κανείς δεν έχει τη δύναμη να πάρει τη ζωή μου και να με θανατώσει εάν δεν το θελήσω Εγώ. Αλλά εγώ από μόνος μου την παραδίδω. Έχω εξουσία να προσφέρω τη ζωή μου, και έχω εξουσία πάλι να την πάρω πίσω. Αυτή την εντολή πήρα από τον Πατέρα μου, να θυσιάσω τη ζωή μου πάνω στον σταυρό και να την πάρω πάλι με την Ανάσταση. Έτσι θα αναδειχθώ ο αιώνιος αρχιερεύς και μεσίτης για τη σωτηρία των προβάτων μου)» [Ιω.10,18]. Γι'αυτό άλλωστε φώναξε, για να φανεί ότι ο θάνατος γίνεται με τη δική Του εξουσία. Ο ευαγγελιστής Μάρκος λοιπόν λέγει ότι ο Πιλάτος απόρησε πώς πέθανε τόσο γρήγορα [Μάρκ. 15,44: «ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε(:Ο Πιλάτος μάλιστα έμεινε έκπληκτος κι απόρησε που τόσο γρήγορα είχε κιόλας πεθάνει ο Ιησούς. Κι αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε εάν είχε ώρα πολλή που πέθανε)»και ότι ο εκατόνταρχος για τον λόγο αυτόν κυρίως πίστεψε, διότι πέθανε με εξουσία [Μάρκ.15,39: «Ἰδὼν δὲ ὁ κεντυρίων ὁ παρεστηκὼς ἐξ ἐναντίας αὐτοῦ ὅτι οὕτω κράξας ἐξέπνευσεν, εἶπεν· ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἦν Θεοῦ(:και ο εκατόνταρχος που στεκόταν απέναντί Του, όταν είδε μαζί με τα άλλα έκτακτα σημεία που συνέβησαν και ότι ο Ιησούς ξεψύχησε όχι από εξάντληση, όπως πέθαιναν οι σταυρωμένοι, αλλά αφού έβγαλε δυνατή φωνή, που δεν έδειχνε κανένα σημείο θανάτου, είπε: “Αληθινά, ο άνθρωπος αυτός ήταν Υιός Θεού”)»].

Αυτή η φωνή έσχισε το παραπέτασμα του ναού και άνοιξε τα μνημεία και έκανε έρημο τον ναό. Το έκανε δε αυτό όχι για να δείξει ασέβεια προς τον ναό- διότι πώς θα το έκανε αυτό, Αυτός που λέγει: «καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου (:και σ’ εκείνους που πουλούσαν τα περιστέρια είπε: “Σηκώστε τα από εδώ. Μην μετατρέπετε το σπίτι του Πατέρα μου σε εμπορικό κατάστημα”)»; [Ιω.2,16], αλλά για να δείξει ότι αυτοί είναι ανάξιοι ακόμη και του να μένουν εκεί, όπως ακριβώς και όταν παρέδωσε τον ναό στους Βαβυλωνίους. Αλλά αυτά δεν έγιναν μόνο για τον λόγο αυτόν. Ό,τι έγινε ήταν και μια προφητεία της μελλοντικής ερημώσεως του ναού, και της μεταθέσεώς Tου προς τα ανώτερα και υψηλότερα, και της δυνάμεώς Tου.

Μαζί δε με αυτά, φανέρωνε τον εαυτό Του και με εκείνα που ακολούθησαν, με την ανάσταση των νεκρών, με τη συσκότιση του φωτός, με την αλλοίωση των στοιχείων της φύσεως. Διότι επί μεν της εποχής του Ελισαίου ένας νεκρός όταν ήλθε σε επαφή με νεκρό αναστήθηκε[Δ΄Βασιλ. 13,21], αυτούς δε τώρα τους ανέστησε φωνή, ενώ το σώμα βρισκόταν επάνω στον Σταυρό. Άλλωστε και εκείνα ήσαν προτυπώσεις αυτού· διότι εκείνο έγινε για να πιστευτεί αυτό. Και δεν ανίστανται μόνο, αλλά σχίζονται και οι πέτρες και σείεται η γη, για να αντιληφθούν ότι και αυτός μπορούσε να τους ακρωτηριάσει και να τους σχίσει· διότι Εκείνος που έσχισε τις πέτρες και σκότισε την οικουμένη, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να κάνει τα ίδια σε εκείνους, εάν βέβαια ήθελε. Δεν θέλησε όμως, αλλά αφού εκδήλωσε την οργή του στα στοιχεία της φύσεως, εκείνους θέλησε να τους σώσει από επιείκεια.

Αλλά δεν ελάττωσαν τη μανία τους· διότι ο φθόνος και η ζήλεια, δεν υποχωρούν εύκολα. Τότε μεν λοιπόν συμπεριφέρονταν με αναισχυντία προς τα ίδια τα φαινόμενα. Έπειτα δε από αυτά, όταν αναστήθηκε ενώ ο τάφος ήταν εσφραγισμένος και τον φύλασσαν στρατιώτες, έδωσαν και αργύρια, για να διαφθείρουν και άλλους και να διαψεύσουν το κήρυγμα της Αναστάσεως.

Μην απορείς λοιπόν, αν και τότε έδειχναν αγνωμοσύνη, αφού ούτως ή άλλως ήσαν διατεθειμένοι να δείχνουν αναισχυντία προς όλα. Πρόσεξε μόνο εκείνο, πόσο μεγάλα θαύματα έκανε, άλλα μεν από τον ουρανό, άλλα δε επάνω στη γη και άλλα μέσα στον ναό, δείχνοντας αφενός μεν την αγανάκτησή Του, αφετέρου δε ότι τα άβατα θα γίνουν βατά και ο ουρανός θα ανοίξει και τα πράγματα θα μετατεθούν στα αληθινά Άγια των Αγίων.

Και εκείνοι μεν έλεγαν: «Εάν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατεβεί από τον Σταυρό», ενώ Αυτός δείχνει ότι είναι ολόκληρης της οικουμένης βασιλιάς. Επίσης εκείνοι έλεγαν: «Εσύ που γκρεμίζει τον ναό αυτόν και σε τρεις μέρες τον ανοικοδομείς», Αυτός δε δείχνει ότι ο ναός θα ερημωθεί ολοκληρωτικά. Πάλι, αυτοί μεν έλεγαν: «Άλλους έσωσε, αλλά δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του», Αυτός δε παραμένοντας επάνω στον Σταυρό, έδειχνε αυτό με πολλή αφθονία στα σώματα των δούλων· διότι εάν το να εξέλθει ο Λάζαρος από τον τάφο μετά από τέσσερις ημέρες ήταν σπουδαίο, πολύ σπουδαιότερο ήταν να εμφανιστούν ζωντανοί όλοι μαζί οι νεκροί από πολλών ετών, πράγμα το οποίο ήταν σημείου της μελλοντικής αναστάσεως· διότι «καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη(:και τα μνημεία που ήταν στους βράχους που σχίσθηκαν, άνοιξαν, και από τα μνημεία που άνοιξαν τη στιγμή εκείνη, πολλά σώματα των πεθαμένων αγίων αναστήθηκαν, όταν μετά από τρεις ημέρες αναστήθηκε πρώτος ο Χριστός)», λέγει, «καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς (:κι αφού βγήκαν από τα μνημεία μετά την ανάστασή Του, μπήκαν στην αγία πόλη και εμφανίστηκαν σε πολλούς)»[Ματθ.27,52].Για να μη νομιστεί δηλαδή ότι το γεγονός είναι φανταστικό, εμφανίζονται ενώπιον πολλών στην πόλη.

Ακόμη και ο εκατόνταρχος τότε δόξαζε τον Θεό λέγοντας: «Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν ᾿Ιησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος(:ο εκατόνταρχος εξάλλου κι εκείνοι που μαζί του φύλαγαν τον Ιησού, όταν είδαν το σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν πολύ κι έλεγαν: Πράγματι αυτός ήταν υιός Θεού)». «Και τα πλήθη δε που είχαν έλθει για να δουν το θέαμα, επέστρεφαν χτυπώντας τα στήθη τους». Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Εσταυρωμένου, ώστε ύστερα από τόσους χλευασμούς και διακωμωδήσεις και πειράγματα, και ο εκατόνταρχος να συγκινηθεί βαθιά και ο όχλος. Μερικοί μάλιστα λένε ότι και μαρτύρησε ο εκατόνταρχος αυτός, αφού ανδρώθηκε στην πίστη ύστερα από αυτά[Λουκά 23,47-48: «ἰδὼν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγων· ὄντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος ἦν. καὶ πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα, τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον(:όταν ο εκατόνταρχος είδε αυτό που έγινε, το σκοτάδι δηλαδή και το σεισμό, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός ως άνθρωπος που όριζε τη ζωή του παρέδωσε το πνεύμα Του στον Πατέρα Του, δόξασε τον Θεό με την ομολογία αυτή και είπε: “Πραγματικά αυτός ο άνθρωπος ήταν δίκαιος και ήταν αληθινό αυτό που έλεγε ότι είναι ο Υιός του Θεού”. Αλλά και όλα τα πλήθη του λαού που είχαν μαζευτεί εκεί από περιέργεια για να δουν το θέαμα αυτό της θανατικής εκτελέσεως, όταν είδαν αυτά που έγιναν, γύριζαν πίσω στην πόλη χτυπώντας τα στήθη τους, για να εκδηλώσουν έτσι τη λύπη τους και τη μετάνοιά τους)».

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 

ΠΗΓΕΣ:
 
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΘ΄(επιλεγμένα απόσπασματα), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 375-381 αντίστοιχα.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ. 176-177 και σελ.190-193:
Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία,εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

Η Ευλογία μιας ευχής

Σ
την καθημερινότητα μας χαιρετώντας ή αποχαιρετώντας τον συνάνθρωπο μας δίνουμε ευχές ευτυχίας, υγείας , χαράς και ευδαιμονίας εκατέρωθεν. Τι κρύβεται όμως πίσω από μια τόσο απλή ευχή; 
 
Στην καθημερινότητά μας λέμε συνεχώς ευχές, σχεδόν χωρίς να το σκεφτόμαστε. «Καλημέρα», «καλή δύναμη», «καλή επιτυχία», «να είσαι καλά». Είναι τόσο συνηθισμένες φράσεις που πολλές φορές τις λέμε μηχανικά. Κι όμως, αν σταθούμε λίγο να το σκεφτούμε, αυτές οι απλές λέξεις έχουν πολύ μεγαλύτερο βάθος απ’ όσο φαίνεται.  
 
Οι ευχές δεν είναι απλώς τρόπος ευγένειας. Είναι ένας τρόπος να δείξουμε ότι νοιαζόμαστε για τον συνάνθρωπο καθώς και τη σωματική και ψυχική του υγεία. Όταν λες σε κάποιον «να σου πάνε όλα καλά», στην ουσία του δίνεις λίγη από τη θετική σου σκέψη. Είναι σαν να του λες «είμαι μαζί σου, έστω και με αυτόν τον μικρό τρόπο». 
 
