Σελίδες

14 Φεβρουαρίου 2018

«Πώς μπορούσαν κι έδειχναν τόσο ευχαριστημένοι με τόσο λίγα οι άνθρωποι τη δεκαετία του ’60;»

Κωνσταντίνος Μάνος, «Τρίκερι Μαγνησίας. Ψαράς με την οικογένειά του» (1964).Scripta manent 

"...Πώς μπορούσαν κι έδειχναν τόσο ευχαριστημένοι με τόσο λίγα; Μερικές μερίδες συκωτάκια και δυο κιλά κοκκινέλι τούς είχαν ανεβάσει στους γαλαξίες, αν ήταν δυνατόν.

Το σφάλμα στη σκέψη μου βρισκόταν ήδη στην αφετηρία: χαρακτήριζα λίγο αυτό που οι ίδιοι, τις στιγμές εκείνες, δεν το μετρούσαν καθόλου με όρους ποσότητας. «Τίποτε δεν είναι απλό όταν έχεις προηγουμένως υποφέρει. Τότε το κάθε τι που ξεφεύγει από την τανάλια του πόνου γίνεται τόσο πολύτιμο όσο εκείνα που θεωρούμε εκλεκτά επειδή σπανίζουν.

Εξίσου όμως λαθεμένο θα ήταν να νομίσει κανείς ότι μπροστά μου φανερωνόταν τότε η συνετή στάση κάποιων ολιγαρκών. Σχεδόν ανύπαρκτη η αρετή αυτή σε τούτο τον τόπο.

Απρόθυμοι όλοι να αρκεστούν στα λίγα και να μην προσδοκούν διακαώς τα περισσότερα. Ωσότου έρθει όμως η ώρα της δαψίλειας, το κάθε τερπνό που προέκυπτε ήταν για κείνους τους καλοφαγάδες, τους ανεκπαίδευτους στην επιτήδευση, ευπρόσδεκτο όσο και το πολλαπλάσιο και καλύτερό του· ήταν ικανοί να το νιώθουν αυτό. Να απολαμβάνουν ό,τι βρισκόταν στο πιάτο τους, αναγνωρίζοντας εκεί μέσα τους κόπους των προηγούμενων ωρών. Δικαιωματικά το πιρούνι λάμβανε την ανταμοιβή τους σε μορφή ριγανάτου νεφρού ή σπλήνας. Είχαν δώσει ζωή με τον μόχθο τους και τώρα την έπαιρναν πίσω. Και θα την ξανάδιναν, το επόμενο πρωί, ήταν αναπόφευκτο αυτό. 

Στο βιβλίο αυτό –διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο– καταγράφεται η µαρτυρία ενός ανθρώπου για µια εποχή που κάποιος δεν το έβαζε εύκολα στα πόδια ούτε αρεσκόταν να ανακυκλώνει τα παράπονά του. Για μέρες γερά στυλωµένες στη ζωή. Χαίρονταν λοιπόν με κάτι τόσο πρόσκαιρο; Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω ότι όπως κάρφωναν το νεφρό έτσι ακινητοποιούσαν κι εκείνες τις στιγμές· επρόκειτο για αγκυροβόλημα μέσα στο παρόν. Άφηναν κατά μέρος τα περασμένα και τα μελλούμενα για να μην εισχωρήσουν στην αυλή τους, με το τραπέζι στο κέντρο, ούτε ο φόβος ούτε η θλίψη, ούτε κι η ελπίδα. Χώρος διαθέσιμος υπήρχε μόνο για τη χαρά. Την τάιζαν με μερικές πιρουνιές, την πότιζαν με δυο-τρία ποτηράκια, κι εκείνη ξεπεταγόταν για να βάψει τα πρόσωπα των οπαδών της με τα χρώματα του ροδάκινου και του βερίκοκου. Ακτινοβολούσαν. Και χωρίς να έχουν ιδέα, δάνειζαν σ’ εμένα που στεκόμουν απ’ έξω και τους έβλεπα ένα αίσθημα με τη βοήθεια του οποίου θα αποτιμούσα αργότερα την αξία που έχουν τα γαρνιρίσματα της ζωής. […]

//Απόσπασμα από το βιβλίο «Η εποχή της όρεξης – Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60» του συγγραφέα και καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλη Καραποστόλη, εκδόσεις Πατάκη, 2012.