Πολλές από τις ευχές που χρησιμοποιούμε έχουν και μια πιο πνευματική, ακόμα και θρησκευτική πλευρά. Εκφράσεις όπως «O Θεός μαζί σου» ή «να σε έχει καλά ο Θεός» δεν είναι απλά λόγια. Είναι σαν μικρές προσευχές. Μπορεί να μην το συνειδητοποιούμε κάθε φορά, αλλά μέσα από αυτές αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εμάς, που μπορεί να βοηθήσει, να προστατεύσει ή να δώσει δύναμη. 
 
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον, ότι η πίστη δεν φαίνεται μόνο στις μεγάλες στιγμές ή στις επίσημες προσευχές, αλλά και σε κάτι τόσο απλό όσο μια ευχή. Δηλαδή, ακόμα κι αν δεν το σκεφτόμαστε, βάζουμε λίγο «Θεό» μέσα στην καθημερινότητά μας μέσα από τις λέξεις που λέμε. Και το ωραίο, είναι ότι δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια. Δεν χρειάζεται να είσαι σε Εκκλησία ή σε κάποιον ιδιαίτερο χώρο. Μπορείς να πεις μια ευχή στον φίλο σου, στον συνάδελφο, στην οικογένειά σου ή ακόμα και σε έναν άγνωστο. Και αυτή η μικρή φράση μπορεί να κάνει διαφορά. 
 
Ζούμε σε μια εποχή που όλα τρέχουν. Πολλές φορές δεν έχουμε χρόνο να πούμε πολλά ή να δείξουμε πόσο νοιαζόμαστε. Εκεί μπαίνουν οι ευχές. Είναι μικρές, γρήγορες, αλλά έχουν νόημα. Μπορούν να φτιάξουν τη διάθεση κάποιου ή να του δώσουν λίγη δύναμη σε μια δύσκολη μέρα. 
 
Επίσης, υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο σε όλο αυτό. Όταν δίνεις μια ευχή, στην ουσία δίνεις κάτι από εσένα. Και όταν παίρνεις μια ευχή, νιώθεις ότι κάποιος σε σκέφτεται. Αυτή η απλή ανταλλαγή δημιουργεί μια σύνδεση, ακόμα κι αν είναι στιγμιαία. 
 
Από μια πιο θρησκευτική οπτική, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε καλή ευχή είναι σαν μια μικρή ευλογία, μια μικρή προσευχή για τον συνάνθρωπο. Δεν χρειάζεται να γίνει κάτι επίσημο ή «ιερό» για να υπάρξει αυτή η αίσθηση. Η ίδια η καθημερινότητα μπορεί να γίνει πιο ζεστή και πιο ουσιαστική μέσα από αυτές τις απλές λέξεις.
 
Ίσως τελικά οι ευχές να είναι ένας τρόπος να φέρνουμε κάτι καλό στη ζωή των άλλων, χωρίς κόπο. Να δίνουμε λίγη ελπίδα, λίγη θετική ενέργεια, λίγη πίστη. Και αυτό είναι κάτι που όλοι χρειαζόμαστε.Οπότε την επόμενη φορά που θα πεις «Καλημέρα» ή «Ο Θεός μαζί σου», σκέψου ότι δεν είναι απλά μια φράση. Είναι κάτι μικρό, αλλά σημαντικό. Κάτι που μπορεί να φτιάξει τη μέρα κάποιου, ίσως και τη δική σου.
 

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

[Υπομνηματισμός στα εδάφια Ματθ.27, 24-44]

«Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος παραλαβόντες τὸν ᾿Ιησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον συνήγαγον ἐπ᾿ αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν· καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην, καὶ πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον ἐπὶ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων (:Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα, αφού πήραν τον Ιησού και Τον οδήγησαν στην εσωτερική αυλή του παλατιού, όπου έμενε ο επίτροπος της Ρώμης, μάζεψαν τριγύρω Του όλη τη φρουρά. Και αφού Τον έγδυσαν, επειδή ήθελαν να διακωμωδήσουν τις βασιλικές Του αξιώσεις, Τον έντυσαν με κόκκινο μανδύα. Επιπλέον, έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν πάνω στο κεφάλι Του αντί για στέμμα, και στο δεξί Του χέρι Τού έδωσαν ένα καλάμι αντί για βασιλικό σκήπτρο. Κι αφού γονάτισαν μπροστά Του, Τον ενέπαιζαν και Του έλεγαν: “Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων”)» [Ματθ.27,27-29].

Σαν από κάποιο σύνθημα χόρευε σε όλους ο διάβολος. Διότι ότι έστω οι Ιουδαίοι κατακυριευμένοι από φθόνο και κακεντρέχεια φέρονταν προς Aυτόν με απρέπεια και βιαιότητα, οι στρατιώτες όμως από πού και για ποια αιτία; Δεν είναι ολοφάνερο ότι τότε ο διάβολος ήταν εκείνος ο οποίος είχε εμβάλει σε όλους με βακχική μανία; Γι’ αυτό και διασκέδαζαν με τις ύβρεις που απηύθυναν οι άγριοι και απάνθρωποι. Διότι έπρεπε να ντραπούν, έπρεπε να δακρύσουν, όπως έκανε το πλήθος, ενώ αυτοί όχι μόνο αυτό δεν έκαναν, αλλά αντιθέτως έβριζαν και χοροπηδούσαν, ίσως για να ευχαριστήσουν τους Ιουδαίους, ή προβαίνοντας σε όλα αυτά από τον δικό τους κακότροπο χαρακτήρα. Και οι ύβρεις τους ήταν πολλές και διάφορες. Διότι άλλοτε μεν εξευτέλιζαν την θεϊκή εκείνη κεφαλή, άλλοτε την μεταχειρίζονταν υβριστικά με το ακάνθινο στεφάνι, άλλοτε την κτυπούσαν με το καλάμι, άνδρες αχρείοι και δολοφόνοι.

Ποιoν λόγο λοιπόν μπορούμε να κάνουμε εμείς όταν οδηγούμαστε σε εξευτελισμούς, ύστερα από αυτά που υπέστη ο Χριστός; Διότι αυτό που έγινε ήταν το έσχατο όριο εξευτελισμού. Δεν εξευτελιζόταν, βλέπετε, ένα μέλος, αλλά ολόκληρο το σώμα και καθ’ ολοκληρίαν· η κεφαλή με το στεφάνι, το καλάμι και τους κολαφισμούς· το πρόσωπο, το οποίο υφίσταται εμπτύσματα· οι σιαγόνες οι οποίες ραπίζονταν· ολόκληρο το σώμα με τις μαστιγώσεις, με την ένδυση της χλαμύδας και με την προσποιητή προσκύνηση· το χέρι με το καλάμι, το οποίο το έδωσαν να κρατάει αντί σκήπτρου· το στόμα πάλι με την προσφορά του ξυδιού.

Τι θα μπορούσε να αποδειχθεί φοβερότερο από αυτά; Τι περισσότερο ταπεινωτικό; Διότι αυτά που έχουν γίνει υπερβαίνουν κάθε περιγραφή. Έκαναν τα πάντα σαν να φοβόντουσαν μήπως δώσουν την εντύπωση ότι παραλείπουν κάτι από την παράτολμη πράξη τους, αφού φόνευσαν τους μεν προφήτες με τα ίδια τους τα χέρια, Αυτόν δε με δικαστική απόφαση και από τον εαυτό τους και από τον Πιλάτο λέγοντας: «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν (:Η ενοχή και η ευθύνη για το χύσιμο του αίματός του ας πέσει πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας)» [Ματθ. 27,25] και χοροπηδούν και φέρονται υβριστικά οι ίδιοι, δένοντας και οδηγώντας τον Ιησού· και γίνονται αίτιοι των ύβρεων των στρατιωτών· και Τον καρφώνουν στον σταυρό και βλασφημούν και φτύνουν και διακωμωδούν· διότι τίποτα δεν πρόσφερε εδώ ο Πιλάτος, αλλά όλα τα έκαναν αυτοί. Έγιναν και κατήγοροι και δικαστές και δήμιοι και όλα.

Και αυτά αναγιγνώσκονται από εμάς όταν είναι όλοι συγκεντρωμένοι. Διότι για να μην λένε οι εθνικοί, ότι τα μεν ωραία και εξαίρετα, όπως είναι τα σημεία και τα θαύματα, τα επιδεικνύουμε στα πλήθη και τους λαούς, αυτά δε τα υβριστικά τα αποκρύπτουμε, κανόνισε η Χάρη του Αγίου Πνεύματος να αναγιγνώσκονται όλα αυτά στην πάνδημο εορτή, όταν είναι παρόντες μεγάλο πλήθος ανδρών και γυναικών και γενικά όλοι κατά την μεγάλη νύχτα του Πάσχα. Όταν είναι παρούσα ολόκληρη η οικουμένη, τότε αυτά διακηρύσσονται με δυνατή φωνή. Και μολονότι αυτά αναγιγνώσκονται και γίνονται σε όλους γνωστά, ο Χριστός πιστεύεται ότι είναι Θεός και μαζί με όλα τα άλλα, προσκυνείται και για αυτά, επειδή καταδέχθηκε να ταπεινωθεί τόσο πολύ προς χάρη μας, ώστε να υποστεί και αυτά, για να μας διδάξει όλη την αρετή.

Αυτά λοιπόν τα γνωρίζουμε πάντοτε, διότι είναι πολύ μεγάλο το κέρδος και η ωφέλεια από αυτά. Διότι όταν τον βλέπεις να περιπαίζεται και με χειρονομίες και με πράξεις και να προσκυνείται με τόση γελοιοποίηση και να ραπίζεται και να υφίσταται τα χείριστα, και μονόλιθος εάν είσαι, θα γίνεις πιο μαλακός από κάθε κερί και θα βγάλεις από την ψυχή κάθε ερεθισμό.

Άκου λοιπόν και τα παρακάτω. Όταν Τον ενέπαιξαν, «ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι (:τον οδήγησαν για να Τον σταυρώσουν)», λέει, και αφού Τον γύμνωσαν, πήραν τα ενδύματά Του και κάθισαν περιμένοντας πότε θα εκπνεύσει. Και μοιράζονται τα ενδύματα Του, πράγμα που γίνεται στους πολύ ευτελείς και εγκαταλελειμμένους καταδίκους, οι οποίοι δεν έχουν κανένα και ζουν τελείως έρημοι. Μοίραζαν τα ενδύματα με τα οποία τόσο μεγάλα θαύματα είχαν γίνει. Αλλά τίποτα δεν έκανε τότε, αν και ο Χριστός κατείχε την μυστική δύναμη. Δεν ήταν δε και αυτό μικρό δείγμα μέθης. Διότι αποτολμούσαν τα πάντα σαν να πρόκειται περί άτιμου και εγκαταλελειμμένου, όπως είπα, και του πλέον ευτελούς. Στους ληστές λοιπόν τίποτα τέτοιο δεν έκαναν, ενώ στον Χριστό τα αποτόλμησαν όλα. Και Τον σταύρωσαν ανάμεσα σε αυτούς για να συνδεθεί με την φήμη εκείνων.

«Καί ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον(:του έδωσαν να πιεί ξίδι ανακατεμένο με χολή)»[Ματθ.27,34], και αυτό για να Τον περιπαίξουν· Εκείνος όμως δεν το θέλησε. Άλλος δε ευαγγελιστής λέει ότι αφού το γεύθηκε είπε: «Τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα (:’’Όλα πια έχουν τελειώσει. Οι προφητείες όλες ολοκληρώθηκαν, και το έργο μου πήρε αίσιο τέλος. Όλα όσα έπρεπε να πάθω τελείωσαν, και η σωτηρία των ανθρώπων εξασφαλίσθηκε πλήρως’’. Και αφού άφησε μόνος Του το κεφάλι Του να γείρει προς τα κάτω, παρέδωσε εξουσιαστικά την ψυχή Του στον Πατέρα του, όταν Αυτός θέλησε)»[Ιω. 19,30]. Και τι σημαίνει «τετέλεσται»; Ότι εκπληρώθηκε η περί Αυτού προφητεία, η οποία λέει: «Καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος (: Και όταν ζήτησα να φάω και να πιω κάτι, μου έδωσαν αντί φαγητού χολή και αντί ύδατος, όταν διψούσα, με πότισαν ξίδι)» [Ψαλμ. 68,22]. Ούτε αυτός όμως ο ευαγγελιστής δείχνει ότι ήπιε· διότι δεν διαφέρει σε τίποτε το ότι απλώς γεύθηκε από το ότι δεν ήπιε, αλλά σημαίνει ένα και αυτό το πράγμα.

Αλλά όμως ούτε εδώ δεν σταματούν οι παρανοϊκές ενέργειές τους, αλλά αφού Τον γύμνωσαν και Τον σταύρωσαν και του πρόσφεραν ξύδι, προχωρούν περαιτέρω, και καθώς Τον βλέπουν καρφωμένο πάνω στον σταυρό, Τον χλευάζουν και αυτοί και οι διερχόμενοι· αυτά ήταν χειρότερα από όλα, το ότι αυτά τα έπασχε με τη δικαιολογία ότι είναι πλάνος και απατεώνας και ως υπερόπτης, ο οποίος αλόγιστα υπερηφανεύονταν για όσα έλεγε. Γι’ αυτό και Τον σταύρωσαν δημοσίως για να Τον διαπομπεύσουν υπό τα μάτια όλων· γι’ αυτό και Τον σταύρωσαν με τα στρατιωτικά χέρια, για να παρατείνουν τις παρανοϊκές ενέργειές τους, αποτολμώντας αυτά και σε δημόσιο δικαστήριο.

Αν και ποιον δεν θα έκανε να λυγίσει ο όχλος που Τον ακολουθεί και θρηνεί; Όχι όμως και τα θηρία αυτά. Γι’ αυτό μεν και Αυτός, εκείνους μεν τους θεωρεί άξιους αποκρίσεως, ενώ αυτούς όχι. Διότι αφού έκαναν ό,τι ήθελαν, σπεύδουν να μολύνουν και τη φήμη Του, επειδή φοβούνταν την ανάσταση. Γι’ αυτό τα λένε αυτά δημοσίως και γι’ αυτό σταύρωσαν μαζί τους και τους ληστές, θέλοντας δε να δείξουν ότι είναι απατεώνας, έλεγαν: «Ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν! σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ (:Εσύ που θα γκρέμιζες τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον ξαναέκτιζες, σώσε τώρα τον εαυτό σου. Εάν είσαι Υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρό)» [Ματθ.27,40]. Διότι επειδή δεν εισακούσθηκαν όταν είπαν στον Πιλάτο να σβήσει την αιτία της σταυρώσεως (η οποία ήταν το ότι έβαλε να γράψουν το «ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων»), και εκείνος αρνήθηκε λέγοντας: «ὃ γέγραφα, γέγραφα(:Ό,τι έγραψα, το έγραψα πλέον. Δεν το ξεγράφω)», προσπαθούσαν με τους χλευασμούς να δείξουν ότι δεν είναι βασιλιάς. Γι’ αυτό έλεγαν τα προηγούμενα, αλλά και τα εξής: «Εἰ βασιλεὺς ᾿Ισραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ(:εάν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, του ευλογημένου δηλαδή λαού του Θεού, ας κατεβεί απ’ τον σταυρό και θα τον πιστέψουμε)», και, «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι (:Άλλους έσωσε με τα αγύρτικά του θαύματα˙ τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει)», και «πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν, ῥυσάσθω νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός (:Έχει στηρίξει τις ελπίδες του και την πεποίθησή του στον Θεό. Ας τον γλυτώσει λοιπόν τώρα, εάν πράγματι τον θέλει ο Θεός· διότι είπε ότι ‘’είμαι Θεού υιός’’)» [Ματθ.27,43].

Βδελυροί και αχρειότατοι! Γιατί τάχα; Οι προφήτες δεν ήταν προφήτες ούτε οι δίκαιοι δίκαιοι, επειδή δεν τους ανάρπαζε από τους κινδύνους ο Θεός; Και βέβαια ήταν και όταν υφίσταντο αυτά. Τι μπορούσε λοιπόν να γίνει ισάξιο της μωρίας σας; Διότι αν η πρόκληση επικίνδυνων περιστάσεων δεν μόλυνε τη φήμη εκείνων, αλλά παρέμεναν προφήτες και όταν έπασχαν, πολύ περισσότερο δεν έπρεπε να σκανδαλιστείτε στην περίπτωση Αυτού με όσα έκανε και είπε, ανασκευάζοντας διαρκώς την γνώμη σας.

Αλλά όμως και με αυτά που λέγονταν και γίνονταν δεν κατόρθωσαν τίποτα, ούτε εκείνο τον καιρό. Έτσι εκείνος που κυριολεκτικά είχε σαπίσει μες στην πονηριά και είχε καταναλώσει ολόκληρο τον βίο του σε φόνους και ληστείες, ακριβώς όταν λέγονταν αυτά, τότε Τον ομολόγησε Θεό και θυμήθηκε την βασιλεία. Και το πλήθος Τον θρηνεί με οδυρμούς, αν και φαινόταν ότι όσα γίνονταν θα επιβεβαίωναν, αντίθετα σε εκείνους οι οποίοι δεν γνωρίζουν την ενέργεια του μυστηρίου, ότι ήταν αδύνατος και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα· και όμως η αλήθεια και για τους αντίθετους επικράτησε.

Ακούγοντας λοιπόν αυτά, ας οπλίζουμε τους εαυτούς μας εναντίον κάθε θυμού και οργής. Και αν ακόμα δεις την καρδιά σου να φλογίζεται, σφράγισε το στήθος σου τοποθετώντας πάνω τον σταυρό· θυμήσου κάτι από εκείνα που συνέβησαν τότε και σαν σκόνη θα αποβάλλεις κάθε θυμό με την ανάμνηση των όσων είχαν γίνει. Σκέψου τα λόγια και τις ενέργειες· σκέψου ότι Εκείνος ήταν Δεσπότης, ενώ εσύ είσαι δούλος· ότι Εκείνος έπασχε προς χάρη σου, ενώ εσύ για τον εαυτό σου· εκείνος χάριν αυτών που είχαν ευεργετηθεί και Τον σταύρωσαν, ενώ εσύ για τον εαυτό σου· Εκείνος χάριν αυτών που Τον έβρισαν, ενώ εσύ πολλές φορές από αυτούς που έχουν αδικηθεί· Εκείνος έπαθε υπό τα μάτια ολόκληρης της πόλης, ή μάλλον όλου του πλήθους των Ιουδαίων, και των ξένων και των ντόπιων, προς τους οποίους είχε απευθύνει τα φιλάνθρωπα λόγια Του, ενώ εσύ ενώπιον λίγων· και το ακόμη χειρότερο, ότι Τον εγκατέλειψαν και οι μαθητές Του· διότι εκείνοι μεν οι οποίοι προηγουμένως Τον σέβονταν, αποσκίρτησαν, ενώ οι εχθροί και πολέμιοί Του, αφού Τον παρέλαβαν καρφωμένο στο μέσο, Τον έβριζαν, Τον βλασφημούσαν, Τον διακωμωδούσαν, Τον περιέπαιζαν, Τον χλεύαζαν· από κάτω Ιουδαίοι και στρατιώτες· από πάνω και από τις δύο πλευρές, ληστές· διότι και οι δύο ληστές Τον έβριζαν και Τον περιέπαιζαν.

Πώς λοιπόν ο Λουκάς λέει ότι Τον επιτιμά ο ένας ληστής μονάχα; «Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς(:Στο μεταξύ ένας από τους κακούργους που κρεμάστηκαν στο σταυρό τον χλεύαζε με βλασφημίες και του έλεγε: ‘’Εάν εσύ είσαι ο Χριστός, σώσε τον εαυτό σου κι εμάς’’)»[Λουκάς 23,39] Και τα δύο έγιναν. Διότι στην αρχή Τον χλεύαζαν και οι δύο, κατόπιν όμως όχι. Για να μην νομίζεις δε ότι τα πράγματα έγιναν με κανένα σύνθημα, και ότι ο ληστής παρέμενε ληστής, από την ύβρη σού δείχνει ότι επάνω στον σταυρό ήταν ληστής και εχθρός και ότι μεταμελήθηκε διαμιάς. Σκεπτόμενος λοιπόν όλα αυτά αντιμετώπιζε με καρτερικότητα τις αντιξοότητες. Διότι τι έπαθες από αυτά που υπέστη ο Δεσπότης σου; Βρίστηκες δημοσίως; Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Χλευάζεσαι; Αλλά όχι ολόκληρο το σώμα σου, ούτε με μαστιγώσεις και γυμνός. Εάν πάλι ραπίστηκες, δεν είναι ακριβώς έτσι.

Κάνε μου δε την χάρη να προσέξεις και από ποιους υφίσταται όλα αυτά και γιατί και ποιος, και το ακόμη χειρότερο, ότι ενόσω γίνονταν κανείς δεν διαμαρτυρόταν, κανείς δεν κατέκρινε αυτά που γίνονταν· αντιθέτως μάλιστα όλοι Τον επαινούσαν και Τον χλεύαζαν από κοινού και Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν ως αλαζόνα και απατεώνα και πλάνο και μη δυνατό να αποδείξει έμπρακτα αυτά τα οποία είχε πει. Εκείνος δε σιωπά σε όλα, κατασκευάζοντας για χάρη μας δραστικότατα φάρμακα μακροθυμίας.