πηγή

ΣΧΟΛΙΟ

Οι άνθρωποι τότε παρά την φτώχεια τους είχαν δύο χαρακτηριστικά που σήμερα δεν υπάρχουν...
Πρώτον δεν ήταν υλιστές και καταναλωτικά όντα....
Δεν λάτρευαν το χρήμα ή την τεχνολογία...
Σήμερα τα έχουμε θεοποιήσει και τα δύο σε μια σύγχρονη μορφή ειδωλολατρείας...

Δεύτερον ήξεραν πολύ καλά και το διαπίστωναν κάθε χρόνο ότι αυτός ήταν καλύτερος αό τον προηγούμενο...
Εμείς σήμερα ξέρουμε ότι κάθε χρόνος που έρχεται είναι χειρότερος από τον προηγούμενο...
Οπως χαρακτηριστικά λέει ο λαός μας "κάθε πέρυσι και καλύτερα..."

Αυτό έχει σκοτώσει στην κυριολεξία την αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο...
Κι αυτό δύσκολα θα ανατραπεί "χάρη" στις συνεχείς προδοτικές, αντισυνταγματικές  κινήσεις των ξεφτιλισμένων πολιτικών...

2 σχόλια:

  1. Εχωντας ζήσει παιδικά χρόνια σε κάποιο χωριό, όπου οι κάτοικοι ήταν αγρότες, οι αργροί ήταν σπαρμένοι με είδη εποχής, τα ζώα υπήρχαν για το όργωμα του εδάφους, ή για την παραγωγή γάλακτος για την οικογένεια και όχι για το κρέας που ήταν σπάνιο (2-3 φορές τον χρόνο).
    Το νερό αύθονο, αλλά όλοι χρησιμοποιούσαν το "βυσάκι", και αυτό με μέτρο.
    Το χωμί είχε άλλη γεύση διότι δεν υπήρχαν μεταλλαγμένα.
    Ο κόσμος ήταν χαρούμενος ακόμη και με την μοναδική "πολυτέλεια του χωριου. Εναν καφέ Ελληνικό σε κάποιο καφενείο σε φλυτζανάκι ιδίου μεγέθους με ένα σφηνάκι.
    Τα χειροποίητα γλυκά δεν έλειπαν απο κανένα σπίτι, και τα ζυμαρικά τα έφτιαχναν οι νοικοκυρές μόνες τους.
    Αυτά θυμάμαι και λέω ότι τουλάχιστον εμείς προλάβαμε και ζήσαμε (λιγότερο ή περισσότερο) σε μια τέτοια εποχή. Τα σημερινά παιδιά δυστυχώς εκτώς απο υπολογιστές, μπετόν, και τάμπλετς, δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει ζωή.

    Νικόλαος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ακριβως φιλε μου εχουν μεσανυχτα και ζουν σε ψευδαισθησεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι σχετικά με το θέμα, περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε κάποιο όνομα ή ψευδώνυμο. Διαφημιστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται.
Επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης του σχολίου σας παρακαλούμε μετά την τελική σύνταξή του να ελέγχεται. Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).

Πολύ σημαντικό είναι να κρατάτε προσωρινό αντίγραφο του σχολίου σας ειδικά όταν είναι εκτενές διότι ενδέχεται να μην γίνει δεκτό από την Google (λόγω μεγέθους) και θα παραστεί η ανάγκη να το σπάσετε σε δύο ή περισσότερα.

Το σχόλιό σας θα δημοσιευθεί, το αργότερο, μέσα σε λίγες ώρες, μετά από έγκριση του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να δημοσιεύει όλα τα σχόλια που δεν παραβαίνουν τους όρους που έχουμε θέσει στις παρούσες οδηγίες.
Υβριστικά, μη ευπρεπή και προπαγανδιστικά σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.