Εμείς όμως οι οποίοι ακούμε αυτά, ούτε προς τους δούλους δεν δείχνουμε υπομονή, αλλά τιναζόμαστε και λακτίζουμε περισσότερο από τους άγριους όνους. Για όσα αφορούν εμάς γινόμαστε σκληροί και απάνθρωποι, ενώ για όσα αφορούν τον Θεό δεν δίνουμε πολύ σημασία. Και έναντι των φίλων συμπεριφερόμαστε καθ’ όμοιο τρόπο. Και όταν ακόμα μας λυπήσει κανείς δεν τον ανεχόμαστε. Και αν μας βρίσει, γινόμαστε άγριοι περισσότερο από τα θηρία, εμείς οι οποίοι αναγιγνώσκουμε αυτά καθημερινά. Τον Χριστό ο μαθητής Του, Τον πρόδωσε, οι άλλοι Τον εγκατέλειψαν και έφυγαν, εκείνοι που ευεργετήθηκαν Τον έφτυσαν, ο δούλος του αρχιερέα Τον ράπισε, οι στρατιώτες Τον κολάφιζαν, οι διερχόμενοι Τον κορόιδευαν και Τον βλασφημούσαν, οι ληστές Τον κατηγορούσαν, και σε κανένα δεν απεύθυνε λόγο, αλλά τους αντιμετώπιζε όλους με σιωπή, διδάσκοντας εσένα έμπρακτα, ότι όσο ήρεμα υποφέρεις, τόσο περισσότερο θα νικήσεις όσους σε κακοποιούν και θα εκτιμηθείς από όλους.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 

ΠΗΓΕΣ:
 
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf 
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΖ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 318-331.
Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία,εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

Μεγάλο Σάββατο - Η ταφή του Κυρίου

Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία.
Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν.
 
 
Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στο Πόντιο Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμη ζούσε· και τότε θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη της πρώτης». Αυτά αφού είπαν στον Πόντιο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για ασφάλεια του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά.
 
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β'.
 
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ, εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.

10 Απριλίου 2026

Μεγάλη Παρασκευή: Μέρα ιερή που σαλεύει τα θεμέλια της ψυχής

Βλέποντας τόσο κόσμο να γεμίζει τους δρόμους στην περιφορά του Επιταφίου, κάτι σου λέει μέσα σου ότι τίποτα δεν έχει χαθεί...
 
 
Ημέρα παράδοξη η Μεγάλη Παρασκευή. Βλέπεις ανθρώπους που μπορεί να πατάνε 2-3 φορές το χρόνο στην εκκλησία και να μη ζουν πνευματική ζωή, κι όμως να βουρκώνουν στη θέα του Εσταυρωμένου και του Επιταφίου. Όχι από κάποια αυθυποβολή, όχι από κάποιον στείρο συναισθηματισμό, αλλά από μια πηγαία πληροφορία της ψυχής ότι τούτο το κρίμα δεν έχει άλλο όμοιο στον κόσμο.
 
«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;», πλανιέται η γλυκόλαλη φωνή της Θεοτόκου και η απορία της σαν σύννεφο βαρύ σκιάζει τον άνθρωπο. Χριστέ απορούμε πόσο ταπεινώθηκες, απορούμε πως έπαθες, απορούμε πως καταδέχθηκες θάνατο, απορούμε πώς σε χώρεσε το μνήμα και πως κατέβηκες τη σκάλα του Άδη. Το άφατο μυστήριο σαστίζει τις καλοπροαίρετες καρδιές, ακόμα και αν ζουν τυφλωμένες με κοσμικά «λέπια». Κάτι τους ψιθυρίζει μέσα τους ότι μπροστά σε αυτό το μνήμα υπάρχει αξόδευτος θρήνος, αξόδευτη ευγνωμοσύνη, αξόδευτη αγάπη προς τον Σωτήρα Χριστό. 
 
Και αυτή η επιταγή της ψυχής δεν εξοφλείται ποτέ. Αναζητά να ενωθεί με την ευαγγελική αλήθεια: «ὃς τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτὸς ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ξύλον, ἵνα ταῖς ἁμαρτίαις ἀπογενόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ ζήσωμεν· οὗ τῷ μώλωπι ἰάθητε.» (Α΄ Πέτρου 2:24). Αυτός ο ίδιος βάσταξε τις αμαρτίες μας στο σώμα του πάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να ελευθερωθούμε από τις αμαρτίες και να ζήσουμε για την αρετή. Με το δικό του τραύμα, θεραπευτήκατε. 
 
Ο Χριστός σάλευσε τα θεμέλια του Άδη, και με την ανείπωτη θυσία Του σαλεύει και τα δικά μας εσωτερικά θεμέλια της – ενίοτε – νεκρής μετάνοιάς μας. Τόσα ανθρώπινα πλήθη δεν γεμίζουν τους δρόμους όλης της Ελλάδας μόνο για ένα «έθιμο». Δεν έρχονται απλά «από συνήθεια». Δεν έρχονται μόνο να καταθέσουν ένα μικρό αντίτιμο σεβασμού, για να αναπαύσουν τη συνείδησή τους. Συμβαίνουν και αυτά ως κάποιο βαθμό, αλλά αυτό που «μιλάει» στις καρδιές όλων αυτών των ανθρώπων, ξεφεύγει από τα τυπικά. Είναι το άγιο Βάπτισμα, η υπογραφή του Θεού σε όλες αυτές τις ψυχές που παρακινεί το πλάσμα προς τον Πλαστουργό.
 
Αφού παντού τριγύρω μας πληθαίνει το κακό, μαθαίνει ο οφθαλμός να εστιάζει σε αυτό. Αλλά ας έχουμε το νου μας και στα ελπιδοφόρα. Υπάρχει ακόμα αυτή η σπίθα στον λαό, που ανάβει τις περιφερόμενες λαμπάδες στους Επιτάφιους. Έχουμε μια πανστρατιά αγίων που πρεσβεύουν στον δεσπότη Χριστό για την ταλαίπωρη πατρίδα μας. Το πνευματικό φιλότιμο σκιρτά ακόμα με παλμούς που φαίνονται σε μέρες άγιες, σαν της Μεγάλης Παρασκευής. 
 
Άπνοη μέρα σαν νεκρή η Μεγάλη Παρασκευή, αλλά – τι μυστήριο – φυσά πνοή ελπίδας και Ανάστασης σαν αέρας μυστικός που αργά ή γρήγορα θα φουσκώσει τα πανιά του γένους μας…
 

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ

«῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμὼν λέγων· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ· σὺ λέγεις. καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο (:Ο Ιησούς λοιπόν στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Και ο ηγεμόνας Τον ρώτησε: “Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;” Ο Ιησούς τότε του αποκρίθηκε: “Εσύ λες ότι είμαι βασιλιάς των Ιουδαίων, χωρίς όμως να κατανοείς και τον πνευματικό χαρακτήρα της βασιλείας μου”. Και ενώ Τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, δεν έδωσε καμία απάντηση)» [Ματθ.27,11-12].

Βλέπεις τι εξετάζεται πρώτα; Εκείνο γύρω από το οποίο συνεχώς περιστρέφονταν· διότι όταν είδαν ότι ο Πιλάτος δεν κάνει λόγο για τις νομικές παραβάσεις, στρέφουν την κατηγορία στα δημόσια εγκλήματα. Έτσι έκαναν και για τους αποστόλους προβάλλοντας πάντοτε αυτά και λέγοντας ότι περιφέρονται κηρύσσοντας ως βασιλέα κάποιον Ιησού, μιλώντας για αυτόν σαν να επρόκειτο για κάποιο απλό άνθρωπο, προσάπτοντας σε αυτούς και κάποια υποψία εξέγερσης κατά της εξουσίας. Από αυτό είναι φανερό, ότι και το ότι ξέσκισε τον χιτώνα του και το ότι εξεπλάγησαν ήταν πρόσχημα. Και όλα τα ανακάτευαν και τα διέστρεφαν έτσι, ώστε να τον οδηγήσουν στον θάνατο.

Αυτό λοιπόν ρώτησε τότε και ο Πιλάτος: «Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; (: εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;)». Και τι απάντησε ο Χριστός; «Σὺ λέγεις(:εσύ λες ότι είμαι βασιλιάς των Ιουδαίων, χωρίς όμως να κατανοείς και τον πνευματικό χαρακτήρα της βασιλείας μου”)». Ομολόγησε ότι είναι βασιλιάς, αλλά βασιλιάς ουράνιος˙ αυτό το οποίο και αλλού το έλεγε με περισσότερη σαφήνεια, όταν απαντούσε στον Πιλάτο ότι «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν (:η δική μου βασιλεία δεν προέρχεται από τον κόσμο αυτόν, ούτε στηρίζεται πάνω σε κάποια ανθρώπινη θέληση ή κοσμική δύναμη. Εάν ήταν από τον κόσμο αυτόν η βασιλεία μου, οι υπηρέτες μου θα έκαναν αγώνα για να μην παραδοθώ στους Ιουδαίους. Τώρα όμως βλέπεις κι εσύ ότι η βασιλεία μου δεν προέρχεται από εδώ, όπως οι άλλες βασιλείες του κόσμου αυτού, αλλά από τον ουρανό. Και γι’ αυτό ούτε επιβάλλεται με επανάσταση και πόλεμο, ούτε χρησιμοποιεί τη δύναμη της βίας και των υλικών όπλων)» [Ιω. 18,36], για να μην έχουν δικαιολογία ούτε αυτός, ούτε αυτοί που του απέδιδαν αυτές τις κατηγορίες. Διατυπώνει μάλιστα και συλλογισμό αναντίρρητο λέγοντας ακριβώς τα παραπάνω λόγια. Ακριβώς μάλιστα γι’ αυτόν τον λόγο, για να αποκρούσει αυτήν την υπόνοια ότι ήταν επίγειος βασιλιάς, κατέβαλε και φόρο, και τους άλλους προέτρεπε να καταβάλλουν, και όποτε ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλέα, έφευγε.

«Γιατί λοιπόν δεν τα ανέφερε όλα αυτά», αναρωτιέται ίσως κάποιος, «τότε που κατηγορούνταν ότι επιβουλεύονταν την εξουσία;». Διότι αν και είχε μύριες αποδείξεις της δύναμης και της πραότητας και της ηπιότητάς Του, εν γνώσει τους τυφλώνονταν και κακουργούσαν, και το δικαστήριο ήταν διεφθαρμένο. Γι΄ αυτά ακριβώς δεν απαντά σε τίποτε, αλλά σιωπά ή αποκρίνεται σε λίγα, για να μην θεωρηθεί αυθάδης από τη συνεχή σιωπή, όπως όταν Τον όρκισε ο αρχιερέας και Τον ρώτησε ο ηγεμόνας· προς τις κατηγορίες όμως αυτών τίποτε πλέον δεν λέει· διότι δεν επρόκειτο να τους πείσει. Όπως και ο προφήτης εκφράζοντας αυτό άνωθεν, έλεγε: «ἐν τῇ ταπεινώσει ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον (:μέσα στην ταπείνωση και τον εξευτελισμό, όπου βυθίστηκε, παραγνωρίστηκε και καταπατήθηκε το δίκαιό Του εν τη κρίσει. Ύστερα λοιπόν από τα παθήματά Του και τον άδικο θάνατο Του, ποιος θα υπάρξει και ποιος θα τολμήσει να διηγηθεί την γενεά Αυτού; Διότι αφαιρέθηκε βίαια και άδικα από τη γη η ζωή Αυτού. Αλλά οδηγήθηκε σε θάνατο εξαιτίας των αμαρτιών του λαού μου)»[Ησ. 53,8].

Για όλα αυτά ο ηγεμόνας απορούσε· διότι πράγματι ήταν άξιο θαυμασμού να βλέπει να επιδεικνύει τόση ηπιότητα και να σιωπά, Αυτός που έχει να πει άπειρα. Άλλωστε ούτε εκείνοι Τον κατηγορούσαν επειδή γνώριζαν κάτι πονηρό σε βάρος Του, παρά μόνο από κακολογία και φθόνο. Όταν λοιπόν βρήκαν ψευδομάρτυρες, διότι όταν δεν είχαν να πουν τίποτα, επέμεναν ακόμη, και γιατί, αφού είδαν ότι ο Ιούδας απέπνευσε, δεν συγκινήθηκαν, καθώς και όταν ο Πιλάτος ένιψε τα χέρια του; Διότι πολλά είχε κάνει ο Κύριος κατά τον προηγούμενο καιρό για να ανανήψουν και να συνέλθουν, αλλά με κανένα από αυτά δεν έγιναν καλύτεροι.

Τι λέγει λοιπόν ο Πιλάτος; «Οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι; (:Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;)»[Ματθ.27,13]· διότι ήθελε να απαλλαγεί αφού απολογηθεί, για αυτό τα είπε αυτά. Επειδή όμως ο Ιησούς δεν απάντησε, επινόησε και κάτι άλλο. Ποιο λοιπόν είναι αυτό; Υπήρχε συνήθεια σε αυτούς να απελευθερώνουν έναν από τους καταδίκους, και με αυτήν επιχείρησε να Τον γλυτώσει. «Διότι εάν δεν θέλετε», λέει, «να τον αφήσετε ελεύθερο ως αθώο, έστω και ως κατάδικο χαρίστε του τη ζωή λόγω της εορτής».

Βλέπεις πώς αναστράφηκε η κατάσταση; Διότι η μεν αίτηση υπέρ των καταδίκων ήταν συνήθεια να γίνεται από τον λαό, ενώ η απόλυση από τον άρχοντα · ενώ τώρα έγινε το αντίθετο και ο άρχοντας κάνει αίτηση στον λαό, και ούτε έτσι γίνονται ήμεροι, αλλά εξαγριώνονται περισσότερο και Τον φονεύουν από το πάθος βακχικής μανίας· διότι δεν είχαν με τι να Τον κατηγορήσουν, παρά το γεγονός ότι Εκείνος σιωπούσε, αλλά ελέγχονταν και με τη σιωπή από την κατάχρηση των δικαιωμάτων τους, και ενώ σιωπούσε, νικούσε αυτούς οι οποίοι έλεγαν μύρια και εμαίνοντο.

«Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ λέγουσα· μηδὲν σοὶ καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ᾿ ὄναρ δι᾿ αὐτόν (:και ενώ καθόταν στη δικαστική του έδρα, η γυναίκα του τού έστειλε αυτό το μήνυμα: “Μην αναλάβεις ευθύνες για τον δίκαιο αυτόν άνθρωπο και μην κάνεις τίποτε εναντίον αυτού του αθώου· διότι εξαιτίας του πολλές ανησυχίες και φόβους είχα σήμερα στο όνειρό μου”)» [Ματθ.27,19]. Κοίταξε τι συνέβη πάλι ικανό να τους επαναφέρει όλους· διότι μετά από την εκ των πραγμάτων απόδειξη, και το όνειρο δεν ήταν μικρής σημασίας. Και για ποιο λόγο δεν βλέπει το όνειρο ο ίδιος ο Πιλάτος αλλά η γυναίκα του; Ή διότι εκείνη ήταν περισσότερο άξια, ή διότι εάν το έβλεπε αυτός, δεν θα γινόταν πιστευτός όπως εκείνη ή δεν θα το αποκάλυπτε. Γι΄ αυτό οικονομείται να το δει η γυναίκα, για να γίνει γνωστό σε όλους. Και όχι μόνο βλέπει το όνειρο, αλλά και υποφέρει πολλά, ώστε και από την συμπάθειά του προς την γυναίκα να γίνει πιο διστακτικός ο άντρας της σχετικά με τον φόνο του δικαίου.

Αλλά και ο καιρός δεν συνέβαλε λίγο· διότι το είδε κατά τη διάρκεια της νυκτός. «Αλλά δεν ήταν γι’ αυτόν ακίνδυνο», θα ισχυριζόταν ίσως κάποιος, «να Τον αφήσει ελεύθερο, επειδή είπαν ότι ο Ιησούς ανακήρυττε τον εαυτό του βασιλέα». Έπρεπε λοιπόν να ζητήσει να βρει από τη δράση του Ιησού αποδείξεις και επιχειρήματα και όσα άλλα αποτελούν τεκμήρια της επίγειας εξουσίας· εάν συνάθροιζε στρατιώτες, εάν συγκέντρωνε χρήματα, εάν κατασκεύαζε όπλα, εάν επιχειρούσε τίποτε άλλο σχετικό· ενώ αυτός απλά αποσύρεται. Γι’ αυτό ούτε αυτόν θεωρεί ο Χριστός απαλλαγμένο της ευθύνης, λέγοντας: «ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει (:ο Καϊάφας και το συνέδριο των Ιουδαίων έχουν μεγαλύτερη αμαρτία από σένα· διότι αυτοί με παρέδωσαν σε σένα από φθόνο κα μίσος και σε πιέζουν να με καταδικάσεις. Κι εσύ τώρα, επειδή τους φοβάσαι, κάνεις κατάχρηση της εξουσίας σου)»[Ιω. 19,11]. Ώστε η συγχώρηση και η μετά από τη μαστίγωση παράδοση στους Ιουδαίους ήταν ενέργειες αδυναμίας.

Ο Πιλάτος μεν λοιπόν αποδείχθηκε άνανδρος και ασθενικού χαρακτήρα, ενώ οι αρχιερείς πονηροί και κακούργοι· διότι όταν επινόησε κάποια δικαιολογία, τον νόμο της εορτής, ο οποίος όριζε να ελευθερώνουν έναν κατάδικο, τι μηχανεύονται; «Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ ᾿Ιησοῦν ἀπολέσωσιν(:οι αρχιερείς όμως και οι πρεσβύτεροι έπεισαν στο μεταξύ τα πλήθη του λαού να ζητήσουν να ελευθερωθεί ο Βαραββάς, ενώ ο Ιησούς να θανατωθεί)»[Ματθ.27,20].

Βλέπεις πόση φροντίδα λαμβάνει Εκείνος για να τους απαλλάξει από το έγκλημα, και πόση προσπάθεια καταβάλλουν αυτοί, ώστε να μην αφήσουν ούτε ίχνος δικαιολογίας για τους εαυτούς τους; Διότι τι έπρεπε να γίνει; Να αφεθεί ελεύθερος ο αποδεδειγμένος ληστής ή ο αμφισβητούμενος; Διότι εάν έπρεπε να αφήνονται ελεύθεροι οι κατηγορούμενοι για αποδεδειγμένα εγκλήματα, πολύ περισσότερο έπρεπε να αφήνονται όσοι κατηγορούνται με αμφιβολία· διότι βέβαια δεν εθεωρείτο ότι Αυτός ήταν χειρότερος από τους αποδεδειγμένους δολοφόνους. Γι’ αυτό άλλωστε δεν είπε απλώς «είχαν κάποιον ληστή», αλλά «δέσμιον ἐπίσημον (: έναν φυλακισμένο ξακουστό για τα εγκλήματά του)», δηλαδή περιβόητο σε κακία, ο οποίος είχε κάνει άπειρους φόνους.

Αλλά όμως και εκείνον τον προτίμησαν να τον απελευθερώσουν παρά τον Σωτήρα της οικουμένης και ούτε την περίοδο του Πάσχα σεβάστηκαν η οποία ήταν άγια, ούτε τους νόμους της φιλανθρωπίας, ούτε τίποτε άλλο από αυτά · αλλά τους αποτύφλωσε τελείως ο φθόνος. Και μαζί με τη δική τους κακία διαφθείρουν και τον λαό, για να υποστούν την εσχάτη των ποινών, εξαιτίας της απάτης εκείνων.

Όταν λοιπόν ζήτησαν τον Βαραββά να απελευθερώσει, ο Πιλάτος τότε λέει: «τί οὖν ποιήσω ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; (:Τι λοιπόν να τον κάνω τον Ιησού, που λέγεται Χριστός;)»[Ματθ.27,22]. Και με αυτό ήθελε πάλι να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη, με το να τους κάνει υπεύθυνους της προτίμησής τους, με τρόπο ώστε έστω και από ντροπή να ζητήσουν την απελευθέρωση του Χριστού και το παν να γίνει από τη φιλοτιμία τους· διότι με το «δεν αμάρτησε», που είπε, τους έκανε περισσότερο να πεισμώσουν· ενώ η αξίωσή του να σωθεί ο Χριστός από φιλανθρωπία, προδίκαζε αναντιρρήτως την πειθώ και την αίτηση για απελευθέρωση.

Αυτοί όμως και πάλι όλοι έλεγαν: «Σταυρωθήτω (:Να σταυρωθεί)». ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη· τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω (:Ο ηγεμόνας όμως ρώτησε: “Μα γιατί; Ποιο κακό έκανε;” Αυτοί όμως περισσότερο κραύγαζαν κι έλεγαν: “Να σταυρωθεί”). ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε (:Σαν είδε λοιπόν ο Πιλάτος ότι δεν πετύχαινε τίποτε, αλλά αντίθετα γινόταν μεγαλύτερη αναστάτωση, πήρε νερό κι ένιψε καλά τα χέρια του μπροστά στο πλήθος και είπε: “Είμαι αθώος απ’ το αίμα αυτού του δικαίου ανθρώπου. Σε σας θα πέσει η ευθύνη κι εσείς θα φροντίσετε να απαλλαγείτε απ’ την ενοχή για το άδικο αυτό”)» [Ματθ.27,23-24].

Γιατί λοιπόν Τον παραδίδεις, Πιλάτε; Γιατί δεν Τον άρπαξες όπως ο εκατόνταρχος τον Παύλο; [βλ. Πράξ. 23,10: «Πολλῆς δὲ γενομένης στάσεως εὐλαβηθεὶς ὁ χιλίαρχος μὴ διασπασθῇ ὁ Παῦλος ὑπ᾿ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ στράτευμα καταβῆναι καὶ ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν ἄγειν τε εἰς τὴν παρεμβολήν (:Και επειδή δημιουργήθηκε μεγάλη αναστάτωση, ο χιλίαρχος φοβήθηκε μήπως τον κομματιάσουν τον Παύλο. Γι’ αυτό διέταξε τους στρατιώτες του να κατεβούν και να τον αρπάξουν από ανάμεσά τους και να τον οδηγήσουν στο στρατόπεδο)»[Πράξ. 23,10]· διότι και εκείνος γνώριζε να χαρίζεται στους Ιουδαίους, και έγινε στάση και θόρυβος γι’ αυτόν, αλλά όμως αντιστάθηκε προς όλα αυτά. Αυτός όμως όχι, αλλά αποδείχθηκε άνανδρος και πολύ ασθενικού χαρακτήρα, και καταστρέφονταν όλοι μαζί· διότι ούτε αυτός αντέδρασε προς το πλήθος, ούτε το πλήθος προς τους Ιουδαίους · και από παντού η δικαιολογία τους ανατράπηκε, διότι «περισσῶς ἔκραζον (:περισσότερο κραύγαζαν)», δηλαδή φώναζαν περισσότερο και πιο επίμονα «να σταυρωθεί»· διότι δεν ήθελαν μόνο να Τον φονεύσουν, αλλά και με πονηρή δικαιολογία και, επειδή ο δικάζων είχε αντίρρηση, επέμεναν φωνάζοντας τα ίδια.

Είδες πόσα έκανε ο Χριστός για να τους κερδίσει και πάλι; Διότι όπως αναχαίτιζε τον Ιούδα πολλές φορές, έτσι και αυτούς τους ανέκοπτε, και με ολόκληρο το Ευαγγέλιο και κατά την περίοδο της δίκης· διότι όταν είδαν τον άρχοντα και δικαστή να νίπτει τα χέρια και να λέγει «ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου (:είμαι αθώος απ’ το αίμα αυτού του δικαίου ανθρώπου)», έπρεπε να συγκινηθούν και από τα λόγια και από την πράξη· και όταν είδαν τον Ιούδα που απαγχονίστηκε, και όταν ο Πιλάτος παρακαλούσε να πάρουν άλλον αντί αυτού· διότι όταν ο κατήγορος και προδότης καταδικάζει τον εαυτό του, και ο δικαστής απεκδύεται την ευθύνη του εγκλήματος, και εμφανίζεται τέτοιο όνειρο κατά την ίδια νύχτα, και ζητεί την απαλλαγή Του ως καταδίκου, ποια δικαιολογία θα έχουν; Διότι εάν δεν ήθελαν να είναι αθώος, δεν έπρεπε όμως να προτιμήσουν αντί Αυτού έναν ληστή, αυτόν που ήταν αποδεδειγμένος και πολύ διαβόητος για τα εγκλήματά του.

Τι κάνουν λοιπόν εκείνοι; Όταν είδαν τον δικαστή να νίπτει τα χέρια και να λέει « είμαι αθώος από το αίμα του δικαίου αυτού ανθρώπου», φώναζαν «τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν (:η ενοχή και η ευθύνη για το χύσιμο του αίματός του ας πέσει πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας)» [Ματθ.27,25]. Τότε ακριβώς λοιπόν, όταν εξέδωσαν εναντίον τους δικαστική απόφαση, επέτρεψε να γίνουν όλα αυτά. Και κοίταξε και εδώ την μεγάλη παραφροσύνη· διότι τέτοια είναι η βία και η πονηρή επιθυμία · δεν αφήνει να δουν τίποτα από όσα πρέπει· διότι έστω· καταταράσσετε τους εαυτούς σας · γιατί επεκτείνετε την κατάρα και στα παιδιά σας;

Αλλά όμως ο φιλάνθρωπος Θεός, αν και χρησιμοποίησαν τόση μανία και εναντίον των εαυτών τους και εναντίον των παιδιών τους, δεν επικύρωσε την απόφασή τους όχι μόνο σε βάρος των παιδιών, αλλά και σε βάρος αυτών, αλλά αντιθέτως και από αυτούς και από εκείνα δέχθηκε όσους μετανόησαν και τους αξίωσε απείρων αγαθών· διότι και ο Παύλος από αυτούς ήταν και οι μυριάδες εκείνων που πίστευαν στα Ιεροσόλυμα(διότι λέει: «οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν Κύριον, εἶπόν τε αὐτῷ· θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶν Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων, καὶ πάντες ζηλωταὶ τοῦ νόμου ὑπάρχουσι(:αυτοί, όταν τα άκουσαν, δόξαζαν τον Κύριο για τα όσα είχαν επιτευχθεί, και του είπαν: “Βλέπεις, αδελφέ, πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός των Ιουδαίων που έχουν πιστέψει στον Κύριο κι έγιναν Χριστιανοί. Κι όλοι αυτοί με ζήλο υπερασπίζονται το κύρος του νόμου”)»[Πράξ. 21,20]) από αυτούς ήταν. Εάν λοιπόν απέμεναν μερικοί, ας αναλογιστούν την τιμωρία για τους εαυτούς τους.

«Τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ ᾿Ιησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ (:τότε τους απελευθέρωσε τον Βαραββά, ενώ τον Ιησού, αφού διέταξε και τον μαστίγωσαν, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί)» [Ματθ.27,26]. Και γιατί Τον μαστίγωσε; Ή ως κατάδικο, ή επειδή ήθελε να προσδώσει στη δίκη κάποια επίφαση, ή για να χαριστεί σε εκείνους. Αν και βεβαίως έπρεπε να αντιδράσει· διότι και πριν από αυτό είπε: «λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν(:αφού λοιπόν έχετε την αξίωση να είστε μόνοι σας δικαστές στην υπόθεση αυτή, πάρτε τον εσείς και σύμφωνα με το νόμο σας δικάστε τον)» [Ιω. 18,31]. Και πολλά ήταν εκείνα τα οποία μπορούσαν και αυτόν και εκείνους να αναχαιτίσουν, και τα προμηνύματα και τα θαύματα και η μεγάλη ανεξικακία Εκείνου ο οποίος έπασχε όλα αυτά και προπαντός η απερίγραπτη σιωπή Του· διότι αφού έδειξε την ανθρώπινη φύση Του με όσα απολογήθηκε και με όσα προσευχήθηκε, επιδεικνύει πάλι την ανωτερότητα και την ευγένεια των αισθημάτων Του με τη σιωπή και την περιφρόνηση όσων λέγονταν, ωθώντας αυτούς με όλα αυτά προς το δικό Του θαύμα· αλλά με τίποτε από αυτά δεν θέλησαν να υποχωρήσουν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΣΤ΄(κατ’ επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 290-307.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, ομιλία ΠΣΤ΄(κατ΄επιλογήν), σελ. 135-146.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016

Ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ
 
Ἀπολυτίκια. Ἦχος β’.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπό τοῦ ξύλου καθελών, τό ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ εἱλήσας καί ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.
 
Δόξα.
Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν ᾍδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι.
 
Καί νῦν.
Ταῖς μυροφόροις γυναιξί, παρά τό μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τά μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός δέ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος.
 
ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ
 
Ἦχος πλ. α’.
Ἡ ζωή ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καί Ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.
Ἡ ζωή πῶς θνήσκεις; Πῶς καί τάφῳ οἰκεῖς; Τοῦ θανάτου τό βασίλειον λύεις δέ, καί τοῦ ᾍδου τούς νεκρούς ἐξανιστᾷς.
Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καί τιμῶμεν τήν ταφήν καί τά πάθη σου, δι’ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ, τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τούς θανόντας ἀνιστῶν.
Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾍδῃ ἐλήλυθας; ἤ τό γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν;
Ὁ δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρός, καί ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ κενώσας τά μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
Ἡ ζωή ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καί θανάτῳ σου τόν θάνατον ὤλεσας καί ἐπήγασας τῷ κόσμῳ τήν ζωήν.
Ἀπορεῖ καί φύσις, νοερά καί πληθύς, ἡ ἀσώματος Χριστέ, τό μυστήριον, τῆς ἀφράστου καί ἀρρήτου σου ταφῆς.
Σοῦ τεθέντος τάφῳ, πλαστουργέντα Χριστέ, τά τοῦ ᾍδου ἐσαλεύθη θεμέλια, καί μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.
Ὁ τήν γῆν κατέχων, τῇ δρακί νεκρωθείς, σαρκικῶς ὑπό τῆς γῆς νῦν συνέχεται, τούς νεκρούς λυτρῶν τῆς ᾍδου συνοχῆς.
Ἐκ φθορᾶς ἀνέβης, ἡ ζωή μου Σωτήρ, σοῦ θανόντος καί νεκροῖς προσφοιτήσαντος, καί συνθλάσαντος τοῦ ᾍδου τούς μοχλούς.
Ἐν καινῷ μνημείῳ, κατετέθης Χριστέ, καί τήν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστάς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ὡς βροτός μέν θνῄσκεις, ἑκουσίως, Σωτήρ, ὡς Θεός δέ τούς θνητούς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καί βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδύς κόλπους γῆς, τόν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τούς βροτούς τούς ἐξ Ἀδάμ.
Ἡ ζωή τοῦ τάφου, γευσαμένη Χριστός, ἐκ θανάτου τούς βροτούς ἠλευθέρωσε, καί τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τήν ζωήν.
Νεκρωθέντα πάλαι, τόν Ἀδάμ φθονερῶς ἐπανάγεις πρός ζωήν τῄ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκί φανείς Ἀδάμ.
Ὑψωθείς ἐν ξύλῳ, καί τούς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς· ὑπό τήν γῆν δέ γενόμενος, τούς κειμένους ὑπ’ αὐτήν ἐξανιστᾷς.
Ὑπό γῆν βουλήσει κατελθών ὡς θνητός, ἐπανάγεις ἀπό γῆς πρός οὐράνια τούς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Κἄν νεκρός ὡράθης, ἀλλά ζῶν ὡς Θεός, νεκρωθέντας τούς βροτούς ἀνεζώωσας, τόν ἐμόν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
Ὤ χαρᾶς ἐκείνης! Ὤ πολλῆς ἡδονῆς! Ἰησοῦς ἧς περ τούς ἐν ᾍδῃ πεπλήρωκας, ἐν πύθμεσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.
Κἄν ἐνθάπτῃ τάφῳ, κἄν εἰς ᾍδου μολῇς, ἀλλά, Σῶτερ, καί τούς τάφους ἐκένωσας, καί τόν ᾍδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.
Ἑκουσίως Σῶτερ, κατελθών ὑπό γῆν, νεκρωθέντας τούς βροτούς ἀνεζώωσας, καί ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.
Ὑπακούσας Λόγε, τῷ ἰδίῳ Πατρί, μέχρις ᾍδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας καί ἀνέστησας τό γένος τῶν βροτῶν.
Θέλων ὤφθης Λόγε, ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλά ζῇς καί τούς βροτούς, ὡς προείρηκας, ἀναστάσει σου, Σωτήρ μου, ἐγερεῖς.
 
Δόξα Πατρί.
Ἀνυμνοῦμεν, Λόγε, σέ τόν πάντων Θεόν, σύν Πατρί καί τῷ ἁγίῳ σου Πνεύματι, καί δοξάζωμεν τήν θείαν σου ταφήν.
 
Καί νῦν. 
Θεοτοκίον.
Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καί τιμῶμεν τήν ταφήν τήν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καί Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.
 
Καί πάλι τό πρῶτο Τροπάριο.
 
Ἡ ζωή ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καί Ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.
 
ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
 
Ἦχος πλ. α’.
Ἅξιον ἐστι, μεγαλύνειν σε τόν ζωοδότην, τόν ἐν τῷ σταυρῷ τάς χεῖρας ἐκτείναντα, καί συντρίψαντα τό κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
Ἄξιον ἐστι, μεγαλύνειν σε τόν πάντων κτίστην· τοῖς σοῖς γάρ παθήμασιν ἔχομεν, τήν ἀπάθειαν ρυσθέντες τῆς φθορᾶς.
Ὕπνωσας Χριστέ, τόν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ, καί βαρέος ὕπνου ἐξήγειρας, ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, ὡς Θεός.
Ἔδυς ὑπό γῆν, ὁ τόν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας, καί βροτῶν τά στίφη πτώματος ἥλιος, ἐξεγείρων παναλκεῖ σου δεξιᾷ.
ᾍδου μέν ταφείς, τά βασίλεια Χριστέ, συντρίβεις, θάνατον θανάτῳ δέ θανατοῖς, καί φθορᾶς λυτροῦσαι τούς γηγενεῖς.
Ρεῖθρα τῆς ζωῆς, ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία, τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ, τούς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾍδου μυχοῖς.
Ἵνα τήν βροτῶν, καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν, πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί. Μῆτερ οὖν μή κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.
Ἔδυς ὑπό γῆς, ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης, καί νεκρούς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν τό ἐν τῷ ᾍδῃ σκότος.
Ἔπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ, χαίρει δέ πρός ᾍδην φοιτήσαντος, ἀναστάς μέν νῦν καί πάλαι πεπτωκώς.
Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ, ᾍδης σε τόν ζωοδότην, πλοῦτον τόν ἐκείνου σκυλεύοντα, αἰωνίου τε ἐγείροντα νεκρούς.
Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπό κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα, Σῶτερ, τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκρούς τῷ τιναγμῷ.
Σύ ὡς ὤν ζωῆς χορηγός Λόγε, τούς Ἰουδαίους, ἐν Σταυρῷ ταθείς οὐκ ἐνέκρωσας, ἀλλ’ ἀνέστησας καί τούτων τούς νεκρούς.
Κάλλος Λόγε πρίν, οὐδέ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες, ἀλλ’ ἐξαναστάς ὑπερέλαμψας, καλλωπίσας τούς βροτούς θείαις αὐγαῖς.
Ὕπνωσεν Ἀδάμ, ἀλλά θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει· σύ δέ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ, βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου κόσμῳ ζωήν.
Ὕπνωσας μικρόν, καί ἐζώωσας τούς τεθνεῶτας, καί ἐξαναστάς ἐξανέστησας, τούς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, ἀγαθέ.
Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τήν πλευράν σου Λόγε, σούς θανόντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικούς αὐτοῖς κρουνούς.
Κόλπον πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας οἰκτίρμον, καί βροτός γενέσθαι εὐδόκησας καί εἰς ᾍδην καταβέβηκας, Χριστέ.
Νέκρωσιν τήν σήν, ἡ πανάφθορος Χριστέ, σοῦ μήτηρ, βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο· μή βραδύνῃς, ἡ ζωή, ἐν τοῖς νεκροῖς.
ᾍδης ὁ δεινός, συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν, ἥλιε τῆς δόξης ἀθάνατε, καί ἐδίδου τούς δεσμίους ἐν σπουδῇ.
Μέγα καί φρικτόν, Σῶτερ, θέαμα νῦν καθορᾶται! Ὁ ζωῆς γάρ πέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη, ζωῶσαι θέλων πάντας.
Νύττῃ τήν πλευράν, καί ἡλοῦσαι Δέσποτα, τάς χεῖρας, πληγήν ἐκ πλευρᾶς σου ἰώμενος καί τήν ἀκρασίαν χειρῶν τῶν προπατόρων.
Ὕμνοις σου Χριστέ, νῦν τήν σταύρωσιν καί τήν ταφήν τε, ἅπιστοι ἐκθειάζομεν, οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇ ταφῇ.
 
Δόξα Πατρί.
Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καί Πνεῦμα, σκῆπτρα τῶν ἀνάκτων κραταίωσον, κατά πολεμίων ὡς ἀγαθός.
Καί νῦν. 
Θεοτοκίον.
Τέξασα ζωήν, παναμώμητε ἁγνή Παρθένε, παῦσον Ἐκκλησίας τά σκάνδαλα, βράβευσον εἰρήνην ὡς ἁγαθή.
 
Καί πάλι τό πρῶτο Τροπάριο.
Ἅξιον ἐστι, μεγαλύνειν σε τόν ζωοδότην, τόν ἐν τῷ σταυρῷ τάς χεῖρας ἐκτείναντα, καί συντρίψαντα τό κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
 
ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
 
Ἦχος γ’.
Αἱ γενεαί πᾶσαι, ὕμνον τῇ ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών τοῦ ξύλου, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν τάφῳ σε κηδεύει.
Μυροφόροι ἦλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεῦρο πᾶσα κτίσις, ὕμνους ἐξοδίους προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.
Ὡς νεκρόν τόν ζῶντα, σύν μοιροφόροις πάντες μυρίσωμεν ἐμφρόνως.
Ἰωσήφ τρισμάκαρ, κήδευσον τό σῶμα, Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.
Οὕς ἔθρεψε τό μάννα, ἐκίνησαν τήν πτέρναν, κατά τοῦ Εὐεργέτου.
Οὕς ἔθρεψε τό μάννα, φέρουσι τῷ Σωτῆρι, χολήν ἅμα καί ὄξος.
Ἰωσήφ κηδεύει, σύν τῷ Νικοδήμῳ νεκροπρεπῶς τόν Κτίστην.
Ζωοδότα Σῶτερ, δόξα σου τῷ κράτει, τόν ᾍδην καθελόντι.
Ὕπτιον ὁρῶσα, ἡ πάναγνός σε Λόγε, μητροπρεπῶς ἐθρήνει.
 
Ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τό κάλλος;
 
Θάνατον θανάτῳ, σύ θανατοῖς, Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ.
Ἡ δάμαλις τόν μόσχον, ἐν ξύλῳ κραμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.
Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;
Αἱ μυροφόροι Σῶτερ, τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι, προσέφερόν σοι μύρα.
Ἀνάστηθι Οἰκτίρμον, ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων, ἐξανιστῶν τοῦ ᾍδου.
Ἀνάστα Ζωοδότα, ἡ σέ τεκοῦσα μήτηρ δακρυρροοῦσα λέγει.
Κλαίει καί θρηνεῖ σε, ἡ πάναγνός σου μήτηρ, Σωτήρ μου νεκρωθέντα.
Ἔρραναν τόν τάφον, αἱ μυροφόροι μύρα λίαν πρωΐ ἐλθοῦσαι. (τρίς)
Εἰρήνην Ἐκκλησία, λαῷ σου σωτηρίαν, δώρησαι σῇ Ἐγέρσει.
 
Δόξα Πατρί.
Ὦ Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υἱός καί Πνεῦμα, ἐλέησον τόν κόσμον.
Καί νῦν. 
Θεοτοκίον.
Ἰδεῖν τήν τοῦ Υἱοῦ σου, ἀνάστασιν Παρθένε, ἀξίωσον σούς δούλους.
 
Καί πάλι τό πρῶτο Τροπάριο.
Αἱ γενεαί πᾶσαι, ὕμνον τῇ ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
 
Προσευχητάριον ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων
Ἀρχιμ. Παῦλος Κ. Ντανᾶς
Ἐκδόσεις «Ἄθως»
Ἀθήνα 2005
 

Ἅπλωσα τὰ χέρια μου γιὰ νὰ σᾶς ἀγκαλιάσω...

«Γιατί μὲ ἐγκατέλειψες, ὦ ἄνθρωπε; 
Γιατί ἀποστράφηκες ἀπὸ τὸν ἀγαπήσαντά σε; 
Γιατί πάλιν ἑνώθηκες μὲ τὸν ἐχθρό μου;...» 
(Ἅγιος Τύχων Ἐπίσκοπος Ζαντόνσκ)
 
 
Θὰ μποροῦσε αὐτὸς ὁ τίτλος νὰ συνοδεύσῃ μιὰ σειρὰ ἀναριθμήτων ἐκπομπῶν, ὡς τὴν τελευταία ποὺ ὁ Κύριος θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ἀδελφοί μου. Πλέον ὅλα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα μπροστά μας. Ἂν ἔστω καὶ ἐλάχιστα, τὰ πνευματικά μας αἰσθητήρια λειτουργοῦν, καταλαβαίνουμε πὼς ὅλο καὶ περισσότερο βυθιζόμαστε... Ἀλλάζουμε ἢ βουλιάζουμε!! ἦταν τὸ σύνθημα ἑνὸς Θεομάχου ἡγήτορος τοῦ ἀρκετὰ προσφάτου παρελθόντος... Ἄχ καὶ νὰ τὸ πράτταμε ὅλοι μας αὐτό, στὴν ἀληθινὴ πνευματική του διάσταση... Ἰδίως οἱ ἄρχοντές μας! Θεομάχοι ἡγήτορες, σὲ μιὰ παγκόσμια κλίμακα ὅλο καὶ πιὸ ἀπροκάλυπτα καὶ λυσσαλέα, βάλουν κατὰ τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου...
 
Πλέον μοιάζει νὰ μὴν χρειάζεται ἡ παραμικρὴ προσπάθεια γιὰ νὰ ἀποκρυπτογραφηθῇ ἢ νὰ ἀποκωδικοποιηθῇ αὐτὸ τὸ σχέδιο, στὸ ὁποῖο ἀναζητοῦνται πρὸς πείραμα καὶ θυσία ἀμέτρητες... ἀπρόσωπες ψυχές... Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι ὅπως κάθε... σωστὸς Θεομάχος, ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι κινοῦνται, ἢ μᾶλλον ἔρπονται γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, μὲ θαυμαστὴ ἐμβρίθεια ὅσον ἀφορᾶ τὶς Γραφές... Καὶ αὐτὸ βέβαια τὸ ὀφείλουν στό... ἀφεντικό τους, ποὺ εἶναι μέγιστος... Θεολόγος... Ἔχουμε ξαναπεῖ στὸ παρελθὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ μικρόφωνο, πὼς δὲν εἴμαστε ἀντιχριστοφοβικοί! Προσπαθοῦμε, ἔστω καὶ ἂν ἀποτυγχάνουμε συνεχῶς, νὰ γίνουμε Θεοφοβούμενοι! Οἱ ψυχές μας νὰ λαχταρᾶνε τὸν Θεό! Ἐκεῖνος διψᾶ νὰ τὸν διψᾶμε!
 
Νὰ θυμόμαστε τοὺς παλιοὺς ποὺ εὔχονταν ἀλλήλοις: Νὰ σᾶς βλέπῃ ὁ Θεός! Οἱ Θεοφοβούμενοι παππούληδές μας, οἱ διαλεχτοὶ τοῦ Κυρίου! Νὰ τοὺς μοιάσουμε ἀδελφοί! Δὲν ἐγκατέλειψαν ποτέ τους τὸν Θεό! Εἶχαν συνεχῶς τὴν αἴσθηση τῆς ὁλοζώντανης παρουσίας Του δίπλα τους! Καὶ ἐμεῖς ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ πλέον, μονολογοῦμε στὰ ἐγωιστικά μας παραληρήματα: Ποὺ εἶσαι Θεέ μου; Γιατί μᾶς ἀφήνεις; Γιατί... Γιατί... Καὶ ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ἀκόμα στὸν Σταυρὸ καὶ ἀπευθύνει τοὺς λόγους του σὲ ὅλους μας! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός! Ὁ Θεὸς Λόγος! Ὁ Αὐτὸς χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες!
 
Νὰ κάτι ὅμως ποὺ καταφέραμε νὰ ἀλλάξουμε ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ἀποστάτες ποὺ δὲν χορταίνουμε νὰ Τὸν πικραίνουμε! Ἐκεῖνος ὁ λόγος τοῦ Θεανθρώπου πάνω στὸν Σταυρό, ἐκεῖνο τὸ ψαλμικὸ ἀπὸ τὸν 21ο: «...ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με; μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου.» φαντάζει νὰ ἀντιστρέφεται στὶς Θεοστυγεὶς μέρες μας... Ἄνθρωπε γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; Ποὺ ψάχνεις νὰ βρῇς αὐτὸ ποὺ σοῦ προσφέρεται ἄφθονο καὶ περίσσιο ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Ζωῆς, τῆς Ὑπομονῆς, τῆς Ἐλπίδας; Ὁρίζοντας ὀρθάνοιχτος μπροστὰ στὰ μάτια σου τὸ αἰώνιο καὶ ἐκεῖνα ἀλλοῦ κοιτοῦν, φτάνοντας ὡς τῆς φαύλης ἡδονῆς τὰ ἀπροσπέλαστα ἀδιέξοδα... Ἄνθρωπε γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; 
 
ΥΓ: Πολὺς λόγος γίνεται στὶς μέρες μας, γιὰ τὴν χωροταξικὴ θέση τοῦ Ἐσταυρωμένου Λυτρωτῆ μας ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Μελετῶντας ἕνα ἀπὸ τὰ σπάνιας ἑρμηνευτικῆς ἀρτιότητας ὀμιλήματα τοῦ μακαριστοῦ Ἁγίου Γέροντος π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου, μὲ ἀφορμὴ κατηχητικὸ λόγο τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, σταθήκαμε σὲ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν προφητικὸ λόγο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα «Ἐξεπέτασα τὰς χεῖρας μου ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα, οἱ οὐκ ἐπορεύθησαν ὁδῷ ἀληθινή, ἀλλ’ ὀπίσω τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ἠσ. 65:2). Τὸ ἴδιο ἀπόσπασμα παραθέτει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ (10,21) ὅταν ἀναφέρεται ὄχι μόνο στοὺς ἀπειθοῦντες Ἰουδαίους ἀλλὰ στοὺς ἀποστατοῦντες ὅλων τῶν αἰώνων, ἑπομένως καὶ σὲ ΕΜΑΣ! Καὶ πρὸς τὸν νέο Ἰσραὴλ λοιπὸν ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου ἀπευθύνεται λέγοντας ὅτι σὰν στοργικὸς πατέρας ἅπλωσα τὰ χέρια μου γιὰ νὰ σᾶς ἀγκαλιάσω! Ὅλους ἐσᾶς ποὺ ἀπειθεῖτε καὶ ἀντιλέγετε!
 
Τό... ἐξεπέτασα σημειώνει ὁ π. Ἀθανάσιος εἶναι μιὰ εἰκόνα πολὺ χαρακτηριστική! Ὅταν θέλουμε νὰ πείσουμε καὶ νὰ παρακινήσουμε, νὰ προσκαλέσουμε κάποιους ἀνθρώπους, χρησιμοποιοῦμε καὶ κουνᾶμε τὰ χέρια μας. Τὰ ἔχουμε ἁπλωμένα καὶ προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε... Σᾶς παρακαλῶ... Πίσω ἀπὸ τὴν εἰκόνα ὅτι ἀνοίγω τὰ χέρια μου καὶ προσκαλῶ συνεχῶς ἕναν λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα, ἀκινητοποιῶντας τα γιὰ μιὰ στιγμή... παρουσιάζεται ὁ Ἐσταυρωμένος... οὔτε ὡς σκάνδαλο, οὔτε ὡς παράταιρος, ἀλλὰ ὡς καύχημα! Δὲν εἶναι ὁ πεθαμένος Θεὸς ὁ Ἐσταυρωμένος μας! «...ἀλλ’ ὁ Θεὸς διηνεκῶς ἕστηκεν ἀναμένων, εἰ τις ποτὲ κάλεσεν αὐτόν τῶν οἰκετῶν... (Ἅγ. Ἰω. Χρυσ.) Εἶναι ὁ φιλόστοργος καὶ παντοτινὰ ἀναμένων τὴν ἐπιστροφὴ ΜΑΣ μακρόθυμος Θεάνθρωπος... Ἕνας ταπεινὸς συλλογισμὸς προέκυψε ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαυμάσιο ὁμίλημα... Μακάρι νὰ βρῇ τὸν τόπο του... «Οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τί ἐν ὑμῖν εἰ μή Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 2,2) 
 
Νώντας Σκοπετέας
 
Ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμότιτλη ἐκπομπὴ τοῦ 2024 καὶ τὸ βιβλίο: Χῶμα καὶ Χριστός... Τῶν ΛεμονΑνθΩν τὸ συναξάρι...( Ἐκδ. Ἐφύμνιον)
 

Ο «Σπαρτιάτης» του 1974 με την ξιφολόγχη στο χέρι

Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης – Ευρωβουλευτής 
 
Μετά από σχεδόν 52 χρόνια, αποχαιρετήσαμε άλλο έναν λεβεντονιό της πατρίδας και του Έθνους, τον Νίκο Βιολάρη, γιο του Ιωάννη και της Στυλιανής, από το Καλό Χωριό Κλήρου, αγνοούμενο από το 1974 και πλέον ήρωα. Ο Νίκος ήταν τότε μόλις 18 χρονών, ένας βιοπαλαιστής, καλογυμνασμένος ποδοσφαιριστής κι ήδη αρραβωνιασμένος με την αγαπημένη του Ελένη. Κατά την τουρκική εισβολή υπηρετούσε στο Μηχανικό της Εθνικής Φρουράς. 
 
Η περίπτωση του 70ου Τάγματος Μηχανικού αποτελεί άλλη μια απόδειξη της χουντικής προδοσίας μέσω σκόπιμης αδράνειας ώστε ο Αττίλας να επιτύχει τον σκοπό του. Εκεί, στις προδομένες κυπριακές Θερμοπύλες του 1974, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά ο ποιητής: «Περισσότερη τιμή τους πρέπει όταν προβλέπουν –και πολλοί προβλέπουν– πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος…». Καθώς οι πατριδοκάπηλοι κρύβονταν κι άλλοι εγκατέλειπαν υπό το βάρος της προδοσίας, ο Νίκος Βιολάρης, ένας 18χρονος έφηβος με όνειρα για τη ζωή, αναδεικνύοντας το μεγαλείο της ψυχής του, αντέταξε την πανάρχαια ιερή παρακαταθήκη με το δικό του τρόπο: «Αν δεν πάμε, ποιος θα σταματήσει τους Τούρκους..». Έτσι, προσέτρεξε κι ανέβηκε στο στρατιωτικό φορτηγό προτού φύγει για την πρώτη γραμμή. Μετά την πρώτη φάση της εισβολής, εν καιρώ εκεχειρίας, ο τουρκικός στρατός επιτέθηκε στις 6 Αυγούστου 1974 με χιλιάδες Αττίλες στην περιοχή Λαπήθου–Καραβά. Ο Νίκος Βιολάρης θεάθηκε για τελευταία φορά εκεί κι έκτοτε ήταν ένας από τους αγνοούμενους εκείνης της μάχης. 
 
Μετά την εξαφάνιση του Νίκου, η 16χρονη Ελένη αποφάσισε να ζήσει μόνη καρτερώντας τον. Τα χρόνια περνούσαν και οι συγγενείς πίεζαν την Ελένη να προχωρήσει στη ζωή της, αυτή όμως αρνιόταν. Τελικά, βρέθηκε ένας καλός νέος και οι γονείς του αγνοούμενου Νίκου, προτού φύγουν από τα εγκόσμια, έδωσαν στην Ελένη την ευχή τους, μαζί κι ο δίδυμος αδελφός του, ο οποίος με την επιμονή και το αισθητήριο του είχε σημαντικό ρόλο στην ανεύρεσή του αγνοούμενου αδελφού τον οποίο μαζί με τα υπόλοιπα αδέλφια, για δεκαετίες αναζητούσαν. 
 
Στην εξόδιο ακολουθία στο Καλό Χωριό Κλήρου, η Ελένη κάτι σιγοψιθύριζε κοιτώντας τη φωτογραφία του. Κατά την κατάθεση στεφάνων, κατέθεσε τελευταία και υποβασταζόμενη το στεφάνι της, έχοντας στο όνομά της το επίθετο του Νίκου και με τρεμάμενα χέρια έπιασε τη φωτογραφία του αρραβωνιαστικού της και την φίλησε. Όταν ο Νίκος «επέστρεψε», η τσακισμένη από τις αρρώστιες γιαγιά πλέον Ελένη, ήταν το 16χρονο κορίτσι που υποδέχθηκε τον 18χρονο αρραβωνιαστικό της. 
 
Η τελική πράξη της κηδείας, δόθηκε στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπου τα οστά του Νίκου Βιολάρη εναποτέθηκαν στην Κιβωτό με τα οστά των ηρώων του 1974. Στο μικρό κιβώτιο-φέρετρο ήταν σχεδόν όλα τα οστά που βρέθηκαν πρόχειρα θαμμένα στο χώρο της θυσίας του. Ανάμεσα στα οστά και το δεξί του χέρι, στο οποίο κρατούσε ακόμη σφιχτά την ξιφολόγχη, αφού τα πυρομαχικά είχαν τελειώσει. Ούτε καν σκέψη για να παραδοθεί αλλά αγώνας μέχρις εσχάτων με την ξιφολόγχη στο χέρι… 
 
Εκεί στον Τύμβο, στο τελευταίο αντίο πριν το «Καλή Ανάσταση», ο δίδυμος αδελφός Αντρέας σιγοψιθύρισε μέσα σε λυγμό συγκίνησης και υπερηφάνειας: 
– «Στο καλό, Σπαρτιάτη μου…»